ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΡΙ ΜΑΣΣΩΝΙΑΣ

 

 

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΣΣΩΝΙΣΜΟΥ

ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ;;; 

Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Αι  γνωμοδοτήσεις τής Θεολογικής Σχολής ’Αθηνών.

 

Η θεολογική Σχολή Αθηνών κατέληξεν εις αποφάσεις έπί Συνοδικού έγγράφου άπό 4-11-1932, διά τού όποίου ή Ι. Σύνοδος γνω­στοποιούσα προς αύτήν ότι « άφ’ ικανού άσχολεϊται περί τό ζήτημα τού Μασσωνισμού καταρτίσασα καί σχετικήν έπιτροπήν έξ αρχιερέων », έξέφρασε τήν έπιθυμίαν αυτής «να έχη καί τήν έπιστημονικήν γνώμην της θεολογικής Σχολής όπως καθορίση τήν στάσιν τής Εκκλησίας έναντι τής όργανώσεως ταύτης ». Μή έπιτευχθείσης όμως συμφωνίας κατά τήν με­λέτην τού ζητήματος έν τή θεολογική Σχολή υπεβλήθησαν δύο Εκθέσεις, τού διαφωνήσαντος προς τάς έπόψεις τών λοιπών συναδέλφων αύτού καθηγητού κ. Παναγώτη Μπρατσιώτου ύποβαλόντος ίδιαν γνωμάτευσιν.

Τά κείμενα τών γνωματεύσεων τούτων έχουσιν ώς έπεται :

 α) Γνωμάτευσιςτής πλειοψηφίας τής θεολογικής Σχολής.

«Πρός τήν Ίεράν Σύνοδον τής Εκκλησίας τής Ελλάδος.

Ή θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου ’Αθηνών, έχουσα ΰπ’ όψει τό ύπ’ άριθμ. 2530/1593 έγγραφον τής Ίεράς Συνό­δου τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος, δι’ ού παρακαλεΐται αυτή όπως άνακοινώση τήν « έπιστημονικήν» γνώμην της περί τού Μασσωνισμού καί ιδίως περί τού κατά πόσον αί άρχαί αυ­τού άντίκεινται εις τήν διδασκαλίαν τής ’Ορθοδόξου ’Εκκλη­σίας καί τούτο όπως καθορισθή ή στάσις τής ’Εκκλησίας έναντι τής Όργανώσεως ταύτης, κατέληξεν εις τά έξής πο­ρίσματα, άτινα εύσεβάστως καθυποβάλλει τή 'Ιερά Συνόδω:»

«1. Δέον σαφώς νά διακρίνηται τό Σκωτικόν μασωνικόν σύ­στημα, όπερ στηρίζεται έπί συντηρητικών άπό πολιτικής, θρησκευτικής καί κοινωνικής άπόψεως αρχών, τού γαλλικού μασσωνικού συστήματος.

’Εν τοΐς έξής ό λόγος είναι μόνον περί τού Σκωτικού μασωνικού συστήματος, ο πρεσβεύει Ελληνικός έλευθεροτεκτονισμός. ( Σύνταγμα τής Γαληνοτάτης Μεγάλης ’Ανατολής τής 'Ελλάδος, άρθρον 3 ).

«2. Αί άρχαί τού 'Ελληνικού Μασσωνισμοΰ διατυποϋνται είς τό «Σύντοτγμα» και τόν «Γενικόν Κανονισμόν τής Γαληνοτάτης Μεγάλης ’Ανατολής τής Ελλάδος» ( συνεξεδόθησαν έν Άθήναις, έν β' έκδόσει τό 1930 ) καί είς τά «Τυπικά των τε­κτονικών λειτουργιών καί τελετών» ( Άθήναι 1924 ) καί συμφώνως πρός τά έπίσημα ταύτα κείμενα, δύναται όπωσδήποτε νά μορφω-θή «επιστημονική» γνώμη περί τού Μασωνισμοΰ παρ’ ήμΐν, έφόσον ύπό τό φερόμενον ώς «μυστικόν» τού Μασσωνισμοΰ ούδέν υποκρύπτεται κατά τάς διαβεβαιώσεις έπιφανών καί Αξιόπιστων Μασώνων».

«’Άτοπον δέ είναι νά έξάγωνται θετικά συμπεράσματα πε­ρί τού Μασωνισμοΰ έκ συγγραμμάτων άτόμων, φιλικώς ή έχθρικώς πρός αύτόν διακειμένων, καθόσον ή αυθεντική δι­δασκαλία μόνον έξ έπισήμων κειμένων δύναται νά έξαχθή καί ουχί έκ μονομερών καί ύποκειμενικών αντιλήψεων άτόμων».

«Γνωρίζομεν δέ έκ τής 'Ιστορίας πόσαι άδικοι κρίσεις καί διωγμοί έγένοντο έν τώ παρελθόντι κατά θρησκειών, όργανώ-σεων καί άτόμων έξ αφορμής πεπλανημένων προκαταλή­ψεων καί άστηρίκτων κρίσεων».

«3. Ό Μασσωνισμός δέν είναι θρησκευτική όργάνωσις, ούδέ σωματείον έπιδιώκον θρησκευτικούς σκοπούς. Τούτο κατα­φαίνεται έκ τών έξής :

«α. Κατά τό άρθρον 1 του ίσχύοντος Συντάγματος τού Μασσωνισμού «ό έλευθεροτεκτονισμός, “Ιδρυμα φιλοσοφικόν, προ­οδευτικόν καί φιλανθρωπικόν, σκοπόν έχει τήν έρευναν τής άρετής καί τήν Αλληλεγγύην».

«β. Διότι έν αύτώ απαγορεύεται ρητώς πάσα θρησκευτική συζήτησις ή όμιλία έπί καθαρώς δογματικών θεμάτων ή περί τής προσωπικότητος τών Ιδρυτών τών διαφόρων θρη­σκευμάτων (Γεν. Κανονισμός, άρθρον 168)».

«γ. Διότι αποκλείονται τών τάξεων αυτού γυναίκες (41), παιδία, oι μή έχοντες άνεπίληπτον καί άγαθήν ύπόληψιν ή καί έπάρκειαν έννομον των πόρων του βίου ώς καί οί αμόρ­φωτοι καί οί καταδικασθέντες ( Σύνταγμα, άρθρα 11 καί 14 )».

«δ. Διότι έλλείπουσιν άπό τού Μασσωνισμοΰ ούσιώδη χα­ρακτηριστικά της έννοιας τής θρησκείας καί δέν κέκτηται ούτος ίδιαν δογματικήν διδασκαλίαν». 

«ε. Διότι, τέλος, άπό λογικής άπόψεως θά ήτο παράλογον νά έθεώρει τις ώς θρησκευτικήν όργάνωσιν σωματεΐον, ως τά μέλη, καί αύτά των άνωτάτων βαθμών, μένουσιν άναποσπάστως συνδεδεμένα πρός τήν θρησκείαν εις ήν άνήκουσιν».

«4. Ό Μασσωνισμός δέν έχει άντιθρησκευτικόν χαρακτήρα. Τουναντίον ρητώς τονίζει τήν πίστιν εις θεόν καί εις τήν άθανασίαν τής ψυχής καί αίωνίαν ζωήν: «τό σώμα ήμών με­ταβάλλεται, άλλ’ ή ψυχή διαφεύγει τήν έξουθένωσιν» (Τυπι­κά, σ. 72), «ό θάνατος είναι ή μετάβασις εις τήν αίωνίαν ζω­ήν» ( Τυπικά, σ. 69 ) καί ούδείς δύναται νά γίνη δεκτός έν τή Στοά άν δέν δηλώση άποδοχήν τών άρχών τούτων».

«5. Ό Μασσωνισμός δέν έχει άντιθρησκευτικόν χαρακτήρα. Τό ότι έν αύτώ δέν γίνεται λόγος περί ειδικών Χριστιανικών δογμάτων είναι αύτονόητον, έφ’ οσον έν τοίς κόλποις αύτού δέν περιλαμβάνονται μόνον Χριστιανοί, άλλά καί άλλόθρησ- κοι. Καί αί τελεταί δέ τού Μασωνισμοΰ, παρ’ όλον τόν ώς έκ τών χρονικών συνθηκών, υφ’ άς προέκυψαν, μυστικίζοντα καί συμβολικόν χαρακτήρά των, ούδόλως δύνανται νά θεωρηθώσιν ώς μυστήρια, έν τή έννοια του Χριστιανικού μυστη­ρίου, έφ’ όσον ού μόνον δέν είναι ύποχρεωτικαί διά τά μέλη του, άλλά καί δέν διδάσκεται ότι μεταδίδεται δι’ αύτών θεία Χάρις».

«Ό έλευθεροτεκτονισμός ού μόνον ούδόλως συντελεί, άμέσως ή έμμέσως, εις μείωσιν τής πίστεως του Χριστιανού, άλλά σέβεται άπολύτως τόν Χριστιανισμόν, τά δέ μέλη του, καί αυτών των άνωτάτων βαθμών δύνανται νά είναι πιστότατα μέλη της ’Εκκλησίας εις ήν άνήκουσιν. Δυνατόν βεβαίως νά υπάρχωσι καί Μασώνοι άδιαφόρως ή καί άσυμπαθώς ή ίσως καί έχθρικώς διακείμενοι πρός τήν ’Εκκλησίαν, άλλά διά τούτο δέν ευθύνεται ή Μασωνία, ώς δέν ευθύνεται ή ’Εκκλησία έάν μεταξύ τών μελών της καταλέγωνται καί μή άκολουθούντες καί έφαρμόζοντες τάς άρχάς αύτης, αν καί μή Μασσώνοι».

«6. Καί αί ήθικαί άρχαί του Μασσωνισμοΰ δέν δύνανται νά θεωρηθώσιν άντιστρατευόμεναι πρός τάς τού Χριστιανισμού. Ού μόνον αύται δέν είναι άνεξάρτητοι τής ιδέας τού θεού, άλλά τούναντίον παρίστανται ώς έπιτάγματα τού Άνωτάτου "Οντος, ώς φωνή θεού (Πρβλ. Τυπικά, σ. 31 «ό Τέκτων οφείλει νά διδάξη τήν θείαν ήθικήν, ήτις συνοψίζεται εις τό « ο σύ μισείς έτέρω μή ποιήσεις» καί σ. 35. «Άνοιγήτωσαν τά ώτά σου όπως άκούσωσι τής φωνής τού θεού, εντέλλοντος άγαπά-τε άλλήλους» κ. π. ά.)».«θεμελιώδης ήθική άρχή τού Μασσωνισμού, έξ ής άπορρέουσι πάσαι αί λοιπαί, διακηρύσσεται ή έξής: «Πράττε είς τούς άλλους ο,τι θέλεις καί οί άλλοι νά πράττωσιν εις σέ » (Τυπικά, σ. 74). ‘Η άρχή αύτή είναι ώς γνωστόν ή έξαγγελθεΐσα ύπό τού Κυρίου: «Πάντα ούν όσα άν θέλητε ινα ποιώσιν υμΐν οί άνθρωποι, ούτω καί ύμεΐς ποιείτε αύτοΐς’ ούτος γάρ έστιν ο νόμος καί οι προφήται» ( Ματθ, 7, 12 ). "Οτι δέ ο θεσμός τής άγάπης δέν περιορίζεται έν τω Μασωνισμώ με­ταξύ τών τής Στοάς, άλλ' έπεκτείνεται έπί πάντας, μαρτυ­ρεί ού μόνον ή διαρρήδην δήλωσις καθ’ ήν «θεωροΰμεν πάν­τας τούς άνθρώπους άδιακρίτως τάξεως καί φυλής ίσους πρός ήμάς άδελφούς ήμών» ( Τυπικά σελ. 32 ), άλλά καί ή φι­λανθρωπία, ήν έξασκεΐ ό Μασσωνισμός, ού μόνον πρός τά μέλη του, άλλ’ άνεξαρτήτως φυλής καί θρησκείας. Ούτως ο Μασσωνισμός ού μόνον συντηρεί συσσίτια, νυκτερινάς σχο­λάς καί όρφανοτροφεία, άνευ οίασδήποτε προπαγαν-διστικής ένεργείας, άλλά καί ένεργόν έπεδείξατο ένδιαφέρον κατά τε τό παρελθόν καί κατά τάς ή μέρας ήμων εις πάσας τάς έθνικάς άνάγκας καί εις πάσας τάς συμφοράς αΐτινες έπληξαν τήν Πατρίδα καί τήν Κοινωνίαν».

«7. Χαρακτηριστικόν στοιχεΐον τής Μασσωνικής ήθικής εί­ναι καί ό πόλεμος κατά τού ύλισμού (πρβλ. Τυπικά, σελίς 28: «Άφαιρεθήτω ένώπιον τού φωτοβόλου άστέρος τού Τεκτονι­σμού ό υλικός πέπλος, διά τού όποιου ό βέβηλος κόσμος σέ περιβάλλει». Καί σ. 31: «Οί Τέκτονες συνέρχονται ΐνα έπικρατήση έπί τής γής ή βασιλεία τού άγαθού». Καί σ. 34-35: Ό υιοθετούμενος πρέπει νά «καταγίνηται διαρκώς νά κατα­νικά τά πάθη του» καί νά είναι «πάντα πρόθυμος νά θυσιάζη τό άτομικόν συμφέρον υπέρ τού γενικού». Καί σ. 36: «Ήδοναί σου έστωσαν αί τής ψυχής καί τού πνεύματος». Καί σ. 37: «Αγάπα τήν έργασίαν, ήτις είναι φύλαξ των ηθών» κ.π.ά.)».

«8. Καί ή έλευθερία τής έρεύνης, ήν ζητεί ό Μασσωνισμός, έχει καί αύτή τά ο ρ ι ά της, έφόσον δέν ανέχεται άθείαν ό έν τώ Μασωνισμώ μυούμενος όφείλει νά δηλώση έγγράφως καί έπί τώ λόγω τής τιμής του ότι πιστεύει εις τόν θεόν καί έπιβάλλει τήν τήρησιν τού ήθικού νόμου».

«9. Έν Έλλάδι δέ τουλάχιστον ό Μασσωνισμός ού μόνον δέν ύπέθαλψεν, άλλ’ ούδέ καί ήνέχθη έπαναστατικάς, άνατρε-πτικάς, άντιθρησκευτικάς καί άντικοινωνικάς ή καί άπλώς ύπεραριστεριζούσας τάσεις, άλλ’ άπεδείχθη ώς όλον σωματεΐον συντηρητικών τάσεων καί άρχών. "Οτι ό Μασσωνισμός δέν έχει άντιθρησκευτικάς, άντιχριστιανικάς καί άντικαθεστωτικάς άρχάς δύναται νά συναχθή ού μόνον έκ τών έπισημων κει­μένων αύτού, άλλά καί έκ τού ότι έν τοϊς κόλποις αύτού κατα­λέγονται άνδρες ευσεβέστατοι καί συντηρητικωτάτων άρχών, ών πολλοί ού μόνον κατέσχον καί κατέχουσιν άνώτατα άξιώματα, άλλά καί προσέφερον καί προσφέρουσι πολυτιμοτάτας ύπηρεσίας πρός τήν ’Εκκλησίαν, ήν τινες καί πιστότατα ύπηρετούσιν». «Έφ’ όσον λοιπόν ο έλευθεροτεκτονισμός, ώς τουλάχιστον διεμορφώθη παρ’ ήμΐν καί ώς διαπιστούται έκ τών έπισημων κειμένων του καί έκ τών θετικών δεδομένων, άτινα έχομεν πρό ημών, δέν άναμιγνύεται είς δογματικά ζητήματα καί δεν ήλθεν εις άντίθεσιν ή σύγκρουσιν πρός τήν χριστιανικήν διδασκαλίαν δογματικήν καί ήθικήν, ούδ’ έκήρυξεν άνατρεπτικάς θεωρίας, νομίζομεν ότι ούδείς λόγος υπάρχει ΐνα ή ’Εκκλησία άναλάβη άγώνα κατ’ αύτού, καί φρονοϋμεν άδιστάκτως ότι τοιοΰτος αγών οΰ μόνον δεν έπιβάλλεται, άλλ’ άντενδείκνυται καί δή εις έποχήν καθ’ ήν άγώνες ύψίστης σπουδαιότητος έναντίον δεδηλωμένων έχθρών τού κοινωνικού καί θρησκευτικού καθεστώτος δέον νά προκαλέ-σωσιν άμέριστον τήν προσοχήν της».«”Αν δέ έτερόδοξοί τινες ’Εκκλησίας όρμώμεναι έξ άγαν στενών αντιλήψεων, αντικειμένων πρός τό γνήσιον Χριστιανι­κόν πνεύμα, ήλθον εις ρήξιν πρός τόν Μασσωνισμόν καί έκήρυξαν τόν πόλεμον κατ’ αυτού, τούτο είναι εύεξήγητον, διότι ούτος προήσπισε τήν έλευθερίαν τής έρεύνης καί έπολέμησε σφοδρώς καταπιεστικάς τής έλευθερίας τάσεις, ώς καί άναμίξεις τής ’Εκκλησίας καί τών ’Εκκλησιαστικών άρχόντων εις έργα ξένα τής αποστολής αυτής καί αύτών καί μάλιστα τάς κοσμοκρατορικάς τάσεις τών παπών».«Λόγω τής μασωνικής άρχής τής έλευθερίας τής έρεύνης καί τής σκέψεως κατεδιώχθη σφοδρώς ό Μασσωνισμός καί ύπό αύταρχικών πολιτειακών συστημάτων τών μάλλον άντιθέτων τάσεων, ήτοι τόσον τού σοβιετισμού, όσον καί τού φασισμού».«Ή ’Ορθόδοξος ’Εκκλησία, εύτυχώς, ουδέποτε διατρανώσασα τοιαύτας τάσεις, ούδένα έχει λόγον νά έλθη εις σύγκρουσιν πρός τόν Μασσωνισμόν, έφ’ όσον μάλιστα τά πλεΐστα τούλάχιστον τών μελών του είναι έν άδιαρρήκτω συνδέσμω πρός τήν μητέρα ’Εκκλησίαν, ής θέλουσι νά είναι πιστά τέκνα. Ή Εκκλησία, ήτις έχει ώς άποστολήν της νά καλή πρός έαυτήν τούς έξω αυτής εύρισκομένους, δέν θά ήτο όρθόν καί σκόπιμον νά άπωθή τών κόλπων της τούς θέλοντας νά είναι μέλη της καί θεωροϋντας αύτήν ώς θεοσύστατον ίδρυμα, άνεξαρτήτως τού ότι πάς χριστιανός μάλιστα δέ ό κλη­ρικός έχει εύρύτατον στάδιον πρό αυτού έπιτελέσεως θρησκευτικιών, ήθικών καί κοινωνικών καθηκόντων έντός τού έκκλησιαστικού πεδίου, ώστε νά μή παρίσταται άνάγκη, πρός έπιτέλεσιν αύτών, νά θέτη έαυτόν είς ύπηρεσίαν άλλων όργανισμών, τοσούτω μάλλον καθόσον τάς ήθικάς καί κοινωνικάς άρχάς του Μασσωνισμού διεκήρυξε πολύ πρό αύτού καί εν τη έννοια τού άπολύτου ό Χρστιανισμός». «Φρονούμεν έπίσης ότι ή Εκκλησία δέον νά απαγόρευση τάς έν τοίς ιδίοις αυτής καθιδρύμασι μασωνικάς έκδηλώσεις, καί δή ού μόνον έν τοΐς ναοϊς, άλλα καί έν τοΐς νεκροταφείοις πρό του πέρατος της έκκλησιαστικής κηδείας καί πρό τής άποχωρήσεως των έκκλησιαστικών λειτουργών άφού μάλιστα καί αυτός ό Γενικός Κανονισμός του Τεκτονισμού έν άρθρω 220 καθορίζει ότι «μετά τόν ένταφιασμόν καί τήν άναχώρησιν πάντων των συνοδευόντων τήν έκφοράν δύνανται τά μέλη τής Στοάς, μετά προηγουμένην άδειαν τής Μεγάλης ’Ανατολής, νά σχηματίσωσι πέριξ του τάφου τήν ένωτικήν άλυσον καί νά άνακοινώσωσι τό έξαμηνιαΐον σύνθημα».«Ή θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου καταλήξασα είς τά πορίσμοττα ταϋτα θεωρεί καθήκον της νά διατύπωση αύτά πρός τήν Ίεράν Σύνοδον. Εφόσον όμως ή Ιερά Σύνοδος, έπί τη βάσει στοιχείων, άτινα ήμεΐς δέν έχομεν ύπ’ όψει, ήθελε πεισθή καί άποφανθή ότι ό Μασσωνισμός είναι όργανισμός άντιχριστιανικός, τότε άναντιρρήτως, συνεπής πρός έαυτήν, δέν δύναται νά θεωρή τά μέλη τής Μασσωνίας άμα ώς Χριστια­νούς, καί έν τοιαύτη περιπτώσει όφείλει νά άποκηρύξη αύτά έκ των κόλπων της, ότε οΰ μόνον δέν είναι δυνατόν νά έχη Μασόνους έν τή ύπηρεσία της λειτουργούς, συνεργάτας, ύπαλλήλους, έπιτρόπους ναών κλπ., άλλά δέον νά άρνηθή είς αύτούς οΰ μόνον είς τούς άπλοϋς ίδιώτας, άλλά καί είς αύτούς, τούς έν άρχαΐς καί έξουσίαις, τό δικαίωμα τής συμ­μετοχής αύτών είς τά θεΐα μυστήρια καί τάς ίεράς τελετάς αύτης».

Τήν έκθέσιν ύπογράφουσιν εξ καθηγηταί, ήτοι : Άμίλκας Άλιβιζάτος, Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, Κωνσταντίνος Δυοβουνιώτης, Δημήτριος Μπαλάνος, Γεώργιος Σωτηρίου καί Βασίλειος Στεφανίδης, έξ ών ούδείς έπιζή.

 Επακολουθεί ή έκθεσις του μειοψηφήσαντος καθηγητού καί άκαδημαΐκοϋ κ. Παναγιώτη Μπρατσιώτου έχουσα ώς έπεται :

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗΣ

 

 

β) Γνωμάτευσή του μειοψηφήσαντος καθηγητού Π. Μπρατσιώτου (42)

 

Πρός την τήν Ι. Σύνοδον τής Εκκλησίας τής 'Ελλάδος.

«Τό πρό μηνών άποσταλέν ήμίν ύπό τής Δ. Ι. Συνόδου τής ’Εκκλησίας τής 'Ελλάδος Εγγραφον, δι΄ ού ζητείται ή περί τού χαρακτήρος τής Μασσωνίας έν τή σχέσει αύτής πρός τήν ’Ορθόδοξον ’Εκκλησίαν γνώμη τής έγκύρως τήν Επιστήμην τής Εκκλησίας ταύτης έκπροσωπούσης θεολογικής Σχολής θέτει Ενώπιον ήμών ζήτημα μεγίστης καί πολ­λαπλής σπουδαιό-τητος, όπερ πρέπει έν πάση έμβριθεία καί ψυχραιμία νά διονυχισθή υπό τής Σχολής, άλλά καί τά πορί­σματα τής έρεύνης ταύτης νά έκτεθώσι μετά τής προσηκούσης εις τοιοΰτον Επιστημονικόν σωματείον παρρησίας τε καί σαφηνείας, άνευ φόβου καί άνευ πάθους. Έπί τώ σκοπώ δέ τής εύρέσεως τής άληθείας έκρινα ώς καθήκόν μου, νά δια­τυπώσω ώδε καί έγγράφως τήν καί προφορικώς μετ’ έμπεριστατωμένην έξέτασιν τού ζητήματος έν προγενεστέρα συνε­δρία τής Σχολής διατυπωθεΐσαν γνώμην μου.

  1. Πρό παντός άλλου καί δή πριν ή είσέλθω εις τήν έξέτασιν της ούσίας τής Μασσωνίας, όφείλω νά απαντήσω είς τήν ύπό τινών συναδέλφων προφορικώς ύποστηριχθεΐσαν ένστασιν κατά του δυνατού τής έπιστημονικής έξετάσεως ζητήμα-τος καλυπτομένου υπό τού πέπλου τού μυστηρίου. Έπί τού ζη­τήματος τούτου ή άκράδαντος έπιστημονική μου πεποίθησις είναι ή έξής. "Οτι ή Μασσωνία φέρει μυστηριώδη χαρακτή­ρα, όστις άποτελεΐ ουσιώδες γνώρισμα αυτής, ύπ’ ούδενός δύναται βασίμως νά διαμφισβητηθή. Οίαδήποτε δέ έξώδικος περί τού έναντίου διαβεβαίωσις είναι άναξία προσοχής, έφ’ όσον άντίκειται είς αύτά τά επίσημα κείμενα τής Μασσωνίας. Ούτω έν τή νεωτάτη έκδόσει τού Συντάγματος τής Μεγάλης ’Ανατολής τής Ελλάδος (1930) λέγεται ρητώς' «Παν ό,τι λέγεται ή πράττεται έν ταΐς στοαΐς τηρείται απολύτως μυστι­κόν καί άπαραβίαστον» (άρθρ. 4 πρβ, καί άρθρ. 14 καί 15). Έν δέ τώ 14ω άρθρω είναι άξια προσοχής ή δήλωσις, ότι οί έλευθερο-τέκτονες καί μετά τήν αποπομπήν αύτών έκ τού τά­γματος «διατηροϋσι πάντοτε τόν τεκτονικόν χαρακτήρα άνεξίτηλον καί μετ’ αύτού τήν ύποχρέωσιν τής μυστικότητος καί ύπέχουσιν εύθύνας διά τάς έπιβλαβεΐς είς τό Τάγμα πράξεις». Πώς άλλως τε θά ήδύνατό τις νά ύποστηρίξη, ότι μυστικά δέν ΰπάρχουσιν έν τή Μασσωνία, έφ’ όσον ένταΰθα γίνεται λόγος πρός τοΐς άλλοις καί περί μυήσεως είς διαφόρους τεκτονικούς βαθμούς καί περί βαθμιαίας άποκαλύψεως τών τεκτονικών αληθειών καί έφ’ όσον διά αύτό τούτο χαρακτηρίζεται ή Μασσωνία ώς «μυσταγωγικόν σύστημα»; (43). Παρά πάντα δ’ όμως ταΰτα ύπάρχουσι τοσαΰτα δεδομένα έφ’ ών δύναται νά στηριχθή σαφής καί άπερίφραστος έπιστημονική γνώμη, όσα δέν ύπάρχουσι διά τούς τών παλαιών μύστηριακών θρη­σκειών έρευνητάς, άνδρας οΐοι ό Cumont, ό Reitzestein, Loisy κ. ά. τών σχετικών συγγραμμάτων τών όποίων ούδείς διενοήθη νά άμφισβητήση τήν έπιστημονικότητα.

Τά δεδο­μένα δέ ταυτα, έφ’ ών έστηρίχθη άμέσως καί ή ίδική μου έρευνα είναι:    

  α') τό Σύνταγμα τής Γαληνοτάτης Μεγάλης ’Ανατολής (1898 καί νεώτερη έκδοσις 1930),                                                             β') τα τυπικά των συμβολικών βαθμών (1924)                                                                                                                      

  γ') τά τυπικά τών τεκτονικών λειτουργιών καί τελετών (1891),                                                                                                  

  δ') ή Μεγ. ’Ανατολή τής 'Ελλάδος. Γενικοί κανονισμοί (έν Άθήναις 1895) καί                                                                   

 ε') τά ειδικά συγγράμματα έπιφανών μασσώνων, άλλοδαπών τε καί ήμετέρων, καί ειδικά μασσωνικά περιοδικά, πρό παντός δέ ό «Πυθαγόρας-Γνώμων», όστις έν τή προμετωπίδι αύτού αυτοτιτλοφορεΐται ώς «έπίσημον όργανον του Yπάτου συμβου­λίου τού 33° καί τής Μεγάλης ’Ανατολής τής Ελλάδος».

  2. «Επίσης, πριν ή είσέλθω είς τήν έξέτασιν τής ουσίας τής Μασσωνίας, είναι άνάγκη νά διευκρινήσω τήν έκάστοτε προβαλλομένην διαφοράν μεταξύ τού έν Έλλάδι έπικρατούντος σκωτικοΰ καί τού γαλλικού λεγομένου δόγματος. Πέποιθα λοιπόν, ότι δέν πρόκειται περί ούσιώδους μεταξύ άμφοτέρων τών δογμάτων τούτων διαφοράς. Ή θεμελιώδης τεκτονική άρχή, «τό ύψιστον δόγμα», έξ οΰ αΰτη χαρακτηρίζεται ώς «έλεύθερος τεκτονισμός», οί δέ θιασώται αύτής ώς «έλεύθεροι τέκτονες» είναι ή άρχή «τής έλευθερίας τής σκέψεως»(44). Ή δέ άθεΐα τού γαλλικοΰ δόγματος οΰδέν άλλο είναι ή άκρα έκφανσις τής θεμελιωδεστάτης ταύτης μασσωνικής αρχής. Πάντως ή μεταξύ τών δυο τούτων δογμάτων, τού σκωτικοΰ καί τού γαλλικού διάφορά είναι μικροτέρα τής παρατηρουμένης μεταξύ τών έπιμέρους χριστιανικών δο­γμάτων καί τά τείχη τά χωρίζοντα τήν σκωτικήν άπό τής γαλλικής Μασσωνίας πολύ χαμηλότερα τών χωριζόντων τάς τρεις μεγάλας χριστιανικός ’Εκκλησίας, μεταξύ τών όποίων δέν ύπάρχει μυστηριακή έπικοινωνία, οΐα ύπάρχει μεταξύ τών διαφόρων μασσωνικών δογμάτων. Τούτο δέ τεκμηριοΰται καί έκ τού ότι τό έν Άθήναις ύπατον Συμβούλιον τής Μεγ. ’Ανατολής σκοπόν προτίθεται τήν έξυπηρέτησιν τής έπικοινωνίας μεταξύ τών διαφόρων τεκτονικών δογμάτων, ών τούς όπαδούς θεωρεί πάντας ώς «άδελφούς». Πρβλ. άρθρον 10 τού Συντάγματος τής Μ. ’Ανατολής της Ελλάδος έκδ. 1898 καί 9 άρθρον τού νεωτάτου Συντάγματος, ένθα άναγινώσκομεν τά έξης" -

 «Ή Μ. 'Ανατολή της Ελλάδος αναγνωρίζει καί παραδέχεται τάς διεθνείς τεκτονικός συμβάσεις έν ταΐς σχέσεσιν αυτής πρός τάς άπανταχοϋ τού κόσμου τεκτονικός άρχάς καί άναγνωρίζει πάντας τούς έλευθεροτέκτονας... οίουδήποτε δόγματος, τούς ύπαγομένους είς τά μεγάλα κέντρα τής οικουμένης τά προσηκόντως όπ’ αυτής άνεγνωρισμένα». Προ παντός δ’ όμως συνάγεται ή έλλειψις ουσιώδους μετα­ξύ των τεκτονικών τούτων δογμάτων διαφοράς έκ τής έσχάτως συγκροτηθείσης Διεθνούς Τεκτονικής Ένώσεως (Asso­ciation Masonique Internationale), είς ήν συμμετέχουσιν αδι­ακρίτως στοαί τού τε γαλλικού καί τού σκωτικοΰ δόγματος (έν αίς καί ή Μεγ. ’Ανατολή τής Ελλάδος ώς «πρωθιδρύτρια τεκτονική δύναμις» μετέχουσα καί τής διοικήσεως αύτής έν τω έκτελεστικώ συμβουλίω) καί ήτις "Ενωσις κατέληξεν είς συμφωνίαν, ότι «ή Α. Μ. Ι. δέν άπαιτεΐ παρά πάντων των όπαδών αύτής τήν είς τά καταστατικά αυτών έγγραφήν τού τύπου τού Μεγάλου Άρχιτέ- κτονος τού Σύμπαντος(45). ’Άρα είναι προφανής καί Αναμφισβήτητος έντεϋθεν η Ισοπέδωσις τών τεκτονικών δογμάτων».

   3. «"Οσον δ’ αφορά έπειτα είς τήν ο ύ σ ί α ν τής Μασσωνίας τού σκωτικοΰ δόγματος, ή έκ τής μελέτης τών πραγμά­των μορφωθεΐσα γνώμη μου είναι, ότι αυτή δέν τυγχάνει οϊκοθεν κοινός κοινωνικός ή Ανθρωπιστικός σύλλογος, Αλλ’ εί­ναι έταιρία φέρουσα θρησκευτικόν χαρακτήρα, αυτό τούτο θρησκεία ή λατρεία καί δή θρησκεία ή λατρεία μύστηριακή (Mysterienkult), υπομιμνήσκουσα τάς παλαιάς έθνικάς μυστηριακάς θρησκείας ή λατρείας, άφ’ ών κατάγεται καί ών συνέχειαν καί αναβίωσιν αποτελεί, ώς συνάγεται ασφαλώς έκ τε τών έκδεδομένων τυπικών αυτής καί έκ τών όμολογιών πολλών έπισήμων έκπροσώπων αύτής. Άκριβέστερον δ’ είπεΐν θα έπρεπε νά χαρακτηρισθή ή Μασσωνία ώς μυστικός τις θρησκευτικός «θίασος», ύπομιμνήσκων τούς έν στενωτάτη σχέσει πρός τάς μύστηριακάς θρησκείας διατελουντας παλαι-ούς μυστηριακούς «θιάσους» (46). Πρός πιστοποίησιν της στενής συγγένειας τής Μασσωνίας πρός τάς παλαιάς μυστηρια-κάς θρησκείας άρχόμεθα άπό των όμολογιών έπιφανών τεκτόνων, ϊνα καταλήξωμεν είς αυτά τα έπίσημα τεκτονικά κείμενα. ‘Ίνα παραλίπωμεν τα εσχάτως μεταφρασθέντα είς τήν έλληνικήν έργα του Leadbeater «τά άρχαΐα μυστήρια καί ό τεκ­το-νισμός» καί « ή Κεκρυμμένη ζωή έν τω Τεκτονισμώ »► κατά μετάφρασιν Π. A. Α. έπιμελεία Ν. Καρβούνη, Άθήναι 1927 καί 1929 δι’ ών άποδεικνύεται τρανώς ή πρός τά άρχαΐα μυ­στήρια στενή σχέσις τού τεκτονισμοί), παραπέμπομεν είς τάς γνώμας έγκριτων Ελλήνων τεκτόνων, οίοι οί κ. κ. Μ. Μιχαηλίδης, σεβάσμιος τής στοάς «’Iωνίας»(47), Γ. Σώκος σε­βάσμιος τής στοάς «Άδελφοποιήσεως» (48), I. Βασιλής πρό­εδρος τού τεκτονικού ομίλου έκδρομών (49) κλπ. Μνημονεύομεν δε ιδία των έξής χαρακτηριστικών λόγων τού τέκτονος καθηγητού έν τω Πανεπιστημίω κ. ’Αδαμάντιου. «Ή γένεσις τού τάγματος ήμών μέ τό ύψηλόν μυστήριον καί τά πολυσή­μαντα σύμβολα, τά όποια περιβάλλουν αύτό, έχει βεβαίως έπιφανεστάτας τάς ρίζας, διότι συνδέεται μέ τάς παναρχαίας μυστικάς λατρείας τής άναγεννήσεως τής φύσεως κατά τό έαρ... "Εχει τήν άρχήν  είς τάς συμβολικάς παραδόσεις των ήλιακών θεών, τού Διονύσου, τού Όρφέως... "Εχει τήν γένεσιν είς τάς εύγενεΐς έκείνας έλληνιστικάς θεότητας τής "Ισιδος, τού Σεράπιδος τού Μίθρα...»(50). Καί έν τω Πυθα­γόρα δέ τού 1928 σελ. 376 ονομολο-γείται ρητώς, ότι «ό νεότερος φιλοσοφικός τεκτονισμός είναι φυσικόν νά θεωρήται κατ’ ευθείαν διάδοχος τών άρχαίων μυστηρίων τών μυ­στικών έταιριών». Μή δέ ίσχυρισθή τις, ότι αί ούτως άξιωματικώς καί δή ύπό ίεροφαντών τού έλληνικού τεκτονισμού διατυπούμεναι ομολογίαι αύται άπλώς διερμηνεύουσιν άτομικάς γνώμας καί ουχί τήν κοινήν τεκτονικήν συνείδησιν.

Αλλ έάν μή πιστεύση τις είς τάς περί τού χαρακτήρος τής Μασσωνίας μαρτυρίας των έπισήμων τεκτόνων, αΐτινες άλ­λως τε συμφωνοΰσι πλήρως πρός τα έπίσημα τεκτονικά κεί­μενα, εις τίνας άλλους θά πρέπη νά πιστεύση; Καί πώς νά μή δώση τις προσοχήν είς τάς άποφάνσεις έπισήμων τεκτό­νων, προκειμένου μάλιστα περί ούτω σπουδαίων ζητημάτων, όταν έν άρ-θρω 37 τού ίσχύοντος Συντάγματος άναγινώσκωμεν, ότι «ό Ρήτωρ, ύπεύθυνος διά τάς δοξασίας τής Στοάς, δέν έπιτρέπει τήν έκφώνησιν λόγων, έάν μή πρώτον ύποβληθώσιν είς αύτόν και τΰχωσιν τής έγκρίσεως αυτού τε καί τού Σεβασμίου»;

   4. « Αλλά συνεπίκουροι τών οίονεί έξωτερικών τούτων μαρ­τύρων έρχονται σαφέστατοι εσωτερικαί μαρτυρίαι έξ αύτών των προσιτών ήμΐν τεκτονικών κειμένων.

Ούτως έν τώ Τυπικώ τής μυήσεως τού τρίτου βαθμού έμφανίζεται ό Σεβάσμιος λέγων- «δέν δύνασθε νά άμφιβάλλετε, άδελφέ μου, περί τής άρχαίας καταγωγής της Μασσωνίας καί περί τής συμμορφώσεως αυτής πρός την μιθραϊκήν καί αιγυπτιακήν μύησιν, ήτις άπεδείχθη ήδη καί είς τούς δύο πρώτους βαθμούς» (51). ’Έπειτα δέ, ώς έν ταΐς παλαιαΐς μυστηριακαΐς θρησκείαις έπανελαμβάνετο τό μυστηριώδες δρά­μα τών άγώνων καί τού θανάτου τού μύστηριακού θεού, διά δέ της τοιαύτης μιμικής έπαναλήψεως τού δράματος ό μυούμενος συναπέθνησκε μετά τού προστάτου θεοΰ τής μυστηριακής θρησκείας, οϋτω καί έν τή μυήσει τού Γ' τεκτονικοΰ βαθμοΰ γίνεται μιμική άναπαράστασις τού θανάτου καί τής άναστάσεως τού πάτρωνος τής Μασσωνίας, τού Χιράμ. Έν δέ τοΐς «Τυπικοΐς τών τεκτονικών λειτουργιών» άναγινώ- σκομεν, ότι αί λεγόμεναι τεκτονικαί «άγάπαι» δέν πρέπει νά θεωρηθώσιν ώς άπλά γεύματα, άλλ’ ώς τελεταί άπόκρυφοι ώς πρός τούς τύπους καί φιλοσοφικοί ώς πρός τάς άρχάς αύτών» καί εύθύς κατωτέρω «ή άρχαία σοφία δέν ήθελε καθιδρύσει τοιαύτας εύωχίας πρός άπλήν τέρψιν, αν αί άγάπαι αΰται δέν συνεπλήρουν διά τών Ιδιαιτέρων τύπων των τήν μεγάλην άλληγορίαν καί τόν συμβολισμόν, ών τήν έξέλιξιν διδάσκουσιν αί μυήσεις κλπ.».

Έν υποσημειώσει δε της σελ. 8 των αυτών Τυπικών άναγινώσκομεν, ότι κατά τά αρ­χαιότερα τυπικά αί ύποχρεωτικαί προπόσεις έν ταΐς άγάπαις ταύταις ήσαν έπτά καί «συνεβόλιζον τάς έν τοΐς άρχαίοις Μυστηρίοις σπονδάς εις τούς τότε γνωστούς έπτά πλανήτας». Έν δε τώ «Τυπικώ τού μνημοσύνου» (52) ό α Επό­πτης λέγει « αύτη είναι ή ώρα, κατά τήν όποιαν τό πυκνότερον σκότος έξαπλώνει τον πένθιμον αύτού πέπλον έπί της φύσεως άναμενούσης τήν έπάνοδον τού άστρου, τό όποίον μέλλει καί πάλιν νά ζωογονήση αύτήν». Ταύτα όζουσι φυσιολατρείας ύπομιμνησκούσης τάς παλαιάς μυστηριακάς θρη­σκείας, ώς καί τό γεγονός τού υπό τού Τάγματος έορτασμοΰ τών δύο ήλιοστασίων, 27 Δεκεμβρίου καί 24 ’Ιουνίου, ότε τε­λούνται υποχρεωτικά συμπόσια, δι’ ών « ό τεκτονισμός πιστός θαυμαστής τών μεγάλων τής φύσεως μυστηρίων προσκαλεί τούς οπαδούς του εις κοινήν εύωχίαν » (52). Έν δέ τή «έπικλήσει» της σελ. 66 τών αύτών τυπικών, ό Μέγας Άρχιτέκτων χαρακτηρίζεται ώς «ιερόν πΰρ γονιμοποιούν πάν τό ύπάρχον» καί ώς «δημιουργός τών άπειρων καί άενάων μεταμορ­φώσεων. Καθ’ όλου δέ είπεΐν έν τή Μασσωνία, ώσπερ καί έν τοΐς έθνικοΐς μυστηρίοις, ή τάσις πρός άπολύτρωσιν καί ήθικήν τελειοποίησιν («άναγέννησιν») θεραπεύεται κυρίως διά της μέσω διαφόρων έντυπωτικών τελετών διεγέρσεως τού συναισθήματος τών μυουμένων άφιεμένων έλευθέρων, όπως διά τής αλληγορίας τών έν τοΐς μυστηρίοις δρωμένων καί λε­γομένων συνάγωσι δι’ έαυτούς την έκ των τελετών τούτων διδασκαλίαν. "Η, ώς άναγινώσκομεν έν άρθρω 4 τού Συντά­γματος τής Μ. ’Ανατολής τής Ελλάδος, «οί έλευθεροτέκτονες ύποδηλοΰσι καί διεικονίζουσι τάς θεμελιώδεις άρχάς τού τάγματος διά συμβόλων καί μεταφορικών παραστάσεων, ών ή φιλοσοφική έρμηνεία αποκαλύπτεται αύτοΐς διαδοχικώς διά τής μυήσεως εις τούς τρεις τεκτονικούς βαθμούς (54). 

   5. «Άλλά καί ή όρολογία των μασσωνικών τυπικών υπεν­θυμίζει τήν όρολογίαν των μυστηριακών θρησκειών (μύησις, αμύητος, υιοθεσία, κάθαρσις, άναγέννησις, βέβηλος, κλπ.). Έπί πάσι δέ τούτοις, τό ότι ή Μασσωνία είναι μυστηριακή θρησκεία ή μύστηριακός θίασος τεκμαίρεταί τις καί έκ τής πρός τάς άλλας θρησκείας, συμπεριλαμβανομένου καί τού χριστιανισμού, άνοχής αυτής, ήτις ανοχή ύπενθυμίζει τήν λεγομένην «θεοξενίαν» τών παλαιών έθνικών μυστηρίων. "Ο,τι δηλαδή συνέβαινεν έν τοίς μυστηρίοις έκείνοις, ένθα, ως γνω­στόν, λόγω του συγκρητιστικοΰ αυτών χαρακτήρος έγίνοντο δεκτοί πρός μύησιν πάσης θρησκείας θιασώται, εν δέ καί τό αύτό πρόσωπον ήδύνατο να είναι ακόμη καί ίερεύς π. χ. τής τε "Ισιδος καί τού Μίθρα, τούτο ακριβώς παρατηρεΐται καί έν τή Μασσωνία. 'Ότι δέ πρόκειται περί θρησκείας, τεκμηριοΰται έκ τού γεγονότος ότι ένταΰθα, έπί τή βάσει αυτών τών έπισήμων έλληνικών τεκτονικών κειμένων, ά έχω εις χεΐράς μου, άνευρίσκομεν πάντα τά ουσιώδη γνωρίσματα τής θρησκείας ( τουλάχιστον θρησκείας μυστηριακής ), τούτέστι τήν τάσιν πρός άπολύτρωσιν καί ηθικήν τελειοποίησιν, έκλαμβανομένην ώς «άναγέννησιν», ώρισμένον ναόν μετά βωμοΰ, ιδίαν, ώς φαίνεται, Βίβλον («τό βιβλίον τής σοφίας»), έφ’ ής όμνύουσι (55), ώρισμένας θρησκευτικός τελετάς καί δη καί ώρισμένα μυστήρια παρεμφερή πρός τά θεμελιώδη χρι­στιανικά, ώρισμένον τελετουργικόν τύπον, ώρισμένην όρολο­γίαν (εύχή, έπίκλησις, υιοθεσία, θυμιατήριον, θυμίαμα, λει­τουργία, άνάδοχος, άρραβώνες, άγάπαι κλπ.), ώρισμένην ιεραρχίαν, ώρισ-μένην πειθαρχίαν, ώρισμένην ηθικήν, τήν λεγομένην «φυσικήν» ή φιλοσοφικήν ήθικήν, έν δέ τώ σκωτικώ τεκτονισμώ καί ώρισμένην πίστιν, τήν της φυσικής λεγομένης θρησκείας (πίστιν εις ένα θεόν καί αθανασίαν τής ψυ­χής).

Τον θρησκευτικόν χαρακτήρα τής Μασσωνίας άναγνωρίζουσι καί πάντες οί άμερόληπτοι έρευνηταί τής Μασ­σωνίας. Ώς πρόσφατον δέ παράδειγμα άναφέρω τον Horneffer, όστις έν τή νεωτάτη έκδόσει τής φιλελευθέρας προτεσταντικής θεολογικής έγκυκλοπαιδείας Religion in Geschichte Gegenwart ( 56) διαπιστοϊ, ότι αί τεκτονικαί συναθροίσεις όμοιάζουσι μάλλον προς λατρείαν θρησκευτικής κοινότητος ή προς κοινάς συλλογικάς συναθροίσεις (προσευχή, μουσική, τελε­τουρ- γικαί αμφιέσεις, παραινετικοί λόγοι καί μάλιστα διά­φοροι τελεταί έν αίς καί τά κοινά συμπόσια αί λεγόμεναι «άγάπαι») ».

   6. «’Αλλά τί χρείαν έχομεν εξωτερικών μαρτύρων, όταν βοώσιν αυτά τά έπίσημα τεκτονικά κείμενα, των όποιων προσε­κτική ή έστω καί έπιπολαία άνάγνωσις πείθει, ότι πρόκειται οΰχί άπλώς περί θρησκείας, άλλά περί ύπερθρησκείας, πε­ρί θρησκείας θεωρούσης έαυτήν ως άνωτέραν πάσης άλλης θρησκείας καί ώς απαραίτητον πρός σωτηρίαν, περί θρησκεί­ας, ής θεμελιώδες δόγμα είναι «ό έν τη καρδία καί τοΐς έργοις τής δημιουργίας έγγεγραμμένος νόμος τής άληθείας, τής προόδου καί τής άγάπης (57). Τό ότι δέ πρόκειται περί τοιαύτης ύπερθρησκείας διαπιστούται μάλιστα έκ τής άναγνώσεως τού «τυπικοΰ τής υιοθεσίας Λυκιδέως», καί τού «τυ­πικού τής συζυγικής άναγνωρίσεως», άτινα άποκαλύπτουσι καί τάς προσηλυτιστικός τάσεις τής Μασσωνίας. Ούτως έν τή «ευχή», ήν απαγγέλλει ό Σεβάσμιος έπί τή υιοθεσία Λυκιδέως καυχάται, ότι εις τούς «τέκτονας έδόθη η χάρις νά κατανοήσωσι τόν έξοχον νόμον τής προόδου καί τής αγά­πης» (58). Περαιτέρω δέ (σελ. 25) συνεχιζομένης τής ευχής ταύτης άκούομεν παρά τού Σεβασμίου: «εύλόγησον τά προϊ­όντα τής γής, άτινα ή άγαθότης σου δωρεΐται ήμΐν (59). Δός αΰτοΐς ίσχΰν νά έγχαράξωσιν εις τήν καρδίαν τού Λυκιδέως άνεξίτηλον άνάμνησιν διαφωτίζουσαν αυτόν έν ώριμωτέρα ήλικία, καθιστώσαν αυτόν πιστόν ές αεί πρός τους όρους τής υιοθεσίας αύτού... Δέξου εύμενώς τάς εύχάς ήμών καί έμπνευσον ήμάς». Έν δέ σελ. 26 λέγει ό ’Επόπτης «Άδ... Α' Έπ.. οί Άδ.. ήμών...όδηγοΰντες τόν υιόν του αδελφού ή­μών... καί ζητούντες δι’ αύτόν τήν προστασίαν τής στοάς». Μεθ’ ο ό Α' Επόπτης λέγει «Άδ.. ο υιός ένός των αδελφών ήμών πλανάται εις τόν βέβηλον κόσμον, ένώ τά συγκρουόμενα περί αύτόν πάθη άπειλοΰσι νά τόν σύρωσιν εις τήν ά­βυσσον τού κακοΰ, ένθα τόσοι άλλοι αμύητοι άπωλέσθησαν». Δύο τών άδ... ήμών έμπνεόμενοι ύπό τού πνεύματος τού α­γαθού ώδήγησαν αύτόν μέχρι τής θύρας καί ζητούσιν δι’ αύτόν προστασίαν». Έν δέ σελ. 27 λέγει ο Ρήτωρ «μυήσωμεν αύτόν εις τόν πνευματικόν βίον ό καλύπτων τούς οφθαλ­μούς αύτού πέπλος άς άφαιρεθή. Έξαγνισθήτω ή καρδία αύτού...Έμπνευσθήτω πνεύμα ισχύος αρετής καί αδελφότητος, ή δέ υιοθεσία άς άνοιξη αύτώ τήν οδόν τής εύτυχίας». Ό δέ Σεβάσμιος άπαντά, «γενέσθω». ( δηλ. άμήν ). Έν σελ. πάλιν 28 έρωτα ο Σεβ. «Φίλοι τού τέκνου τούτου, υίοΰ Άδ... ήμών ζητούμεν δι’ αύτό φώς, προστασίαν καί έξάγνισιν διά τής υιοθεσίας». Μετά δέ τήν άφαίρεσιν τού καλύπτοντος τόν Λυκιδέα λευκοΰ πέπλου (πρβ. Μυστήρια ’Ίσιδος κλπ.) συμβολίζοντος «τόν υλικόν πέπλον, διά τού όποιου ό βέβηλος κό­σμος περιβάλλει αύτόν», λέγει ό Σεβ. (σελ. 29) «Άδ. συγχαρώμεν άλλήλοις. Πράξις άρίστη τώ Μ.Α. Τ. Σ. έπετελέσθη... Αί πύλαι τού ναοΰ ήμών ήνεώχθησαν προ τού τέκνου τούτου, ό δέ θόρυβος τού βεβ. κόσμου καί ο σάλος τών έπιθυμιών δέν φθάνουσιν ήδη μέχρις αύτού, άτε μή δυνάμενοι νά ύπερπηδώσι τόν ούδόν τού ένδιαιτήματος τούτου τής Σοφίας». Ειτα συνεχίζεται τό κήρυγμα εις θρησκευτικόν τόνον. Έκ διαφόρων δέ λόγων άπαγγελλομένων κατά τήν τελετήν ταύτην πειθόμεθα, ότι ό Λυκιδεύς διά τής τελετής ταύτης τίθε­ται ύπό τήν προστασίαν καί τάς όδηγίας τού τεκτονισμοΰ. Ιδιαιτέρας προσοχής άξιον τυγχάνει εν τή τελετή ταύτη καί τό ότι ό Σεβ. θίγων τούς όφθαλμούς καί τά ώτα τού λυκιδέως λέγει «όξυνθήτω ή δρασίς σου», «άνοιγέτωσαν τά ώτά σου κλπ.». Δίδων δέ εις αύτόν οίνον λέγει: «Ό οίνος οΰτος, σύμβολον δυνάμεως, άς δωρήση εις τήν ψυχήν σου τό θάρρος... Καί άς σοι έμπνεύση τόν διακαή καί έμμονον ζή­λον τού άγαθοΰ καί τήν σοφίαν τού Μεγ. ήμών διδασκάλου Σολομώντος». Θα ήτo άράγε πολύ τολμηρόν, άν έν τοιούτοις λόγοις, οίοι είναι καί οί ανωτέρω μνημονευθέντες «Δός αύτοΐς ίσχύν νά έγχαράξωσιν εις τήν καρδίαν τού Λυκιδέως τήν άνεξίτηλον άνάμνησιν διαφωτίζουσαν αύτόν κλπ.» ήθελε τις άνεύρη αναλογίαν τινά πρός τα χριστιανικά μυστήρια;

Δέν εύρισκόμεθα άρά γε ένταΰθα πρό είδους μεταδόσεως τής θείας χάριτος υπό αισθητά σημεία;».

   7. «Έρχόμεθα εις τήν τελετήν τής συζυγικής άναγνωρίσεως.

Έν σελ. 42 των μνημονευθέντων τυπικών γίνεται λόγος έν πρώτοις καί περί «δύο αρραβώνων». Έν σελ. έπειτα 44 λέγει ό Σεβ. ότι «ό τεκτονικός γάμος είναι ή άναγέννησις τής γυναικός». Έν σελ. 45 καί έξ. περιέχεται ευχή χαρακτηριζομένη ώς «έπίκλησις», ένθα πρός τοΐς άλλοις ό Σεβ. ζητεί παρά τού Μ. Άρχιτέκτονος όπως καταπέμψη μίαν άκτΐνα τής άπει­ρου διανοίας του «ΐνα τά παραγγέλματα καί αί εΰχαί ήμών ώσιν έκφρασις τής ύψίστης θελήσεώς σου». ’Άρα αί εύχαί καί τά παραγγέλματα ταϋτα, άτινα άλλως τε είναι καί στε­ρεότυπα, λογίζονται μονονουχί ώς θεόπνευστα. Έν σελ. 47 λέγει ό σύζυγος «Σεβ. Διδ. μετά τήν τέλεσιν τού γάμου ή­μών συμφώνως πρός τούς νόμους (τίνας νόμους;) θά λογιζώμεθα ευτυχείς δεχόμενοι ωσαύτως τήν τεκτ. καθιέρωσιν τής ένώσεως ήμών κλπ.». Ό δέ Σεβ. άπαντα «Καλώς ήλθα­τε... Δέν αγνοείτε ποσώς, ότι ή ένωσις ήμών είναι πράξις θρησκευτική συγχρόνως καί κοινωνική, δθεν έντείνατε τήν προσοχήν ύμών εις τάς άδ... ήμών παροτρύνσεις κλπ.». Έν σελ. 52 συνεχίζει ό αύτός' «'Οσάκις ό γάμος είναι έν άρμονία προς τάς τεκτονικάς άρχάς, δύναται νά μεταβάλη τόν κό­σμον... "Οπως όμως, ό συζυγικός δεσμός άποδώση όλόκληρον τό ύπό τής κοινωνίας άναμενόμενον άγαθόν είναι έπάναγκες, όπως ή γυνή λάβη οΐαν ήθικήν παίδευσιν άποκτα ό αληθής τέκτων διδασκόμενος καί άσκών τήν άρετήν. Είναι άναγκαΐον όπως ή σύζυγος έπί τινά χρόνον φωτισθή ύπό τού φωτός έκείνου, δι’ οΰ δύναταί τις νά διακρίνη τό άληθές έκ τού ψευδοΰς, τήν αλήθειαν έκ τής πλάνης. Τό φώς δέ τούτο (δηλ. τό τεκτονικόν) διαλύει τά σκότη τών προλήψεων ( τίνων προλήψεων; ) καταδεικνύει ματαίους τούς προτέρους φόβους ( τίνας φόβους; )

καί αντικαθιστά τάς έσφαλμένας, ψευ­δείς ή άνοήτους δοξασίας διά γνησίων, ορθών, άλαθήτων καί εύληπτων εις τήν διάνοιαν καί τήν συνείδησιν, διά γνώσεων βασιζόμενων έπί τής φύσεως καί μεταβαλλουσών τό ανθρώ­πινον εις θείον».

Είναι πρόδηλον ότι πρόκειται περί τής ώς άλαθήτου θεωρούμενης φυσικής θρησκείας καί ήθικής. θά ήτο άρά γε ϋπερβολή, έάν τις διέβλεπεν ένταϋθα προσπάθει­αν πρός άντικατάστασιν των ύπερφυσικών χριστιανικών άληθειών διά τής φυσικής θρησκείας καί ήθικής;»(60).

  8. «Έκ τών δύο τούτων «λευκών» λεγομένων έορτών τής Μασσωνίας συνάγεται πρός τοϊς άλλοις, νομίζομεν, ότι ή Μασσωνία δέν στερείται ούδέ προσηλυτιστικών τάσεων, συμφώνως άλλως τε πρός τον προορισμόν, ον αύτή έχει τάξει εις αύτήν, ΐνα «έργάζηται ύπέρ τής πνευματικής καί ύλικής βελτιώσεως τής άνθρωπότητος» καί ΐνα βαθμηδόν όδηγήση τήν ανθρωπότητα εις τήν προσοικείωσιν τών ύψηλών αύτής αρχών, «έπεκτεινομένων έφ’ όλων τών μελών τής άνθρωπό­τητος τών άδελφικών δεσμών τών συνδεόντων τούς τέκτονας πρός άλλήλους άπανταχοϋ τής γής» ("Αρθρα 1 καί 12 τού Συντάγματος τής Μ. A. Τ. Σ.).

  9. «Τόν σαφή θρησκευτικόν χαρακτήρα τής Μασσωνίας καταγγέλλουσι έπίσης καί τά Τυπικά «Μνημοσύνου» καί «Εγ­καινίων τεκτονικού ναού». Έν σελ. 69 τών μνημονευθέντων τυπικών τεκτον. λειτουργιών κλπ. άναγινώσκομεν τά έξής προκειμένου περί τού τεκτονικού μνημοσύνου. «Ό Σεβ. ραν­τίζει τρις τό κενοτάφιον δι’ οίνου καί λέγει' ή δύναμις ήτις άνέβλυζε διά σοΰ έκ τού φυτικοΰ βασιλείου, άς σοί άποδοθή καί άς έπιστρέψη εις τήν πηγήν της ύλικής ζωής, δπως χρησιμεύση διά τάς σοφάς βουλάς τού Μ. Άρχιτ.». "Αξιόν προσοχής τυγχάνει, ότι δέν εύρίσκομεν ένταΰθα δέησιν περί άφέσεως των άμαρτιών ούτε τό συναίσθημα τής άμαρτίας, όπερ φαίνεται ον άγνωστον εις τόν τεκτονισμόν, τής τεκτο­νικής άπολυτρώσεως έγκειμένης κυρίως έν τή απαλλαγή άπό τής πλάνης, έπιτυγχανομένη διά των τεκτονικών μυστηρίων. ’Αντί συναισθήματος άμαρτίας άναγινώσκομεν έν σελ. 69 (Τυπικόν Μνημοσύνου) τούς έξής λόγους τού Σεβ. «Έστέ κεκα-θαρμένοι διά τού θανάτου. Είθε ή άνάμνησις των άδυναμιών ύμών ν’ άπολεσθή εις τά νάματα τού έλέου καί πρό τού τάφου, έντός τού όποίου άναπαύεσθε. "Ας άναμνησθώμεν των άρετών ύμών». Κατωτέρω δέ έν σελ. 70 λέγει ό αύτός «Είθε ο Μέγας Αρχιτέκτων νά δεχθή αύτάς (τάς ψυχάς) μετ’ εύμενείας καί ταΐς δώση τήν άμοιδήν τών δικαίων» (61).

  10. «Προκειμένου δέ περί τών έγκαινίων «τεκτονικού ναοΰ» άναγινώσκομεν έν σελ. 81 τών τυπικών, ότι « ο Σεβ. άτενίζων πρός τόν φωτοβόλον άστέρα λέγει. Μυστηριώδες καί θειον φώς, πυρ ιερόν, ψυχή τού Σύμπαντος, αίωνία άρχή τών κόσ­μων καί τών όντων, σεπτόν σύμβολον τού ύπερτάτου καί Με­γάλου Άρχιτέκτονος, φώτισον τάς διανοίας ήμών καί διάχυσον εις τάς ψυχάς ήμών τό ζωογόνον πυρ τού τεκτονι­σμού». 

Εν δέ σελ. 82 άνάπτων τό έπί τού βωμού τρίφωτον λέγει:

 «Είθε τά μυστηριώδη ταϋτα φώτα, νά φωτίσωσι τούς βέβηλους, οΐτινες θά είσέλθωσιν έντός του ναοϋ τούτου καί νά καταστήσωσιν αυτούς ικανούς, όπως κατανοήσωσι τό μεγαλεΐον καί τήν ιερότητα των ήμετέρων έργασιών» (62 ).

 11. «Έκ πάντων τούτων προκύπτει, νομίζομεν, σαφώς, ότι ή Μασσωνία δέν είναι απλώς είδος μυστηριακής θρησκείας συνεχι- ζούσης τά παλαιά εϊδωλολατρικά μυστήρια καί άπομιμουμένης τήν όρολογίαν καί τάς τελετάς αυτών τε καί τού Χριστιανισμού, άλλ' έπί πλέον είναι εΐδός τι ύπερθρησκείας ήτις λογιζομένη πάσας τάς άλλας θρησκείας, μηδ’ αυτού τού Χριστιανισμού έξαιρουμένου, ώς άνεπαρκεϊς πρός σωτηρίαν τού άνθρώπου, αύτοπροορίζεται νά σώση αυτή τήν άνθρωπότητα περιλαμβάνουσα αυτήν εις τούς κόλπους της ήρεμα καί κατά μικρόν. Τούτων δ’ ούτως έχόντων, κατα­νοεί τις ποιαν σημασίαν έχει ή έν τώ άρθρω 164 τών «Γενικών Κανονισμών» άπαγόρευσις πάσης έν ταΐς στοαΐς θρησκευ­τικής συζητήσεως κλπ. ’Αλλά τί χρειάζονται τοιαΰται θρη­σκευτικά! συζητήσεις, δταν έν ταΐς στοαΐς, δηλαδή έπί τού έδάφους τής ύπερθρησκείας, είναι έκ τών προτέρων έξισωμέναι πασαι αί θρησκείαι καί πάντες οί ίδρυταί τών θρησκειών, μη έξαιρουμένου μηδέ αυτού τού ’Ιησού, όστις θεωρείται καί αύτός ώς άπλοΰς «μύστης»; (63). ’Επίσης τί χρειάζονται θρησκευτικαί συζητήσεις, όταν είναι γνωστόν έκ τού 4ου άρ­θρου του τεκτονικού Συντάγματος, ότι « Οι έλευθεροτέκτονες ϋποδηλοΰσι καί διεικονίζουσι τάς θεμελιώδεις άρχάς του τάγματος διά συμβόλων καί μεταφορικών παραστάσεων, ών ή φιλοσοφική έρμηνεία αποκαλύπτεται αύτοΐς διαδοχικώς διά τής μυήσεως» καί όταν δέν πρόκειται διά θρησκευτι­κών συζητήσεων έν ταΐς στοαΐς τούτων νά άποδειχθή τις εί­ναι καλυτέρα θρησκεία, άφοΰ ώς τοιαύτη θεωρείται έν αυταΐς έκ τών προτέρων ό τεκτονισμός, έν δέ τώ «Πυθαγόρα-Γνώμονι», τώ έπισήμω τούτω όργάνω τού έλληνικοΰ τεκτο­νισμού διδάσκονται οί νέοι τέκτονες ότι «δέν πρέπει νά νομίζωσιν, ότι τό τεκτονικόν σύστημα, θέτον ώρισμένα δόγματα έν άρχή, δέν έχει καθωρισμένην έπ’ αυτών γνώμην, καί ότι έκαστος δύναται σύμφωνα μέ τάς ιδέας, άς κομίζει έκ τής κοινωνίας, νά δίδη αύτοΐς αύθαιρέτους έξηγήσεις». ’Επίσης ούδεμίαν σημασίαν έχει, κατόπιν τών άνωτέρω λεχθέντων, καί ή στάσις άνοχής, ήν άπέναντι τών άλλων θρησκειών καί τού Χριστιανισμού τηρεί ή Μασσωνία, τού σκωτικοΰ τούλάχιστον δόγματος, όθεν έξηγεΐται καί ή έκ μέρους Ελλήνων τεκτόνων διατήρησις στενωτέρου πως συνδέσμου πρός τήν ’Εκκλησίαν.

  12.« Άλλ’ άν ή θρησκεία αϋτη, λόγω τού συγκρητικοΰ αύτής χαρακτήρος καί κατά τό παράδειγμα τών παλαιών μυστηριακών θρησκειών, συμβιβάζεται, ώς είπομεν άνωτέρω, πρός πάσαν άλλην θρησκείαν καί άνέχεται αύτήν, άρα δέ καί τόν Χριστιανισμόν, τούτο δέν σημαίνει, ότι καί ό Χριστιανισμός, ώς έξ άποκαλύψεως καί δή ώς άπόλυτος, άρα δέ καί ώς άποκλειστική θρησκεία θεωρούμενος είναι δυνατόν νά συμβιβασθή πρός τήν Μασσωνίαν διά τούς έπομένους λόγους:

(α') Τυγχάνει αδτη άσυμβίβαστος πρός τήν χριστιανικήν άρχήν τής παρρησίας καί τής πρός τό φώς άγάπης («παν τό φανερούμενον φώς έστι») καί σκανδαλίζει εΰλόγως τάς χρι­στιανικός συνειδήσεις ή προτίμησις τής Μασσωνίας πρός τό σκότος καί τά κρύφια.

(β') Δέν συμβιβάζεται πρός τόν αυθεντικόν χαρακτήρα τής χριστιανικής έξ άποκαλύψεως πίστεως ή έν τή Μασσωνία θέσιν θεμελιωδεστάτου δόγματος έπέχουσα αρχή τής απεριορίστου έλευθερίας τής σκέψεως καί ή συναφής πρός ταύτην ύπερτίμησις τού όρθοΰ λόγου, ήτις έν τή Μασσωνία έξικνείται μέχρι λατρείας του όρθοΰ λόγου καί τού ανθρώ­που έν γένει. Ούτω πρός τοίς άλλοις καί έν τώ 11ω άρθρω τού συντάγματος τής Μ. ’Ανατολής τής Ελλάδος (64) αναγρά­φεται ότι «ό τεκτονισμός ούδέν όριον χαράσσει εις την άναζήτησιν τής άληθείας(65). Έν δέ τή μυήσει τού α' βαθμοΰ τίθεται τό έρώτημα- «άρκεΐ ή διάνοια δπως διακρίνης τό άληθές άπό του ψεύδους, τό κακόν άπό τού καλοΰ;». Καί δί­δεται ή άπάντησις «ναι, όταν διευθύνη αυτήν ήθική ύγιής». Καί έν τω Τυπικώ δέ τής «συζυγικής άναγνωρίσεως» βεβαιοΰται, ώς εΐπομεν άνωτέρω, ότι τό τεκτονικόν φως «αντικα­θιστά τάς έσφαλμένας, ψευδείς ή άνοήτους δοξασίας διά γνώ­σεων όρθών, άλαθήτων καί εύλήπτων διά την διάνοιαν καί τήν συνείδησιν, διά γνώσεων βασιζομένων έπί τής φύσεως». Εις ταΰτα δέ άς προστεθή ώς έκ περισσοΰ, καί ή έξής διαφωτιστικωτάτη γνώμη άνωτέρου έλληνος βαθμούχου τής Μασσωνίας, τού κ. Δ. Α. Ίωαννίδου, γράφοντος έν τώ Πυθαγόρα- Γνώμονι 1933 σελ. 34 τά έξής. «Αί προλήψεις, δηλαδή ή έμ­μονή εις ιδέας ώρισμένας, είτε αΰται άνάγονται εις τον έπιστημονικόν κύκλον γνώσεων, είτε εις τάς θρησκευτικός πε­ποιθήσεις ή..., έπί των όποιων ούδεμία συζήτησις γίνεται άποδεκτή καί αΐτινες θεωροΰνται ώς άρθρα πίστεως, άποτελεΐ δούλωσιν τής διανοίας καί άποστερεΐ τόν άνθρωπον τής έλευ­θερίας αύτού. Διά τόν λόγον αύτόν ή έλευθέρα τεκτονική ζητεί τούς άνθρώπους έλευθέ-ρους, άπηλλαγμένους παθών καί προλήψεων καί πρός τήν διεύθυνσιν ταύτην κατευθύνει τάς προσπάθειας της... Μόνον άνθρωπος έλεύθερος είναι δυνατόν νά άποβή τέκτων, ότε καί ή έλευθερία αύτού εύρύνεται καί τής εύρύνσεως ταύτης ούδέν είναι δυνατόν πλέον νά τεθή φυσικόν όριον». Έν τώ αύτώ δέ τόμω τού αύτού περιοδικοΰ (1933 σελ. 118) άναγινώ-σκομεν τήν έξής τεκτονικήν ύποθήκην: «Προσπάθησε ΐνα ή αλήθεια καί ό όρθός λόγος είσδύσωσιν εις τά πνεύματα όλων». Καί που μέν δύναται νά όδηγήση ή απεριόριστος αυτή έλευθερία τής σκέψεως καί ό αχαλίνωτος ορθολογισμός, έπαφίεται εις τόν όρθόδοξον θεολόγον νά κρίνη. Άλλ’ έρωτάται πρό παντός, πώς δύναται νά είναι άκραιφνές μέλος τής χριστιανικής θρησκείας καί νά πιστεύη εις δόγματα υπέρ λόγον, νά είναι μάλιστα καί ποιμήν καί διδά­σκαλος αυτής, ταυτοχρόνως δέ νά άνήκη καί εις τεκτονικήν στοάν, εις ήν πριν ήδη είσέλθη πρέπει νά όμολογήση πίστιν εις τόν όρθόν λόγον καί ένθα θεοποιείται ή έπιστήμη; Έν τίνι έκ τών δύο ναών θά λέγη τήν άλήθειαν, έν τώ χριστιανικώ ή έν τώ τεκτονικώ;

(γ') Τό άσυμβίβαστον τών χριστιανικών δογμάτων πρός τήν Μασσωνίαν καθίσταται έτι μάλλον αισθητόν καί όταν άποβλέ-ψη τις εις τόν πολλαχώς διαπιστούμενον στενώτατον μεταξύ θεοσοφίας καί Μασσωνίας σύνδεσμον, ΐνα παραλείπωμεν τόν πολλάκις παρατηρούμενον συμφυρμόν τεκτονικών μετά φυσιολατρικών (πρβλ. Τυπικά τεκτονικών λειτουργιών), ένίοτε δέ καί μετά σκανδαλλιστικών, πνευματιστικών κ.τ.λ. Ιδε­ών. *Ή μήπως είναι άγνωστον, ότι ού μόνον έγκριτοι άλλοδαποί, έν οΐς καί αύτή ή θεοσοφίστρια άρχηγός Besant, άλλα καί γνωστοί "Ελληνες τέκτονες είναι άμα καί θεόσοφοι; (Β. Κριμπάς, Μ. Καρδούνης, Δ. Καλογερόπουλος κ. ά.).

(δ') Είναι όλως άσυμβίβαστοι πρός τήν περί ήθικής τελειοποιήσεως άκραιφνή χριστιανικήν διδασκαλίαν αί έπί τού ζητήματος τούτου ίδέαι τής Μασσωνίας. Έν μέν τώ Χριστια­νισμόν, ένθα προϋποτίθεται ή πίστις είς τό προπατορικόν άμάρτημα ή ήθική τελείωσις έπιδιώκεται «μετά φόβου καί τρό­μου» (Φιλιπ. β' 12) διά τής μετά τής άνθρωπίνης βουλήσεως συνεργίας τής θείας χάριτος, τής κατά τούς γνωστούς τρό­πους παρεχομένης, τού Χριστιανού πιστεύοντος μετά του Α­ποστόλου ότι «πίστει δικαιούται άνθρωπος» καί ότι «ού τού θέλοντος ούδέ τού τρέχοντος, άλλά τού έλεούντος θεοΰ» καί άποβλέποντος είς τόν Χριστόν ώς είς ήθικόν πρότυπον, έν δέ τή Μασσωνία διακηρύσσεται άγερώχως, ότι έν αύτή καί μόνη καθίσταται ό άνθρωπος ικανός, όπως διά τών ιδίων δυνάμεων έφαρμόση την«φυσικήν ηθικήν», ήτις, ώς είπομεν ανω­τέρω, χαρακτηρίζεται έν τοΐς «Τυπικοΐς τεκτονικών λειτουρ­γιών» (σελ. 52-53) ώς ή μόνη «αλάθητος καί σαφής εις τήν διάνοιαν καί τήν συνείδησιν».

  (ε') Τέλος είναι ασυμβίβαστος προς τήν χριστιανικήν αξι­οπρέπειαν καί δέν δύναται νά γίνη ύπό πιστού τουλάχιστον Χριστιανού ή μετά τήν κοινωνίαν τών χριστιανικών μυστη­ρίων συμμετοχή εις άλλότρια καί δή καί μυστήρια έθνικής προελεύσεως, λογιζόμενα μάλιστα ώς απαραίτητα εις «σω­τηρίαν». Πώς π. χ. είναι δυνατόν ακραιφνής Χριστιανός, καί μάλιστα κληρικός, πιστεύων ότι «συνετάφημεν τώ Χριστώ διά τού βαπτίσματος εις τόν θάνατον, ΐνα ώσπερ ήγέρθη Χρι­στός έκ νεκρών... ουτω καί ήμεΐς έν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. στ' 3), νά άνεχθή νέαν δι’ ϋδατος λούσιν, νέαν «κάθαρσιν», Ϊνα γίνη τέκτων καί νά μή θεωρήση ώς έξευτελισμόν της χριστιανικής ιδιότητάς του τήν έπί τού σώ­ματος αΰτού κατά τήν μύησιν τού Γ' τεκτονικού βαθμού τελουμένην άναπαράστασιν τού θανάτου καί τής άναστάσεως τού Χιράμ, όσον τυπικαί καί ασήμαντοι καί άν έχουσι, κατά τούς ισχυρισμούς τινων, καταντήσει αί τελεταί αΰται; "Η, πώς είναι δυνατόν ακραιφνής Χριστιανός νά όδηγήση τό τέκνον του εις τήν τεκτονικήν «υιοθεσίαν», ΐνα άκούση έκεΐ τούτο, ότι μόνον έν τή στοά θά «μυηθή εις τόν πνευματικόν βίον» καί θά «άφαιρεθή ό καλυπτων τούς οφθαλμούς αύτού πέπλος» καί θά «έξαγνισθή ή καρδία του» κ.τ.τ.;».

  13. «Τό συμπέρασμα έν γένει τής έρεΰνης ήμών είναι άφ’ ένός μέν, ότι άκραιφνής Χριστιανός πιστεύων εις τόν α­πόλυτον χαρακτήρα τού Χριστιανισμού καί φρονών ότι μόνον έν τή ’Εκκλησία καί δι’ αυτής έπιτυγχάνεται ή σωτηρία, δεν δύναται νά άνήκη εις τεκτονικήν στοάν, άφ’ έτέρου δέ ότι οί εις στοάς μετέχοντες χλιαροί όπωσδήποτε Χριστιανοί διατρέχουσι τόν μέγαν κίνδυνον νά άποξενωθώσιν έτι μάλλον τής πατρίου πίστεως, λόγω τής τακτικής συμμετοχής αύτών εις άλλοτρίαν καί δή μή χριστιανικήν λατρείαν καί ένεκεν τής στενής πνευματικής αύτών έπικοινωνίας πρός πρόσωπα έκκλησιαστικώς αδιάφορα, ενίοτε δέ καί άντεκκλησιαστικών φρονημάτων, ώς ώμολογήθη καί ΰπό τινων συναδέλφων». "Α­ξιόν δέ πλείστης προσοχής καί διδακτικώτατον σημεΐον εί­ναι, ότι τό προς τον Χριστιανισμόν άσυμβίβαστον της Μασσωνίας καί τόν έμμέσως άντιχριστιανικόν αυτής χαρακτήρα, ώς καί τόν κίνδυνον της εις τάς τεκτονικάς στοάς συμμέτο­χης των πιστών συναισθά- νονται καί αί σπουδαιόταται των χριστιανικών Εκκλησιών, πρώτιστα δέν καί μάλιστα ή Ρω­μαιοκαθολική, ειτα δέ καί αί Λουθηρανικαί (66) καί αί Μεθοδιστικαί (67) καί αί Πρεσβυτεριαναί τής Μ. Βρεττανίας, άλ­λα καί αί αυτοκέφαλοι ’Ορθόδοξοι Έκκλησίαι ή τε Μεγά­λη τού Χρίστου Έκκλησία (68) καί πασαι αί λοιπαί καί δη καί της Ελλάδος, ήτις δέν άνέλαδε μέν έπισήμως μέχρι τούδε άγώνα κατά τής Μασσωνίας, άλλ’ όμως έπηγρύπνησε, τούλάχιστον μέχρι πρό τινων έτών, όπως μη προσέρχωνται εις αυτήν κληρικοί, κατά δέ τό παρελθόν έτος εξαπέλυσε καί ειδικήν έγκύκλιον (69). Ύπό δέ τής προ τριών έτών συνελθούσης έν Άγίω ’Όρει Διορθοδόξου Επιτροπείας άπεφασίσθη, όπως τό ζήτημα τής Μασσωνίας αναγραφή μεταξύ των έν τή μελλούση Προσυνόδω συζητηθησομένων θεμάτων».

  14. «Μή δέ τις άντιτάξη είς τ’ ανωτέρω τό παράδειγμα ήμετέρων κληρικών τινων καί δή άνωτάτων, οΐτινες ήσπάσθησαν τήν Μασσωνίαν, διότι διαφαίνεται ότι θά συνέβη πε­ρί αύτούς ό,τι καί περί πολλούς λαϊκούς τέκτονας, ήτοι θά είλκύσθησαν ύπό τών πρακτικών κυρίως σκοπών τής Μασ­σωνίας καί μάλιστα τού τής άλληλοβοηθείας. 'Οπωσδήποτε όμως ή είς τάς στοάς προσέλευσις αύτών δυοΐν θάτερον προϋ­ποθέτει. Είτε άγνοιαν τών βαθυτέρων νοημάτων τής Μασ­σωνίας καί τού χαρακτήρος αύτής, άρα δέ καί τού άσυμβιβάστου αύτής πρός τόν Χριστιανισμόν, είτε έλλειψιν εκκλη­σιαστικής συνειδή-σεως καί έμποτισμόν ύπό όρθολογιστικών ιδεών, δτε πάλιν έξηγεΐται ή καί μετά τήν στενωτέραν πρός τόν τεκτονισμόν γνωριμίαν έξακολούθησις τού προς αυτόν συνδέσμου μέχρι θανάτου, ώς καί αί έπί τώ θανάτω ένίων άνωτέρων όρθοδόξων κληρικών δημόσιοι τεκτονικοί εκδη­λώσεις (70). Ενταύθα δέ οφείλω νά άναφέρω τήν έντύπωσιν, ήν μοι ένεποίησεν ή έν τώ έγκρίτω γερμανικώ προτεσταντικώ περιοδικώ Eiche (1932 σελ. 249) ύπό τήν έπιγραφήν Erzbischof Soderblom selbstverstandlich kein Freimauer δημοσίευσις τής κατηγορηματικής δηλώσεως τού Ν. Karlstrom, γραμματέως τού πρό τίνος άποθανόντος Σουηδού άρχιεπισκόπου Ν. Soderblom, ότι ό άρχιεπίσκοπος ούτος «ούδέποτε ύπήρξε Μασσώνος». Τόσον έθεωρήθη παρά τοΐς προτεσταντικοΐς κύκλοις ώς θίγουσα τήν μνήμην λουθηρανού έπισκόπου και ή απλή υπόνοια ότι υπήρξε μασσώνος!»

  15. «"Οσον δ’ άφορα εις τήν απέναντι τής ανωτέρω έμπεριστατωμένως, ώς νομίζω, χαρακτηρισθείσης Μασσωνίας τηρητέαν στάσιν τής ’Ορθοδόξου 'Εκκλησίας ή γνώμη μου εί­ναι ή έξής: ’Επειδή ό έκ τής Μασσωνίας κίνδυνος δέν φαί­νεται ών παρ’ ήμΐν άμεσος, έφ’ όσον αΰτη δέν έμφανίζεται αμέσως καί έπισήμως πολεμούσα τήν ’Εκκλησίαν' έπειδή δέν πρόκειται οϋτε περί άντικρατικής, οϋτε περί αντεθνικής, πα­ρά τόν κοσμοπολιτικόν αυτής χαρακτήρα, οϋτε περί αντι­κοινωνικής όργανώσεως έπειδή πολλοί έγένοντο τέκτονες παρ’ ήμΐν καλή τή πίστει καί δη έλκυόμενοι, ώς εϊπομεν, μάλλον ύπό των πρακτικών σκοπών τής Μασσωνίας καί άγνοοΰντες τό μέν τήν βαθυτέραν έννοιαν τών τεκτονικών μυ­στηρίων, τό δέ τό βάθος καί τό ϋψος τής χριστιανικής πίστεως, καί πολλοί τούτων δέν διέκοψαν παντελώς τούς μετά τής Μητρός ’Εκκλησίας δεσμούς αύτών έπειδή τέλος ή ’Εκκλη­σία δέν είναι τό παράπαν ανεύθυνος εις τό ότι τινά τών λο­γιών τέκνων της ήναγκάσθησαν νά άναζητήσωσιν έν ταΐς τεκτονικαΐς στοαΐς ο,τι αί ψυχαί αύτών δέν εύρον, διότι ούδείς έφρόντισε νά δώση εις αΰτάς, έν τώ χριστιανικά) οΐκω, τώ σχολείω καί τώ χριστιανικώ ναώ. Διά ταΰτα πάντα φρονώ, ότι μετά πολλής περισκέψεως καί λεπτότητος πρέπει νά χειρισθή αϋτη τό λεπτότατον τούτο ζήτημα, άφ’ ένός μέν μή άναλαμβάνουσα, μάλιστα έν τοΐς νΰν καιροΐς, έπίθεσιν έναντίον τής Μασσωνίας καί μή δημι­ουργούσα κεκηρυγμένους έχθρούς ανθρώπους, έξ ών πολλοί μόνον άδιαφόρως προς αυτήν διάκεινται, άφ’ έτέρου δέ φροντίζουσα μετά μητρικής στοργής περί προσ-φόρου διαφωτίσεως τών εις τήν Μασσωνίαν μυηθέντων καί μή τέκνων της πείθουσα διά λόγων καί έργων, ότι έν τή ’Εκκλησία υπάρχει έπαγγελία ζωής τής νΰν καί τής μελλούσης, καί ότι ή ηθική τελείωσις έν τοΐς κόλποις αύτής έπιτυγχάνε-ται άσφαλώς, μεριμνώσα όχι μόνον περί τής διανοητικής καί οικονομικής, άλλά καί τής θρησκευτικής καί ήθικής άνυψώ-σεως τών λειτουρ­γών αυτής, άσκοϋσα μετά τής προσηκούσης αΰστηρότητος τήν έκκλησιαστικήν πειθαρχίαν πρό παντός κατά των λει­τουργών αύτής, καί άπαγορεύουσα αύστηρώς καί έπί ποινή τήν εις τάς τεκτονικός στοάς συμμετοχήν, προτρέπουσα δέ καί τούς πιστούς όπως άπέχωνται αύτών».«Εις τούτο τό πόρισμα μέ ήγαγεν έπισταμένη καί διονυχιστική τού ζητήματος τής Μασσωνίας μελέτη, πόρισμα άπέχον έξ ίσου δύο άκροτήτων, έκείνης καθ’ ήν ή Μασσωνία εί­ναι πηγή πάντων τών κακών έν τώ κόσμω καί τής άλλης, καθ’ ήν αϋτη είναι τι έντελώς άκίνδυνος διά τόν Χριστιανισμόν. Έπαφίεται δέ εις τήν Ι. Σύνοδον όπως σταθμώσα τά πρά­γματα καλώς καί ιδίαν μορφοΰσα γνώμην, προβή εις τάς ένδεικνυομένας άποφάσεις» (71) 

 

Επίσημοι αποφάσεις τής Εκκλησίας.

 

Κατόπιν τής ώς άνω μελέτης τού ζητήματος, ή Ίερά Σύνοδος αποφασίζει νά διατυπώση έπισήμως τάς άπόψεις της καθορί- ζουσα όριστικώς πλέον τήν θέσιν τής ’Εκκλησίας έναντι τού Μασσωνισμοΰ.

Τούτο έγινε με δύο κυρίως επίσημα κεί­μενα, τά όποία έδημοσίευσε κατά τούς έπομένους μήνας.

 

Δ Η Λ Ω Σ I Σ

Τής 'Ιεράς Συνόδου τής 'Ιεραρχίας

τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος.

 

Ή 'Ιεραρχία τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος, έξ αφορμής δημοσιευμάτων καί άνευθύνων διαδόσεων, ότι ό ’Αρχιεπίσκο­πος καί άλλοι ’Αρχιερείς τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος άνήκουσιν είς τόν Μασσωνισμόν, δηλοΐ ότι ούδείς Άρχιερεύς ανήκει είς Μασσωνικήν τινα στοάν. Πάσα άντίθετος διάδοσις καί πληροφορία είναι κακόβουλος καί συκοφαντική, προκαλεΐται δέ πας ό γινώσκων ότι Άρχιερεύς τις ή άλλος κληρι­κός ανήκει εις τόν Μασσωνισμόν νά ύποβάλη τακτικήν και υπεύθυνον μήνυσιν πρός τήν Ίεράν Σύνοδον.

Έν Άθήναις τή 12 ’Οκτωβρίου 1933.

 

Ό ’Αθηνών Χρυσόστομος, Πρόεδρος

Ό Δρυϊνουπόλεως και Πωγωνιανής Βασίλειος

Ό Χίου Πολύκαρπος

Ό Ξάνθης Πολύκαρπος

Ό Μαρωνείας "Ανθιμος

Ό Ζακύνθου Διονύσιος

Ό Κεφαλληνίας Δαμασκηνός

Ό Άλεξανδρουπόλεως Γερβάσιος

Ό Λαρίσσης Αρσένιος

Ο Κασσανδρείας Ειρηναίος

Ό Θεσσαλονίκης Γεννάδιος

Ό Ίωαννίνων Σπυρίδων

Ό Μαντινείας καί Κυνουρίας Γερμανός

Ό Πατρών Αντώνιος

Ό Σπάρτης Γερμανός

Ό Δημητριάδος Γερμανός

Ό Μυτιλήνης ’Ιάκωβος

Ό Πλωμαρίου Κωνσταντίνος

Ό Βελλάς καί Κονίτσης ’Ιωάννης

Ό Ζιχνών ’Αλέξανδρος

Ό ’Εδέσσης Κωνστάντιος

Ό Φιλίππων κα ΝεαπόλεωςΧρυσόστομος

Ό Βερροίας και Ναούσης Πολύκαρπος

Ό Φθιώτιδος ’Αμβρόσιος

Ό Νιγρίτης Εύγένιος

Ό Πτολεμαΐδος ’Ιωακείμ

Ό Καρδαμύλων ’Ιωακείμ

Ό Διδυμοτείχου καί Όρεστιάδος ’Ιωακείμ

Ό Ίερισσοϋ καί Αγίου "Ορους Σωκράτης

Ό Σισανίου καί Σιατίστης Διόδωρος

Ό "Υδρας καί Σπετσών Προκόπιος

Ό Θηθών καί Λεβαδείας Συνέσιος

Ό "Αρτης Σπυρίδων

Ό Σάμου Ειρηναίος

Ό Σερρών Κωνσταντίνος

Ό Σερβίων καί Κοζάνης ’Ιωακείμ

Ό Παροναζίας Ιερόθεος

Ό Δράμας Βασίλειος

Ό Τρίκκης καί Σταγών Πολύκαρπος

Ό Γυθείου καί Οϊτύλου Διονύσιος

Ό Νευροκοπίου Φιλόθεος

Ό Έλευθερουπόλεως Σωφρόνιος

Ό Σουφλίου ’Ιωακείμ

Ό Άργολίδος Ιερόθεος

Ό Πολυανής Κύριλλος

Ό Κορινθίας Δαμασκηνός

Ό Κυθήρων Δωρόθεος

Ό Αιτωλίας καί ’Ακαρνανίας Κωνσταντίνος

Ό Χαλκίδος Γρηγόριος

Ό Καρυστίας Παντελεήμων

Ό ’Ηλείας ’Αντώνιος

Ό Μεσσηνίας Πολύκαρπος

Ό Σύρου Τήνου, "Ανδρου καί Κέας Φιλάρετος

Ό Φωκίδος ’Ιωακείμ

Ό Άρδαμερίου Καλλίνικος

Ό Φαναριού καί θεσσαλιώτιδος ’Ιεζεκιήλ

Ό Καλαβρύτων καί Αίγιαλείας θεόκλητος

Ό Θήρας "Ανθιμος

Ό Φλωρίνης Βασίλειος

Ο Σιδηροκάστρου Βασίλειος

Ό Λευκάδος καί ’Ιθάκης Δημήτριος

Ό Έλασσώνος Καλλίνικος.

 

------------------------------------------------------------------------------------------

 

41  (Σ. σ.). Ώς έγράψη έν τοΐς πρόσθεν έγίναντο δεκταί καί γυ­ναίκες είς μύησιν κατά τό παρελθόν (ιδε σελ. 78-84), έπειδή όμως συνέΒησαν όργιώδη έκτροπα κατά τάς μυήσεις, είς τινα δέ έξ αύτών αΙ ύπερδολα! αΰται είχον συνέπειαν καί θάνατον, άπό τού 18ου αΙώνος άπεκλείσθησαν αί γυναίκες. Υπάρχουν όμως καί σήμερον έν "Αμερική τεκτονικαί στοαΐ γυναικών, έτι δέ μεταξύ τών τελετών υπάρχουν έν χρήσει ή υιοθεσία τών λυκιδέων καί ή Συζυγική άναγνώρισις.

42 Παραθέτομεν τοώτην όλόκληρον, διότι λόγω τής έπιστημονικής κατοχυρώσεώς της έβοήθησε σημανηκώς είς τήν όρθήν τσποθέτησιν τού ζητήματος ύπό της Ι. Συνόδου.

Τήν έντύπωσιν ήν ένεποιησεν είς αύτήν δεικνύει καί τό σχετικόν εύχαριστήριον έγγραφον, τό όποιον άπέστειλεν ό άείμνηστος ’Αρχιεπίσκοπος.

 

«Έν Άθήναις τή 17 ’Οκτωβρίου 1933

                                           Προς τον Κύριον Π. Μπρατσιώτην Καθηγητήν τού Πανεπιστημίου                                                      

Ενταύθα.

Έλλσγιμώτατε κύριε καθηγητά.

 

Ή Ι. Σύνοδος τής ‘Ιεραρχίας τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος μετ’ ιδιαιτέρας προσοχής άνέγνω τήν ύμετέροον γνώμην περί του μασσωνικού ζητήματος, άποτελούσον έμπεριστατωμένην μελέτην έπ’ αύτού καί διασαφηνίζουσαν τό ζήτημα κατά τα σπουδαιότερα αύτού σημεία.

Όθεν, άποφάσει τής Ιεραρχίας, έκφράζομεν ύμΐν τάς ευ­χαριστίας αύτής καί εύχόμεθα όπως ό Ουράνιος Πατήρ τών Φώτων φωτίζη καί ένισχύη ύμάς έν τω έπιστημονικφ σταδίω, έπ’ άγαθφ τής ’Εκκλησίας.

Εύχέτης πρός Κύριον          

Ό ’Αθηνών Χρυσόστομος Πρόεδρος

43   Όρα Πυθαγόραν—Γνώμονα 1932 σελ. 229 καί 1933 σελ. 162.

44 Πυθαγόρας—-Γνώμων 1933 σελ. 54.

45 Πυθαγόρον Η' σελ. 417-418.

46   Όρα Religion in Geschichte und Gegenwart τόμ. B' 1929, σελ. 765.

47    Πυθαγόροι» Z' σελ. 50.

48    Αυτόθι, σελ. 19.

49    Αυττόθι, σελ. 33 κα! 38.

50    Λόγος εκφωνηθείς τή 21 Δεκεμβρίου 1930 έν τφ τεκτονικφ μεγάρω

        κατά τήν έορτήν είς μνήμην τών Φιλικών. Γνώμων, τομ. I σ.17.

51   Rituel du grade de Maitre σελ. 20.

52    Εκδοσις 1924 σελ. 3.               

53    Τυπικά τεκτονικών λειτουργιών σελ. 62

54    Αυτόθι, σελ. 4.

55 Τυπικά σελ. 23 καί 38. 56 Β' τόμος, β' έκδοσις 1929 σελ. 765.[3] 57 Τυπικά τεκτον. λειτουργιών σελ. 24.58 Τυπικά σελ. 24.59

     Πρόκειται περί άρτου, οίνου, μέλιτος καί δοχείου πλήρους ΰδατος μεταδιδόμενου εις τόν λυκιδέα (πρβλ. αρχαία μυστήρια).

60 (Σ. σ.). Μεταξύ τών άλλων ό Σεβάσμιος Απευθυνόμενος προς τούς συζύγους λέγει: «Τείνατε πρός άλλήλους τήν δεξιάν... 'Αδελφοί μου Ανταλλάξατε τούς συμβολικούς τούτους δακτυλίους, ών τό σχή­μα συμβολίζει τήν αιωνιότητα. Κλίνατε τάς κεφαλάς ΰμών.—Εις δό­ξαν τού Μεγάλου Άρχιτέκτονος τού Σύμπαντος, έν όνόματι καί ΰπό τήν αιγίδα «τής άνατολής...» καί δυνάμει τών δι' ών περιβέβλημαι εξουσιών υπό τής σεπτής στοάς ταύτης αναγνωρίζω τεκτσνικώς τήν ΰιαετέραν ενωσιν, ώς αρμόζει εις τάς άρετάς υμών. Είθε ό Ύψιστος ευλογών τήν ενωσιν ύμών νά καταστήση υμάς πιστούς εις τούς όρ­κους σας... ’Ανυψώσατε τάς κεφαλάς ύμών» (Τυπικά σελ. 45, 54-55)... Παρά Άρχιμ. Έπιφ. Θεοδωροπούλιρ, Ή Μασσωνία ΰπό τό φώς τής άληθείας σελ. 71.

61  Σ. σ.). Ό Σεβάσμιος πρωπίστως εύχεται: «Μεγάλε ’Αρχιτέκτων τού Σύμπαντος... "Ον παλυευσπλαγχνον... είθε οι άδελψοι ή­μών νά ζήσουν αείποτε μεταξύ Σού, δπως ϊζησαν και μεθ’ ήμών. Εί­θε ο θάνατος αστών νά διδάξη ήμάς δτι θά άποθάνωμεν και νά μάς προετοιμάση, δπως άπολαύσωμεν μετ’ αύτών είς τούς πατρικούς σου κόλπους τής αληθούς αίωνιότητος» (Τυπικά... σελ. 66, 67). Ρίπτων δε ό Σεβάσμιος θυμίαμα έπΐ τής πυράς λέγει: «Είθε αί ψυχαΐ τών αδελφών ήμών ν’ άναβώσι προς τήν ούράνιον αύτών πατρίδα ώς το θυμίαμα τούτο άναθρώσκει είς τούς ούοανούς» (Τυπικά σελ. 70). Προσθέ­τει δέ μετ’ όλίγαν: «Μ. A. Τ. Σ., είθε ή γή και τά στοιχεία νά χρησιμοποιήσωσι κατά τάς βουλάς σου το άλλοιωτον σώμα τών αδελφών ήμών, ή δέ αθάνατος αυτών ψυχή ν’ άπολαύση τής είρήνης τής χαράς» (Τυπικά σελ. 72) Πρβλ. Άρχιμ. Έπ. Θεοδωρσπούλου ένθ. άνωτ. σελ. 73-74.

62 (Σ. σ.) Ώς καί έν τσΐς έγκαινίοις χριστιανικών ναών, οϋτω καί έν τοΐς τεκτονικοΐς έγκαινίοις σχηματίζεται πομπή προηγουμένου τοΰ Σηιμαιοφόρου μετά τοΰ λαβάρου τής Στοάς και δυο τελεταρχών, ών ό εις κρατεί ξίψος καί ό έτερος φέρει τό ιερόν πΰρ. Προ τής θυρας τοΰ νέου ναού κλειστής ή πομπή ϊσταται καί ό Σεβάσμιος κρούει. Διεξάγεται δε διάλογός, ώς καί έν τοΐς Έγκαινίοις χριστιανικού ναού. Έρωτά ό Σεβάσμιος· Τίς έτόλμησε να είσέλθη έντός τοΰ Ναού; — Φω­νή έσωθεν Οί έργασθέντες πρός κατασκευήν τού Ναού έργάται, εις οϋς άνετέθη ή φΰλαξις αύτοΰ. -— Σεβάσμιος. Α νοίξατε τάς πΰλας τοΰ ναού. — Φωνή- Τί ζητείτε ένταΰθα; — Σεβάσμιος- Έρχόμεθα νά πε- ρατώσωμεν καί συμπληρώσωμεν τό έργον υμών, καθιεροΰντες τον να­όν τούτον πρός δόξαν τοΰ Μ. A. Τ. Σ., εις τήν αρετήν, κσϊ τήν άλήθειαν καί άνάπτοντες τό ιερόν πΰρ... Οί τρεις έργάται άνοίγουσι τάς πύλας τοΰ ναού. Εις δέ έξ αϊτών... λέγει: Ευλογημένοι οί έρχόμενοι εις τον ναόν τοΰ Μεγάλου ’Αρχιτέκτονας, "να περατώσωσι τό έργον. Ή πομπή προχωρεί πρός τό έσωτερικόν τοΰ ναού...» (Τυπικά σελ. 79-80. Πρβλ. Άρχιμ. Έπιφ. θεοδωροπούλου ένθ. άνωτ. σελ. 75-76.

63  Πρβλ. πρός τοΐς άλλοις Πυθαγόραν—Γνώμονα 1933 σελ. 103 καί 104.

64 Έκδασις 1898 σελ. 9.

65 Προβλ. και άρθρον 1 τού Συντάγματος 1930 καί έλληνικά Τυ­πικά συμβολικών βαθμών σελ. 15.

66 ‘Ο Γερμανός καθηγητής Tscliackert γράψων εν τή Real— Encyelopedie τής προτεσταντικής Θεολογίας (τ. 6 σ. 621) άρθρον περί Μασσωνίας άξι ασπούδαστου παρατηρεί, δτι ή μεταξύ Εκκλη­σίας καί Τεκτονισμού άντίθεσις είναι διά την προτεσταντικήυ χριστιανωσύνην ή άντίθεσις μεταξύ ιστορικού Χριστιανισμού, καί τού νεωτέρου Διαφωτισμού (Moderne Aufklarung), τούτέστι τού ’Ορθολογι­σμού. 'Ο αύτός δε παρατηρεί αύτόθι, δτι άν κληρικοί τινες διαμαρτυρόμενοι προσήλθαν εις τόν Τεκτονισμόν, τούτο συνέβη κατά τούς χρό­νους τής έπικρατήσεως τού ’Ορθολογισμού έν τή Θεσλογίρ καί παρά ταΐς Έκκλ. Άρχαίς τής Γερμανίας. 'Ο δέ Meusel έν τφ Kirehenlexicon (Τόμος Β' σελ. 620 έξ.) λογίζεται ώς γεγονός, δτι ό Τεκτονισμός δέν έπέδρασέ ποτέ εύεργετικώς, άλλ’ άπαμβλυντικώς έπί τάς χριστιανικάς ιδέας καί τόν θρησκευτικόν τού λαού βίσν. Και αύται δέ αί στοαί, λέ­γει, αί'τινες δέν δέχονται μη χριστιανούς, Τστανται έπί τού εδάφους ένός άνθρωπισμού, δστις δεν είναι ό γνήσιος χριστιανικός. Κατά βά­θος υπάρχει ενταύθα, λέγει, ύπονόμευσις τής έξ άποκαλύψεως πίστεως καί καταβάλλεται ή προσπάθεια πρός άντικατάστασιν αυτής διά τής άνιδρύσεως ένός ναού τού άληθινού δήθεν ανθρωπισμού. Καί έπάγεται, δτι ακραιφνείς Χριστιανοί ούδεμίαν έχουσιν έν τή Μασσωνία θέσιν. Σημειωτέου δέ δτι ταύτα γράφονται έν Γερμανίςι ένθα έπικρατεί τό σκωτικόν δόγμα.

67 "Αξία πρό παντός προσοχής, μάλιστα λάγφ τής άγγλικής αυτών προελεύσεως, τυγχάνουσιν αί αποφάσεις τής Βεσλεϋανής έκκλ. συνδιασκέψεως τού 1927, ένθα διακηρύσσεται «τό έξ όλοκλήρου α­συμβίβαστον τού χριστιανικού κηρύγματος περί τής έν Χριστώ σωτη­ρίας πρός τάς αξιώσεις, αϊτινες συχνάκις γραπτώς τε καί προφορικώς προεβλήθησαν ύπό τών Μασσώνων (C. Hunt, The menace of Free­masonry 1930 σελ. 91).

68 Βλέπε Μ. Γεδεών, Πατριαρχικούς πίνακας σελ. 641

69 Καθ’ όλου είπεϊν ή στάσις τής αϋτοκεφάλου Εκκλησίας τής 'Ελλάδος έναντι της Μασσωνίας ύπήρξε δυσμενής, τής δυσμενείας ταΰτης έκδηλωθείσης έπανειλημμένως καί πολλσχώς, ώς μαρτυροΰσι και τά Πρακτικά τής Ίεράς ήμών Συνόδου.

70 "Ορα καί Πυθαγόραν—Γνώμονα, τεύχος Μαΐου 1933 σελ. 152 ένθα πρόκειται περί τεκτονικού μνημοσύνου είς τον περυσιν άποθανόν- τα Μητροπολίτην Καστοριάς ’Ιωακείμ Λεπτίδην καί είς τόν Ιεροδιά­κονον Μιχαήλ Χατζήν, "να περιορισθώμεν είς τα προσφατώτερα.

71 Έδημοσιεύθη είς τό περιοδικόν «Ιερός Σύνδεσμος» τής 15-30 Δεκεμβρίου 1933 σελ. 178-184.

 

Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

Πράξις τής Ιεραρχίας τής ’Εκκλησίας τής 'Ελλάδος «Περί Μασσωνίας» (72).

 

‘Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τήν συνε­δρίαν τής 12 ’Οκτωβρίου 1933, έπιληφθεΐσα της μελέτης καί έξετάσεως τής Μασσωνίας, του διεθνούς τούτου μυστικού όργανισμοΰ, καί μετά προσοχής άκούσασα τής εισηγητικής έκθέσεως τής τετραμελοΰς έξ ’Αρχιερέων ’Επιτροπής, τής ύπό τής Ίεράς Συνόδου τής άρτι ληξάσης περιόδου συγκροτη- θείσης, ώς καί τής γνωματεύσεως τής Θεολογικής Σχολής τού Άθήνησι Πανεπιστημίου, μάλιστα δε τής προς ταύτην συνημμένης ιδιαιτέρας γνώμης τού καθηγητοΰ κ. Παναγιώτη Μπρατσιώτου, έχουσα δ’ άμα ΰπ’ όψει τά έπί τού ζητήματος τούτου ύπό ήμετέρων τε καί ξένων δημοσιευθέντα, κατέλη­ξε, μετά τήν διεξαχθεΐσαν συζήτησιν, εις τά έπόμενα, όμοφώνως ύπό πάντων των συγκροτούντων αύτήν ’Αρχιερέων γενόμενα δεκτά συμπεράσματα.

Ή Μασσωνία δεν είναι άπλή τις φιλανθρωπική ενωσις ή φιλοσοφική Σχολή, άλλ’ αποτελεί μυσταγωγικόν σύστημα, όπερ υπομιμνήσκει τάς παλαιάς έθνικάς μυστηριακάς θρη­σκείας ή λατρείας, άπό τών όποιων κατάγεται καί τών ό­ποίων συνέχειαν καί άναβίωσιν άποτελεΐ. Τούτο όχι άπλώς όμολογοΰσιν, άλλά καί έναβρυνόμενοι διακηρύττουσιν αυτοί οί πρόκριτοι τών έν ταϊς στοαΐς διδασκάλων, βεβαιοΰντες αύταΐς λέξεσιν, δτι «ή Μασσωνία είναι ή μόνη έπιζήσασα τών άρχαίων μυστηρίων καί δύναται νά άποκληθή ό φύλαξ αύτών» (73) ότι «ό Τεκτονισμός είναι κατ’ εύθεΐαν άπόγονος τών Αιγυπτιακών μυστηρίων» (74) ότι «τό πενιχρόν έργαστήριον τής μασσωνικής στοάς δέν είναι άλλο τι, εί μη τά σπή­λαια καί αί σκιάδες τών δρυών καί τών κέδρων τών ’Ινδιών καί τά άγνωστα βάθη τών Πυραμίδων καί αί κρύπται τών μεγαλο-πρεπών ναών τής ’Ίσιδος» (75) ότι «ή έλληνική μυστηριακή τεκτοσύνη διατρέξασα τάς φωτεινός τής γνώσεως κελεύθους ύπό μυστηριάρχας τόν Προμηθέα, τόν Διόνυσον, τον Όρφέα, ύπετύπωσε τού σύμπαντος τούς αιωνίους νό­μους» (76). Ή τοιαύτη άλλως τε προς τά αρχαία είδωλολατρικά μυστή­ρια σχέσις τής Μασσωνίας έμφαίνεται καί έκ τών έν ταΐς μυήσεσιν αύτής δρωμένων καί τελουμένων. Διότι, ώς έν τοΐς δρωμένοις τών παλαιών είδωλολατρικών μυστηρίων έπανελαμβάνετο τό δράμα τών άγώνων καί τού θανάτου τού μυστηριακού θεού, διά τής μιμικής δέ έπαναλήψεως τού δράματος τούτου ό μυούμενος συναπέθνησκε μετά τού πάτρωνος τής μυστηριακής θρησκείας, όστις ήτο πάντοτε πρόσωπον μυ­θικόν, συμβο-λίζον τόν "Ηλιον ή τήν έν τώ χειμώνι μεν θνήσκουσαν, έν τώ έαρι δέ άναγεννωμένην φύσιν, ούτω καί έν τή μυήσει τού τρίτου βαθμού τής Μασσωνίας. 'Όντως δέ ά­ποτελεΐ αυτή δραματικήν άφήγησιν τού θανάτου τού πάτρω­νος τής Μασσω-νίας Χιράμ καί εΐδός τι μιμικής έπαναλήψεως τού θανάτου τούτου, έν τή όποία ο μυούμενος συμπάσχει, πληττόμενος διά των αυτών οργάνων καί επί των αυτών μερών του σώματος, έφ’ ών καί δι' ών καί 6 Χιράμ (77). Κατά την ομολογίαν δέ αυτών τών προκρίτων τής Μασσωνίας δι­δασκάλων (78) ο Χιράμ τυγχάνει «ώς ό ’Όσιρις, ό Μίθρας καί ό Βάκχος, μία άπό τάς μυρίας προσωποποιήσεις τοΰ Ήλιου». Ούτως ή Μασσωνία άποδεδειγμένως τυγχάνει θρησκεία μυστηριακή, όλως διάφορος, κεχωρισμένη καί ξένη της Χρι­στιανικής θρησκείας. Έμφαίνεται άλλως τούτο αδιαμφισβήτη­τος καί έκ τοΰ ότι κέκτηται ίδιους Ναούς μετά βωμών, τούς όποιους οί πρόκριτοι τών τεκτόνων χαρακτηρίζουσιν ώς έργαστήρια, «άτινα δεν δύνανται νά ΰστερήσωσιν εις ιστορίαν καί αγιότητα τής Εκκλησίας» (70), καί ώς ναούς τής αρετής καί τής σοφίας, εν οίς λατρεύεται τό ύπέρτατον ”Ον καί δι­δάσκεται ή άλήθεια (80). Κέκτηται ίδιας θρησκευτικάς τελετάς, οΐαι ή τελετή υιοθεσίας λυκιδέως ή τό τεκτονικόν βάπτισμα, ή τελετή τής συζυγικής άναγνωρίσεως ή ο τεκτονι­κός γάμος, τό τεκτονικόν μνημό-συνον, τά έγκαίνια τοΰ τεκτονικοΰ ναοΰ κλπ. Κέκτηται ιδίας μυήσεις, ίδια τελετουργικά Τυπικά, ιδίαν ίεραρχικήν τάξιν καί ώρισμένην πειθαρχίαν, ώς δέ θά ήδύνατο νά συναχθή έκ τε τών τεκτονικών αγαπών καί τοΰ έορτασμοΰ τών δύο ήλιοστασίων, χειμερινοΰ καί θερινοΰ, μετά θρησκευτικών συμποσίων καί κοινών εύωχιών, είναι θρήσκευμα φυσιολατρείας. Καί φαίνεται μεν έκ πρώτης όψεως, ότι ή Μασσωνία συμ­βιβάζεται προς πάσαν άλλην θρησκείαν, άτε μη ένδιαφερομένη αμέσως εις ποιόν θρήσκευμα άνήκει έκαστος τών μυ­στών αύτής. Τοΰτο όμως οφείλεται εις τόν συγκρητιστικόν αυτής χαρακτήρα, άποδεικνύει δέ ταύτην καί κατά τό σημεΐον τοΰτο άπόγονον καί συνεχιστήν τών άρχαίων είδωλολατρικών μυστηρίων, άτινα έδέχοντο εις τάς μυήσεις αύτών πάντας οίωνδήποτε θεών λάτρας. Άλλ’ ώς τότε αί μύστηριακαί θρησκεΐαι παρά τό φαινόμενον πνεύμα τής άνοχής καί θεοξενίας, ώδήγησαν εις τόν «συγκρητισμόν», ύπονομεύσασαι καί κλονίσασαι βαθμηδόν την προς τάς ύπαρχούσας τότε λατρείας εμπιστοσύνην καί άφοσίωσιν, οϋτω καί ήδη ή Μασ­σωνία, ζητούσα νά συμπεριλάδη κατά μικρόν εις τούς κόλ­πους αύτής όλόκληρον την άνθρωπότητα καί ύποσχομένη ότι θά παράσχη εις αυτήν την ήθικοποίησιν καί τελειοποίησιν καί γνώσιν τής άληθείας, άνυψοΐ άνεπαισθήτως έαυτήν εις ειδός τι ύπερθρησκείας, θεωρούσα πάσας τάς θρησκείας, μηδέ τής χριστιανικής τοιαύτης έξαιρουμένης, ώς ύποδεεστέρας αύτής. Ύποτρέφει δέ οϋτω εις τούς μύστας αύτής τό φρόνη­μα, ότι μόνον έν τοΐς μασσωνικοΐς έργαστηρίοις γίνεται ή κατεργασία καί λείανσις τοΰ άξεστου καί άκατεργάστου λί­θου. Μόνον, άλλως τε, τό γεγονός δτι ή Μασσωνία δημιουρ­γεί αδελφότητα, έξαιρομένην ύπέρ πάσαν άλλην έξω αύτής ύπάρχουσαν άδελφότητα, τήν όποιαν, κάν έτι τυγχάνει ούσα χριστιανική, θεωρεί άπαρτιζομένην έκ βεδήλων, άποδεικνύει έμφανώς τάς περί ύπερθρησκείας άξιώσεις της. Διά τής Μασσωνικής τούτέστι μυήσεως ό Χριστια-νός καθίσταται άδελφός τοΰ μεμυημενού όθωμανοΰ ή βουδδιστοΰ ή οίουδήποτε όρθολογιστοΰ, καθ’ ον χρόνον ό μη μεμυ-ημένος εις τήν Μασσωνίαν Χριστιανός καθίσταται δι’ αύτόν βέβηλος. Άφ’ έτέρου ή Μασσωνία έξαίρουσα έξόχως τήν γνώσιν καί ύποβοηθοΰσα εις τήν έλευθέραν έρευναν, ώς μή «θέτουσα ούδέν όριον έν τή άναζητήσει τής άληθείας» (κατά τά Τυπικά καί τό Σύνταγμα αύτής), έπί πλέον δέ υίοθετήσασα τήν λεγομένην φυσικήν ήθικήν, περιέρχεται καί κατά τοΰτο εις όξεΐαν άντίθεσιν πρός τήν χριστιανικήν θρησκείαν. Διότι ή χριστιανική θρησκεία ύπέρ παν άλλο έξαίρει τήν πίστιν, περι-ορίζουσα τόν άνθρώπινον λόγον έντός τών ορίων τών ύπό τής θείας άποκαλύψεως χαρασσομένων καί οδηγοΰσα εις τόν διά τής ύπερφυσικής ένεργείας τής θείας χάριτος έξαγιασμόν. Έν άλλαις λέξεσιν, ένώ ο Χριστιανισμός, ώς έξ άποκαλύ-ψεως θρησκεία, έχουσα δόγματα καί άληθείας κατά λόγον καί υπέρ λόγον, έκζητεΐ πρωτίστως πίστιν καί βα­σίζει τό ήθικόν αύτού οικοδόμημα επί της υπερφυσικής θεί­ας χάριτος, ή Μασσωνία έχει μόνον φυσικάς αλήθειας, εις γνώσιν των όποίων καλεΐ τούς μύστας αύτής διά της έλευθέρας σκέψεως καί έρεύνης καί διά μόνου του όρθοΰ λόγου στηρίζει δέ τό ήθικόν οικοδόμημα αυτής έπί μόνων των φυ­σικών δυνάμεων του άνθρώπου προς φυσικούς όλως κατατείνουσα σκοπούς. Οΰτω προδήλου ούσης τής μεταξύ Χριστιανισμού καί Μασσωνίας ασυμβιβάστου άντιθέσεως, φυσικώς ήχθησαν αί άπανταχοΰ μέν άλλόδοξοι Έκκλησίαι εις τό νά ταχθώσιν αν­τιμέτωποι τής Μασσωνίας, καί ού μόνον ή Δυτική Εκκλησία, ή καί δι’ ίδιους λόγους δι’ άλλεπαλλήλων παπικών έγκυκλίων καυτηριάσασα τήν τεκτονικήν κίνησιν, άλλά καί αί Λου­θηρανικοί καί Μεθοδιστικαί καί Πρεσβυτεριανοί Κοινότητες έκήρυξαν αυτήν άσυμβίβαστον προς τον Χριστιανισμόν. Πο­λύ δέ περισ-σότερον ή άνόθευτον τον θησαυρόν τής χριστια­νικής άληθείας διακρατήσασα ’Ορθόδοξος Καθολική Εκκλη­σία, όσάκις παρουσιάζετο ζήτημα περί Μασσωνίας, άπεφαίνετο κατ’ αύτής. ’Εσχάτως ο έτι ή έν Άγίω "Ορει συνελθοΰσα Διορθόδοξος ’Επιτροπή, ής μετέσχον δι’ αντιπροσώ­πων πασαι αί αύτοκέφαλοι ’Ορθόδοξοι ’Εκκλησίας έχαρακτήρισε τήν Μασσωνίαν «ώς σύστημα άντιχριστιανικόν καί πεπλανημένον». Ή δέ Ιεραρχία τής 'Εκκλησίας τής Ελλάδος έν τή μνημονευθείση συνεδρία αύτής μετ’ άνακουφίσεως ήκουσε καί άπεδέξατο τό συμπέρασμα, όπερ έκ τε μελέτης καί τής διεξ­αχθείσης συζητήσεως συνήγαγεν ό Μακαριώτατος Πρόεδρος αύτής ’Αρχιεπίσκοπος ’Αθηνών Χρυσόστομος, είπών έπί λέξει: «Ό Μασσωνισμός δέν συμβιβάζεται ποσώς προς τον Χριστιανισμόν, έφ’ όσον είναι Σωματείον μυστικόν, ένεργοΰν καί διδάσκον έν κρύπτω καί παραβύστω καί θεοποιούν τόν όρθολογισμόν. Ό Μασσωνισμός δέχεται ώς μέλη αύτοΰ ού μόνον Χριστιανούς, άλλά καί 'Εβραίους καί Μουσουλμάνους. Επομένως δέν δύναται νά έπιτραπή εις κληρικούς νά μετέχωσι του Σωματείου τούτου, θεωρώ δέ άξιον καθαιρέσεως πάντα κληρικόν συμμετέχοντα τού Σωματείου τούτου' τούτο δέ πρέπει νά διακηρυχθή. Δέον νά συσταθή εις όσους προσήλθον χωρίς νά προσέξωσι καί χωρίς νά έξετάσωσι τί έστι Μασσωνισμός, όπως διακόψωσι πάσαν σχέσιν πρός αυ­τόν, διότι μόνον ό Χριστιανισμός είναι ή θρησκεία, ή διδά­σκουσα τήν απόλυτον άλήθειαν καί ικανοποιούσα τάς θρη­σκευτικός καί ήθικάς άνάγκας τού άνθρώπου». Όμοφώνως δέ καί όμοψύχως άπαντες οί Ίεράρχαι τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, έγκρίνοντες τά άνωτέρω, άποφαινόμεθα δτι ή Μασσωνία είναι όλως ασυμβί-βαστος πρός τόν Χριστιανισμόν, καί δτι δέον τά πιστά τής Εκκλησίας τέκνα, δπως άπέχωσι τού Μασσωνισμοΰ. Άκραδάντως πιστεύοντες εις τόν Κύριον ήμών Ίησοΰν Χριστόν, «έν ώ έχομεν τήν άπολύτρωσιν διά τοΰ αίματος αύτοΰ, τήν άφεσιν τών παραπτωμάτων, κατά τόν πλούτον τής χάριτος αύτοΰ, ής έπερίσσευσεν εις ή μάς έν πάση σοφία καί φρονήσει» (Έφεσ. ι' 7-8), κατέχοντες τήν δι’ αύτοΰ άποκαλυφθεΐσαν καί ύπό τών ’Αποστόλων κηρυχθεΐσαν αλήθειαν «ούκ έν πειθοΐς άνθρωπίνοις σοφίας λόγοις, άλλ’ έν αποδείξει Πνεύματος καί δυνάμεως» (Α' Κορ. 2, 4), μετέχοντες τών θείων Μυστηρίων, δι’ ών καί άγιαζόμεθα καί σωζόμεθα εις αίωνίαν ζωήν, δέον νά μή έκπίπτωμεν τής Χάριτος τοΰ Χριστού, γινόμενοι κοινωνοί άλλοτρίων μυ­στηρίων. Ούδαμώς προσήκει ν’ άνήκη τις εις τόν Χριστόν, καί νά ζητή έκτος αύτοΰ άπολύτρωσιν καί ήθικήν τελείωσιν. "Οθεν είναι ασυμβίβαστος ο άληθής καί γνήσιος Χριστιανι­σμός πρός τήν Μασσωνίαν. “Οθεν καί οί τυχόν έμπλακέντες εις τήν μύησιν τών Μασσωνικών μυστηρίων, δέον τοΰ λοιπού ν’ άπόσχωσι πάσης έπικοινωνίας πρός τάς Μασσωνικάς στοάς καί έργασίας, βέβαιοι όντες ότι ουτω άνανεοΰσιν άσφαλώς τούς πρός τόν ένα Κύριον καί Σωτήρα ήμών, έξ άγνοιας καί κακής τών πραγμάτων έκτιμήσεως, ύποχαλασθέντας δεσμούς. Τούτο ’ιδί­ως άπεκδέχεται μετά πολλής τής στοργής ή Ιεραρχία τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος παρά τών μυστών τών στοών, πεποιθυΐα ότι οί πλεΐστοι έξ αύτών έδέξαντο τήν τεκτονικήν μύησιν ούχί έν έπιγνώσει ότι δι’ αύτής μεθίστανται εις άλλην θρησκείαν, άλλ’ όλως τουναντίον, έξ άγνοιας, νομίζοντες ότι ούδέν τό άντιπίπτον εις την θρησκείαν των πατέρων αυτών συνετέλουν. Συνιστώσα δέ ή 'Ιεραρχία αυτούς καί εις την συμ­πάθειαν κατ’ ούδένα δέ λόγον εις την έχθρότητα καί τό μί­σος τών πιστών τέκνων της Εκκλησίας, προσκαλεΐ αύτά ΐνα μετ’ αυτής έν χριστιανική άγάπη καί άπό καρδίας εύχωνται όπως ό Κύριος ήμών ’Ιησούς Χριστός, «ή όδός καί ή άλήθεια καί ή ζωή» (’Ιωάν. 14, 16), φωτίση καί έπιστρέψη τούς έξ άγνοιας άποπλανηθέντας άπό την άλήθειαν.

 

Ό Αθηνών Χρυσόστομος Πρόεδρος

Ό Δρυϊνουπόλεως καί Πωγωνιανής Βασίλειος

Ό Χίου Πολύκαρπος

Ό Ζακύνθου Διονύσιος

Ό Ξάνθης Πολύκαρπος

Ό Μαρωνείας "Ανθιμος

Ό Λήμνου Στέφανος

Ό Κεφαλληνίας Δαμασκηνός

Ό Άλεζανδρουπόλεως Γερβάσιος

Ό Λαρίοσης Αρσένιος

Ό Κασσανδρείας Ειρηναίος

Ό Θεσσαλονίκης Γεννάδιος

Ό Ίωαννίνων Σπυρίδων

Ό Μαντινείας καί Κυνουρίας Γερμανός

Ό Πατρών ’Αντώνιος

Ό Σπάρτης Γερμανός

Ό Δημητριάδος Γερμανός

Ό Κερκύρας ’Αλέξανδρος

Ό Μυτιλήνης ’Ιάκωβος

Ό Πλωμαρίου Κωνσταντίνος

Ό Βελλάς καί Κονίτσης ’Ιωάννης

Ό Ζιχνών ’Αλέξανδρος

Ό ’Εδέσσης Κωνστάντιος

Ό Φιλίππων καί Νεαπόλεως Χρυσόστομος

Ό Βερροίας καί Ναούσης Πολύκαρπος

Ό Φθιώτιδος ’Αμβρόσιος

Ό Νΐγρίτης Εύγένιος

Ό Πτολεμαΐδος Ιωακείμ

Ό Καρδαμύλων Ιωακείμ

Ό Διδυμοτείχου ’Ιωακείμ

Ό Ίερισσοΰ καί ’Αγίου Όρους Σωκράτης

Ό Σιοαγίου καί Σιατίστης Διόδωρος

Ό Ύδρας καί Σπετσών Προκόπιος

Ό Θηβών καί Λεθαδείας Συνέσιος

Ό "Αρτης Σπυρίδων

Ό Σάμου καί Ικαρίας Ειρηναίος

Ό Σερρών Κωνσταντίνος

Ό Σερβίων καί Κοζάνης ’Ιωακείμ

Ό Παροναξίας Ιερόθεος

Ό Δράμας Βασίλειος

Ό Τρίκκης καί Σταγών Πολύκαρπος

Ό Γυθείου καί Οίτύλου Διονύσιος

Ό Νευροκοπίου Φιλόθεος

Ό Σουφλίου ’Ιωακείμ

Ό Γρεβενών Νικόλαος

Ό Έλασαώνος Καλλίνικος

Ό Άργολίδος Ιερόθεος

Ό Παραμυθίας, Φιλιατών καί Γηρομερίου Γεώργιος

Ό Πολυανής Κύριλλος

Ό Μηθύμνης Διονύσιος

Ό Κορινθίας Δαμασκηνός

Ό Κυθήρων Δωρόθεος

Ό Αιτωλίας καί Ακαρνανίας Κωνσταντίνος

Ό Χαλκίδος Γρηγόριος

Ό Τριφυλίας καί ’Ολυμπίας Άνδρέας

Ό Καρυστίας Παντελεήμων

Ό ’Ηλείας ’Αντώνιος

Ό Μεσσηνίας Πολύκαρπος

Ό Σύρου, Τήνου, "Ανδρου καί Κέας Φιλάρετος

Ό Φωκίδος ’Ιωακείμ

Ό Άρδαμερίου Καλλίνικος

Ό Φαναριού καί θεσσαλιώτιδος ’Ιεζεκιήλ

Ό Καλαβρύτων καί Αίγιαλείας θεόκλητος

Ό Θήρας "Ανθιμος

Ό Φλωρίνης Βασίλειος

Ό Σιδηροκάστρου Βασίλειος

Ό Λευκάδος καί Ιθ

 

 

 

Κατόπιν της δημοσιεύσεως των έπισήμων τούτων κειμένων, δι’ ών σαφώς καί άπεριφράστως ή 'Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος διατυπώνει την κρίσιν της περί του Μασσωνισμού καί καθορίζει την στάσιν της άπέναντί του, έληξε πλέον ή συζήτησις έπί του ζητήματος καί έκτοτε θεωρείται τούτο καί διά την Εκκλησίαν της Ελλάδος «θέμα κλειστόν».

-----------------------------------------------------------------

 

72 Αύτη έδημοσιεύθη εις τό επίσημον Δελτίον τής Εκκλησίας τής 'Ελλάδος είς το ψύλλον τής 4 Δεκεμβρίου 1933.

Ή σχετική έγκύκλιος ή όποια άπεστάλη πρός τούς Σεβ. Μητροπολίτας τής ’Εκκλησίας τής 'Ελλάδος διά τήν υπογραφήν τής πράξεως έχει ώς έξής:

Άριθ. Πρωτ. 2588                           Άθήνησι 2 Νοεμβρίου 1933

Διεκπ. 83                                                         ’Εγκύκλιος

Διαπέμπεται ή περί Μασσωνίας πράξις τής 'Ιεραρχίας πρός υπο­γραφήν.

Πρός τους Σεβ. Μητροπολίτας τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος.

Συμψώνως τή έν συνεδρίςι τής 12 ’Οκτωβρίου έ.έ. τής Ι. Συνό­δου τής 'Ιεραρχίας τή ληφθείση ύπ’ αυτής άποφάσει περί Μασσωνίας συνετάχθη υπό ’Επιτροπής σχέδιον Πράξεως, δπερ μετ’ επεξεργασίαν καί έπιμεμελημένην έπιστασίαν έγκριθέν όριστικώς ύπό τής Ι. Συνό­δου τής ’Εκκλησίας τής ‘Ελλάδος καί ΰπογραφέν υπό τών μελών αΰ­τής καί πάντων τών έν Άθήναις παρεπιδημούντων 'Ιεραρχών άποστέλλεται, και πρός τους έν ταΐς έπαρχίαις Ίεράρχας τούς τε μετασχόντας τής είρημένης συνεδρίας τής Ιεραρχίας και πάντας τούς λοιπούς, ινα ΰπσγράψωσιν ίδιοχείρως.

"Οθεν παρακαλεΐσθε, δπως ΰπογράψητε τό εσώκλειστον άντίγραφον τής Πράξεως καί έπιστρέψητε αυτό άμέσως δπως έγκαίρως δημοσιευθή ή Πράξις φέρουσα τάς ΰπογραψάς πάντων τών Ιεραρχών τής Εκ­κλησίας τής Ελλάδος.

73 Ward, Freemasonry and the Ancient Gods p. 347-350.

74 Leadbeater: Τά άρχαΐα Μυστήρια καί ό Τεκτονισμός κοττά μετάφρασιν έκ του 'Αγγλικού, έν Άθήναις 1927.

75 Γ. Σ ώ κ ο υ, 'Ομιλία έν «Πυθαγόρου» τόμ. Ζ' σελ. 19.

76 Γ. Σ κ α λ ι έ ρ η, Ίδε Λεύκωμα έπί τή πεντηκονταετηρίδι τού «Πυθαγόρου» σελ. 136-142.

77 Τυπικά τών συμβολικών βαθμών. ’Ανατολή ’Αθηνών, έτος 1891, σελ. 100 και έξης.

78 C l a ν e l, Histoire Pittorespue de la Franc-Magonncrie, έκδοσις δεύτερα σελ. 54 καί 56.—R a son, Rituel du grade de Maitre p. 9.— Alex. Lenoir, La Franc-Maronnerie rendue a sa veritable origine σελ. 266.

79 Γ. Σ ώ κ ο ς έν Πυθαγ. Ζ' σελ. 19, 20.

80 Τεκτονικόν έγκόλπιον, σελ. 27.

 

απόσπασμα εκ του συγγράμματος του  Π.Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ " ΜΑΣΣΩΝΙΣΜΟΣ "

 

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΜΑΣΟΝΙΑ ( 1972 )

ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

 

 

 

Please reload