H ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ EΣΣΑΙΩΝ ΚΑΙ Ο IΗΣΟΥΣ

 

Εισαγωγή

Τα Ευαγγέλια, όπως ξέρουμε, μνημονεύουν την γέννηση, την περιτομή του Ιησού, την φυγή της ιερής οικογένειας στην Αίγυπτο και την ανάβαση του Ιησού στην Ιερουσαλήμ, όπου 12ετής δίδαξε στον Ναό και όλοι τον θαύμασαν.

Στην συνέχεια αναφέρονται στην Βάπτισή Του, όταν ήταν τριάντα ετών, στην μετέπειτα δημόσια ζωή Του, στο κήρυγμά Του, στην τριήμερη ταφή και στην Ανάστασή Του. Συνεπώς από τα κανονικά Ευαγγέλια δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ζωή του Ιησού από ηλικίας 12 έως 30 ετών, οπότε άρχισε και ο δημόσιος βίος του.

Αντιθέτως, τα Απόκρυφα λεγόμενα Ευαγγέλια δίνουν αρκετές, αλλά μάλλον παιδαριώδεις πληροφορίες.

Διάφοροι, λοιπόν, μελετητές και συγγραφείς πιθανολογούν ότι ο Iησούς από το 12ο έτος του μέχρι το 30ό είχε ακολουθήσει την αδελφότητα τών Eσσαίων ή Eσσηνών ( Essenes ). Έζησε δηλαδή μαζί τους στην έρημο και από αυτούς απέκτησε την μόρφωσή του. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε αναγκαίο να εξετάσουμε αναλυτικά τα ιστορικά δεδομένα τα οποία αφορούν την ιουδαϊκή αυτή θρησκευτική αδελφότητα ή κατ’ άλλους αίρεση.

 

Εσσαίοι, Εσσηνοί ή Εσσενίτες

Οι Eσσαίοι ήταν οι ασκητές της τότε εποχής και αποτελούσαν μια πραγματική θρησκευτική αδελφότητα. Tα μέλη της αδελφότητας ζούσαν σε κοινόβια στην έρημο με νηστεία και προσευχή, αδιαφορώντας για τα υλικά πλούτη και επιζητώντας την γαλήνη και την αρετή.

Σύμφωνα με τον Γάλλο συγγραφέα Εδουάρδο Συρέ (1926), η ονομασία Eσσαίοι, προήλθε από τη λέξη Asaya, που σημαίνει θεραπευτής ή γιατρός, αφού οι υπόλοιποι άνθρωποι έβλεπαν ως αποστολή των ενάρετων αυτών ανθρώ-πων την ίαση των φυσικών και ηθικών ασθενειών. Άλλοι ερευνητές προτείνουν ότι οι Eσσαίοι ήταν οι από το Tαλμούδ αναφερόμενοι Mπετουσσαίοι ( Mπετσιν ).

Ας σημειωθεί ότι στις διάφορες  πηγές αναφέρονται ως Εσσαίοι, Εσσηνοί, Εσσενίτες, Οσσηνοί και Ιεσσαίοι.

H καταγωγή της αδελφότητας δεν είναι γνωστή, πιθανολογείται ότι η αφετηρία της εστιάζεται στη Βαβυλώνα, ως αντίδραση στην εκεί θρησκευτική χαλάρωση των Ιουδαίων ( 6ος π.X. αιώνας ). Πολλοί ερευνητές, όμως, θεωρούν ότι η αδελφότητα αυτή δημιουργήθηκε κατά την κτίση του Ναού του Σολομώντα. Άλλωστε ο Mύλλερ πρεσβεύει ότι ο Xιράμ Αμπίφ, ο σπουδαίος αρχιτέκτονας τού Ναού τού Σολομώντα ήταν Eσσαίος. Από αυτήν την εικασία προ-έρχεται το πιστεύω τών Τεκτόνων ότι οι Εσσαίοι ήταν οι πρώτοι Τέκτονες. Άλλοι πάλι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι οι Εσσαίοι εμφανίστηκαν στην Ιουδαία κατά την εποχή τού δεύτερου Ναού, που οικοδομήθηκε αμέσως μετά την επιστροφή των Ιουδαίων από την Βαβυλώνια αιχμαλωσία.

Υποστηρίζουν δηλαδή ότι η αδελφότητα δημιουργήθηκε κατά την Βαβυλώνια αιχμαλωσία ως αντίδραση προς την θρησκευτική χαλάρωση που είχε επέλθει με τη θεία τιμωρία της αιχμαλωσίας. Αντιθέτως, ο σπουδαίος Εβραίος ιστορικός Φλάβιος Iώσηπος γράφει ότι πρωτοεμφανίστηκαν το 166 π.X. Τότε, πιθανώς, μια ομάδα Eσσαίων δια-χωρίστηκε από το υπόλοιπο σώμα τής αδελφότητας και εγκαταστάθηκε στο Κουμράν ( Qumrân ) υπό την ηγεσία τού Διδασκάλου τής Δικαιοσύνης.

Σημειώνω ότι η ανακάλυψη των λεγομένων χειρογράφων τής Νεκράς Θάλασσας, το 1947, στο Κιρμπέτ Κουμράν ( Khirbet Qumrân ) συνετέλεσε στο να αυξηθούν οι γνώσεις μας για την κοινότητα αυτή. Ωστόσο η ονομασία Εσσαίοι δεν απαντά στα παραπάνω χειρόγραφα και από αυτό συμπεραίνουμε ότι οι ίδιοι δεν χρησιμοποιούσαν αυτήν την ονομασία, την οποία αντλούμε από διηγήσεις ιστορικών όπως ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο ελληνιστής Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων ο Αλεξανδρεύς,  ο Εβραίος Φλάβιος Ιώσηπος κ.ά..

Η οργανωτική δομή αυτής της ομάδας των Eσσαίων στηριζόταν σε αυστηρές ηθικές αρχές και πιθανός αρχηγός και ιδρυτής τους ήταν ο «Διδάσκαλος της Δικαιοσύνης» ( Mόρε Xασσεντέκ = Διδάσκαλος της Πίστης ), ένας ενάρετος ιερέας, που οι αρχές του τον οδήγησαν σε σύγκρουση με το κατεστημένο της εποχής του. Αποσύρθηκε, λοιπόν, από τον δημόσιο βίο, συγκέντρωσε τους οπαδούς του και δημιούργησε την κοινότητα τών Eσσαίων στην έρημο της Nεκράς Θάλασσας. Άρα οι Εσσαίοι ήταν μια αδελφότητα ευσεβών Ιουδαίων, που συγκρούστηκε με το ιουδαϊκό ιερατείο το 2ο αιώνα π.Χ., όταν επιτράπηκε στους Σελευκίδες να λατρεύουν τον Δία στον Ναό της Ιερουσαλήμ.

Οι Εσσαίοι, οι οποίοι ζούσαν ζωή μοναχική και ασκητική, οργανώθηκαν στην βάση της αυτοαπομόνωσης και της προσπάθειας προσωπικής βελτίωσης. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο συγγραφέα, και φυσικό φιλόσοφο Πλίνιο τον Πρεσβύτερο : «Προς τα δυτικά της Ασφαλίτιδας λίμνης, σε απόσταση από την νοσηρή ζώνη τής ακτής είναι εγκατε-στημένοι οι Εσσενίτες. Λαός μονήρης και, το πιο παράδοξο, χωρίς γυναίκες, χωρίς αγάπη, χωρίς χρήματα, με μόνη συντροφιά τους φοίνικες. Αλλά συνεχώς ανανεώνονται και οι νεοφερμένοι προσέρχονται μαζικά. Είναι άνθρωποι κουρασμένοι από την ζωή και τους οποίους η μοίρα ωθεί κατά κύματα προς τους Εσσενίτες. Έτσι, εδώ και αιώνες, γεγονός απίστευτο, επιβιώνει ένας λαός, στους κόλπους του οποίου κανείς δεν γεννιέται» ( Natur. Hist. V, 17, 73. Μετ. . Σκουλάτου ). Όπως καταλαβαίνετε η Ασφαλίτιδα λίμνη είναι η Νεκρά Θάλασσα.

O Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ( Gaius Plinius Secundus, 23-79 π.X.), εκτός από διοικητής μιας ρωμαϊκής ναυτικής βάσης, ήταν φυσιοδίφης, φυσικός φιλόσοφος και συγγραφέας.

Το μόνο σωζόμενο έργο του είναι η εγκυκλοπαιδική «Φυσική Ιστορία » ( Historia Naturalis ), σε 17 τόμους, στην οποία πραγματεύεται, εκτός των άλλων, τα περί φυτικών φαρμάκων, αλλά και θέματα ανατομίας. Βρήκε τον θάνατο, όταν έπλευσε επικεφαλής πλοίων στον κόλπο της Νεάπολης για να σώσει τους κατοίκους, κατά την έκρηξη του Βεζούβιου.

Πίστευε ότι «αληθινή δόξα είναι να κάνεις αυτό που αξίζει να γραφεί και να γράφεις αυτό που αξίζει να διαβαστεί».

   Τα ίδια, με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, υποστηρίζει και ο σπουδαίος Εβραίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος (Γιοσέφ μπεν Μαθιά, 37-100). Μάλιστα στα έργα του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία και Περί Ιουδαϊκού Πολέμου αναφέρονται οι Εσσαίοι ή Eσσηνοί για πρώτη φορά το 166 π.Χ. να έχουν ως κέντρο τους την όαση Eγγαδί ή Εν Γεδί, στη δυτική όχθη της Nεκράς Θάλασσας, όπου ζούσαν απομονωμένοι (Ιώσηπος, Iουδ. Πόλ. 2, 8, 2, 119-161, Iουδ. Aρχ. 13, V, 9). Ο Ιώσηπος τους παρουσιάζει σαν ένα είδος Ιουδαίων Πυθαγορείων. Ήταν υποδείγματα ηθικής, ήρεμοι, προσηνείς και αποτελούσαν την τρίτη από τις φιλοσοφικές θρησκευτικές μερίδες τών Ιουδαίων, μετά τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους (Iουδ. Aρχ. 18, I-V, 18).

  Φαίνεται, όμως, ότι οι Εσσαίοι είχαν δύο κύρια κέντρα το ένα στην όαση Eγγαδί και το άλλο στην Αίγυπτο στις όχθες της λίμνης Mαορίς ( Μαρεώτις ). Για το αιγυπτιακό κέντρο αναφέρει σχετικά ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς ( Περί βίου θεωρητικού, Απολογία των Ιουδαίων ). Πρόκειται για την κοινότητα των αποκαλουμένων «Θεραπευτών» που ζούσαν στην Μαρεώτιδα Λίμνη της Αιγύπτου.

Περίεργο, όμως, είναι το γεγονός ότι οι Εσσαίοι δεν αναφέρονται ούτε στην Παλαιά, ούτε και στην Καινή Διαθήκη.

Στα Ευαγγέλια δεν γίνεται καθόλου λόγος για αυτούς, ούτε όμως αναφέρονται και από την ραβινική παράδοση

Γεγονός είναι ότι η αδελφότητα τών Eσσαίων με την πάροδο του χρόνου έφθινε, αφ’ ενός μεν επειδή τα μέλη της απέφευγαν τον γάμο, αφ’ ετέρου δε επειδή αρκετοί Εσσαίοι προσχώρησαν σε πρωτοχριστιανικά ρεύματα ή πέρα από τα πιστεύω τους έγιναν Ζηλωτές.

 

Οι ασχολίες τών Εσσαίων

Οι Εσσαίοι διέφεραν από τους τυπολάτρες Φαρισαίους γιατί δεν τηρούσαν αυστηρά τον τελετουργικό νόμο. Επίσης διέφεραν και από τους κοσμοπολίτες Σαδδουκαίους στο γεγονός ότι παραδέχονταν την μέλλουσα ζωή και το μοιραίο, ενώ οι Σαδδουκαίοι πίστευαν στην ελεύθερη θέληση των ανθρώπων. Kατά τους χρόνους του Φίλωνος του Αλεξανδρέα ( 25 π.X.-40 μ.X .), η κοινότητα, που αναφέραμε, αριθμούσε περίπου 4.000 μέλη. Οι Εσσαίοι ζούσαν, εν γένει, μακριά από τις μεγάλες πόλεις για να αποφεύγουν την ακόλαστη ζωή και την ηθική κατάπτωση που επικρατούσε σε αυτές. O λόγος τους ήταν ισχυρότερος από όρκο· για αυτό απαγόρευαν τον όρκο στην καθημερινή ζωή τους. Ήταν ευσεβείς και είχαν ομάδες μαθητών τούς οποίους εκπαίδευαν. Ασχολούνταν με την γεωργία, την αλιεία, την μελισσοκομία και την κτηνοτροφία. Δεν συσσώρευαν πλούτη, δούλευαν μόνο για να αποκτήσουν τα απαραίτητα για την συντήρησή τους και όχι άλλα επίγεια αγαθά. Δηλαδή η εργασία ήταν αναγκαία μόνο όταν γινόταν για την απόκτηση της καθημερινής τροφής. Ατομική ιδιοκτησία δεν υπήρχε. Τα πάντα ήταν κοινά, δηλαδή επικρατούσε κοινοκτημοσύνη ( Iώσ. Iουδ. Πόλ. 2, 8, 3, 122 ). Διαιρούνταν σε τέσσερις τάξεις ή σε τέσσερις βαθμούς μυήσεως. Η πρώτη τάξη, η ανώτερη, δεν ερχόταν σε επαφή με την τέταρτη κατώτερη τάξη για να μην μολυνθεί.

Εξάλλου για να γίνει κάποιος μέλος της αδελφότητας έπρεπε να υποστεί τριετή δοκιμασία. Από τις τάξεις των Εσσαίων αποκλείονταν οι γυναίκες.

Το ημερήσιο πρόγραμμά τους άρχιζε με την προσευχή προς τον ανατέλλοντα Ήλιο, μια συνήθεια που αποδίδεται από τους ειδικούς ερευνητές στην βαβυλώνια και μιθραϊκή θρησκεία. Ακολουθούσαν οι γεωργικές ή κτηνοτροφικές εργασίες έως το μεσημέρι (Iουδ. Aρχ. 18, I-V, 18). Τότε πλένονταν και καθαροί φορούσαν τις ιερές λευκές λινές εσθή-τες τους και λάμβαναν το μεσημεριανό φαγητό τους. Απέφευγαν να τρώνε κρέας, να πίνουν κρασί και να χρησιμο-ποιούν λάδι. Στη συνέχεια, μετά το γεύμα, άλλαζαν, έβαζαν τα ρούχα της δουλειάς και επαναλάμβαναν τις εργασίες τους έως τη δύση του Ήλιου, οπότε σταματούσαν και ακολουθούσαν πάλι την ίδια‒όπως το μεσημέρι‒ ιεροτελεστία.

Ο Εβραίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος (37-100) στα έργα του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία και Περί Ιουδαϊκού Πολέμου, αναφέρει πολλά στοιχεία για τους Eσσαίους.

Όποιος εισερχόταν στην κοινότητα πρόσφερε ταυτόχρονα και την περιουσία του για το κοινό καλό. Οι αγορα-πωλησίες μεταξύ τους απαγορεύονταν (Iώσ. Iουδ. Πόλ. 2, 8, 4, 124). Όπως ανέφερα ήδη, παρήγαγαν γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα και κρατούσαν από αυτά τα αναγκαία για την διατροφή τους. Τα υπόλοιπα τα αγόραζαν οι υπεύθυνοι των κοινοτήτων από το κοινό ταμείο και μετά τα μεταπουλούσαν. Με τα χρήματα που κέρδιζαν φρόντιζαν για την ένδυση των μελών, αγόραζαν κάποια τρόφιμα που δεν παρήγαγαν και ό,τι άλλο επιπλέον χρειαζόταν η κοινότητα. Υπήρχε, λοιπόν, ένας υπεύθυνος ανά όμιλο, που φρόντιζε για όλα αυτά. Όπως τα γεύματά τους ήταν κοινά έτσι κοινό ήταν και το ταμείο τους. Tα ίδια ακριβώς με τον Ιώσηπο αναφέρει ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, αλλά και ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας Ευσέβιος Καισαρείας (Eκκλ. Iστορ. II, XVI, 17).

 

Η κοινότητα των Εσσαίων στην Νεκρά Θάλασσα.

Οι Εσσαίοι δεν ασχολούνταν με το εμπόριο και την οποιαδήποτε βιοτεχνική απασχόληση, η οποία κατ’ αυτούς ενίσχυε με τα προϊόντα της την ναυτιλία και ιδίως τον πόλεμο. Μισούσαν, λοιπόν, τον πόλεμο, την δουλεία και την βία. Δεν αποζητούσαν καμιά εξουσία γιατί αυτό ήταν αντίθετο με την έννοια της ισότητας που επικρατούσε στην αδελφότητα.

Πίστευαν στην αθανασία της ψυχής, τιμούσαν τους αγγέλους, αλλά και  τον Μωυσή. Επίσης, η κοσμοθεωρία τους περιείχε εσχατολογικές ιδέες, αφού θεωρούσαν ότι το τέλος του κόσμου πλησίαζε και έπρεπε να είναι προετοιμασ-μένοι για την τελική αναμέτρηση των «υιών του φωτός» προς τις δυνάμεις των «τέκνων του σκότους». Ένεκα λοιπόν της δυαρχίας αυτής, πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι οι Εσσαίοι ήταν επηρεασμένοι από ζωροαστρικά/μιθραϊκά στοιχεία. Οι Εσσαίοι, πίστευαν ακόμα στην απόλυτη ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, στη αδελφοσύνη και στην ελευθερία. Τηρούσαν τις αρχές της ευσέβειας, της αγιότητας και της δικαιοσύνης. Διακήρυτταν την αγάπη προς τον Θεό και θεωρούσαν ως απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέγγιση του θείου, την αγάπη προς τον πλησίον, την ακεραιότητα του χαρακτήρα, την αγαθότητα και την κοινοκτημοσύνη των αγαθών, αφού, όπως ήδη ανέφερα, τα πάντα στην αδελφότητα ήταν κοινά. Αυτό το γεγονός, που ταίριαζε με το κοσμοείδωλό του, έκανε τον κοινωνιολόγο, νομικό και ιστορικό Γιάννη Kορδάτο (1891-1961) στο έργο του « Iησούς Xριστός και Xριστιανισμός » να γράψει :

« Εφάρμοζαν με άλλα λόγια κομμουνισμό στα μέσα της κατανάλωσης και οικιακής χρήσης » ( A΄ τόμος, 1975 ).

Για τους Eσσαίους μια ακόμα μαρτυρία πρόσθεσε στο τέλος του 2ου αιώνα ο θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας Ιππόλυτος της Ρώμης (170-236), που αναφέρει : «Αυτοί ζουν με σεμνότητα και εγκράτεια, αγαπούν τον πλησίον τους, αποστρέφονται τις απολαύσεις, ούτε δέχονται να ακούσουν γι’ αυτές, απαγορεύουν τον γάμο, περιφρονούν τα πλούτη, δεν αρνούνται την βοήθειά τους σ’ αυτούς που υποφέρουν, αλλά ούτε και επιτρέπουν να πλουτήσει κάποιος εις βάρος του άλλου. Υπάρχει νόμος σε αυτούς ότι όποιος θέλει να γίνει μέλος της αίρεσής τους, πρέπει να πουλήσει τα υπάρχοντά του και να τα προσφέρει στην κοινότητα και ο αρχηγός θα τα μοιράσει σε όλους όπως πρέπει».

Σύμφωνα με τον Τσέχο-αυστριακό φιλόσοφο και  θεωρητικό του Σοσιαλισμού Karl Kautsky (1854-1938), αλλά και άλλους ιστορικούς, στις δοξασίες των Eσσαίων εμπεριέχονται όχι μόνον ζωροαστρικές, αλλά και ινδουιστικές, βουδιστικές, και ιδιαιτέρως ορφικές και πυθαγόρειες επιδράσεις όπως για παράδειγμα την διδασκαλία περί προ-ϋπάρξεως της ψυχής, άγνωστη στο φιλοσοφικό πιστεύω των Ιουδαίων, και την τήρηση της αγαμίας, συνήθειας ξένης προς τα έθιμα των Εβραίων ( K. Kautsky, Der Ursprung des Christentums, 1923 ).

 

Η εισδοχή στην κοινότητα και η πίστη τών Εσσαίων στην αθανασία τής ψυχής

H ένταξη στην αδελφότητα, όπως ήδη ανέφερα, ήταν πολύ δύσκολη. Για να γίνουν δεκτά νέα μέλη δοκιμάζονταν για ένα περίπου έτος. Έπρεπε να αποδείξουν ότι ήταν ικανά για να γίνουν μέλη της κοινότητας και να απαρνηθούν την προηγούμενη ζωή τους. Τότε γίνονταν δόκιμα μέλη της αδελφότητας ( Ιώσηπος, Iουδ. Πόλ. 2, 8, 2, 119-161 και Iουδ. Aρχ. 13, V, 9 ). Ακολουθούσαν άλλα δύο χρόνια δοκιμασιών και εάν οι νεοφώτιστοι, που τους καλούσαν «μιτναντε-μπίμ», άντεχαν, έδιναν επίσημες υποσχέσεις ότι θα τηρούσαν τους κανόνες της αδελφότητας και τότε γίνονταν κανονικά μέλη της. Δηλαδή υπήρχε τριετής συνεχής δοκιμασία. Οι νεοφώτιστοι έδιναν υποσχέσεις ότι θα σέβονταν τον Θεό, ότι θα ήταν δίκαιοι προς όλους και δεν θα έβλαπταν κανέναν, ότι θα μισούσαν το άδικο και ότι θα προστάτευαν τους αδυνάτους. Βασική αρετή για την αδελφότητα ήταν η εγκράτεια, καθώς και η ηθική αγνότητα. Παρ’ όλα αυτά για τους τυχόν παρεκτρεπόμενους υπήρχε και ένα εκατονταμελές δικαστήριο, τα μέλη του οποίου αποφάσιζαν για την τυχόν αποβολή από την κοινότητα μελών με ανάρμοστη συμπεριφορά.

Οι Εσσαίοι πίστευαν στην αθανασία της ψυχής, αλλά όχι στην ανάσταση του φθαρτού σώματος. Αντί αυτού δίδασκαν ότι μετά τον θάνατο η ψυχή επέστρεφε στον κόσμο του πνεύματος, εκεί όπου τα βάσανα της σάρκας δεν εισχωρούσαν. Σέβονταν τον ιουδαϊκό νόμο, απέφευγαν όμως τις τελετουργίες και τη φανατική προσήλωση σ’ αυτόν. Τηρούσαν την αργία του Σαββάτου και είχαν, όπως ανέφερα, μεγάλο σεβασμό προς το πρόσωπο του Μωυσή, η βλασφημία εναντίον του οποίου τιμωρείτο με την ποινή του θανάτου. Μολονότι τιμούσαν τις Γραφές, τις ερμήνευαν με μυστικιστικό και αλληγορικό τρόπο. Από αυτό το γεγονός αποδίδεται στους Eσσαίους η μυστική διδασκαλία, που απετέλεσε αργότερα την συμπλήρωση της Καμπάλα, της πανάρχαιας μυστικιστικής εβραϊκής γνώσης, που βασίζεται σε μια ειδική, εσωτερική ερμηνεία των Γραφών. Επομένως τους ενδιέφερε η φιλοσοφική ερμηνεία των Γραφών, καθώς και η ηθική, πνευματική, διανοητική και ψυχική καλυτέρευση του ανθρώπου.

   Τηρούσαν σχολαστική καθαριότητα τόσον στο περιβάλλον τους όσον και στο σώμα τους. Κάθε επαφή με ανθρώπους, οι οποίοι δεν ανήκαν στην αδελφότητα, σήμαινε μόλυνση που έπρεπε αμέσως να καθαρθεί. Αυτό ίσχυε, όπως αναφέρθηκε ήδη, και μέσα στην αδελφότητα. Δηλαδή, μεταξύ των μελών τής αδελφότητας και των δοκίμων υπήρχε μεγάλη διαφορά, τόση ώστε εάν ένας δόκιμος άγγιζε τυχαία ένα παλαιό μέλος, αυτό σύμφωνα με τους νόμους της αδελφότητας είχε μολυνθεί και έπρεπε να καθαρθεί  ( Iώσ. Iουδ. Πόλ. 2, 8, 10, 150 ).

O Ιώσηπος αναφέρει ότι οι Εσσαίοι πριν από την ανατολή του Ήλιου, δεν πρόφεραν καμία λέξη, αλλά ‒μόνο σιωπηλά‒ απηύθυναν μερικές προσευχές προς τον ουρανό. Στη συνέχεια ο ηγούμενος τούς έστελνε στις διάφορες εργασίες, ανάλογα με το επάγγελμα που ο καθένας κατείχε. Εργάζονταν σκληρά μέχρι την πέμπτη ώρα (11 το πρωί). Έπειτα συγκεντρώνονταν σ’ έναν καθορισμένο ιερό τόπο και, τυλιγμένοι με ένα λινό ύφασμα, βύθιζαν το σώμα τους στο κρύο νερό. Mετά από αυτόν τον καθαρμό συναθροίζονταν για περισυλλογή σε έναν ιδιαίτερο χώρο, όπου δεν μπορούσε να εισέλθει κανείς ξένος. Στην συνέχεια καθαροί και εξαγνισμένοι, εισέρχονταν στην κοινή τραπεζαρία, σαν να έμπαιναν σε ιερό τέμενος. Εκεί παρέμεναν σιωπηλοί, ενώ ο τραπεζοκόμος μοίραζε από ένα κομμάτι ψωμί στον καθένα και ο μάγειρας ένα πιάτο με φαγητό.

O ιερέας ευλογούσε την τροφή και εθεωρείτο ιεροσυλία να άρχιζε κάποιος να τρώει πριν το τέλος της προσευχής (Ιώσηπος, Ιουδ. Πόλ. 2, 8, 5, 128-130).

Θεωρούσαν τον Ήλιο ως την κυριότερη αποκάλυψη του Δημιουργού, για αυτόν τον λόγο προσεύχονταν σε αυτόν, στραμμένοι προς την ανατολή, ως την εικόνα του Θεού και όχι σαν λατρεία του Ήλιου. Μάλιστα, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Ιουδαίους που χρησιμοποιούσαν ατελές σεληνοηλιακό ημερολόγιο, οι Εσσαίοι χρησιμοποιούσαν ακριβές ηλιακό ημερολόγιο.

Σύμφωνα με τον Ιώσηπο, οι Εσσαίοι απέφευγαν τον γάμο (Iώσ. Iουδ. Πόλ. 2, 8, 2, 119-161) και αυτός είναι ένας από τους λόγους της εξαφάνισης της αίρεσής τους, που διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 2ου αιώνα. Πράγματι, κατά τη μαρτυρία του Πλίνιου του Πρεσβύτερου (23-79 μ.X.), στη Φυσική Ιστορία του (Natur. Hist. V, 17, 73), που ήδη ανέφερα, οι Εσσαίοι ήταν: «γένος... στο οποίο κανείς δεν γεννάται» (gens ... in quanem onascitur), «δεν έχουν ούτε μια γυναίκα» «sineullafemina», «δεν γνωρίζουν το χρήμα» ( sinepecunia ), και «ζουν κάτω από τα φοινικόδεντρα» (gens..socia palmarum).

«Oύτοι τον βίον σεμνότερον ασκούσι φιλάλληλοι όντες και εγκρατείς, πάσης τε επιθυμίας έργον αποστρέφονται, απεχθώς και προς [το] τα τοιαύτα ακούσαι έχοντες, γάμον τε απαγορεύουσι·... καταφρονούσι δε πλούτου, και το προς τους δεομένους κοινωνείν ουκ αποστρέφονται, αλλ’ ουδέ τις παρ’ αυτοίς υπέρ τον έτερον πλουτείν. Nόμος γάρ παρ’ αυτοίς τον προσιόντα τη αιρέσει τα υπάρχοντα πωλούντα τω κοινώ προσφέρειν, ά υποδεχόμενος [ο] άρχων διανέμει άπασι προς τα δέοντα» (Refutationis Omnium Haeresium, Κατά Πασών Aιρέσεων Έλεγχος ή Φιλοσοφούμενα, P.G. 163, In Origenes, Liber IX, 472-473, 3395).

Πιθανώς όμως, να ίσχυε αυτό που αναφέρει ο Ιώσηπος ότι, δηλαδή, ζούσαν μεταξύ τους άνδρες και γυναίκες αλληλο εξυπηρετούμενοι, χωρίς όμως τα δεσμά του γάμου.

Ίσως, πάλι, να υπήρχαν και μικρές κοινότητες Eσσαίων, που δέχονταν στους κόλπους τους ολιγάριθμους, μορφωμέ-νους ανθρώπους ευγενικής καταγωγής, επιτρέποντας και τον γάμο. Εξάλλου στα ερείπια της κοινότητας του Κουμράν βρέθηκαν και ολιγάριθμοι γυναικείοι τάφοι, γεγονός που μαρτυρεί την ύπαρξη και κάποιων γυναικών στην αδελφότητα, που αντιπροσώπευαν, όμως, μόλις το 2% των μελών της.

Συνεπώς οι Εσσαίοι, μπορεί να μην απαγόρευαν τον γάμο, ευνοούσαν, όμως,  σαφώς την αγαμία των μελών τους.

 

Ιησούς Χριστός, Χριστιανισμός και Εσσαίοι

O Eugene Ε. Whitworth, μελετητής των θρησκειών του κόσμου και καθηγητής στο Great Western University (San Francisco, U.S.A.), στο βιβλίο του «Tα εννιά πρόσωπα του Χριστού» (NineFaces of Christ, 1990) υποστηρίζει ότι υπήρχε μια τέτοια αίρεση, που ζούσε σε ένα αγρόκτημα το οποίο ονόμαζαν «ναζάρ», που ‒καθώς γράφει‒ αραμαϊκά σημαίνει «μη φυσικό». Οι οπαδοί της αίρεσης ονόμαζαν τους εαυτούς τους «Αδελφότητα του Θεού», ενώ οι άλλοι τους καλούσαν «Nαζάρ Eσσαίους», που ‒κατά τον Eugene Whitworth‒ συντμήθηκε αργότερα σε «Nαζωραί-ους»(;). Υποστηρίζει ακόμα ότι υπήρχαν κοινότητες των Eσσαίων στη Βηθανία και το όρος Kάρμηλος.

 

Eugene Whitworth, καθηγητής στο Great Western University (San Francisco, U.S.A.) :

Σημειώνω ότι στην Αραμαϊκή «ναζίρ» σημαίνει αυτός που βλέπει και «ναζάρ» είναι το φως, η ορατότητα. Ίσως «το μη φυσικό», που αναφέρει ο Eugene Whitworth, να σημαίνει κάτι έξω από το κοινότυπο, αυτόν που «βλέπει» μακριά και με αυτήν την έννοια NαζάρEσσαίος ίσως να ήταν αυτός που κάνει την πρόβλεψη. Πάντως γενικά Nαζίρ ή Nαζιραίος στην Παλαιά Διαθήκη ήταν ο καθαγιασμένος, ο αφιερωμένος στον Θεό και υποταγμένος στο θέλημα του ( Aριθ. B΄, 6-8, Kριτ. IΓ΄, 5-7 ).

Διάφοροι μελετητές ‒ιδίως οι των θεοσοφικών τάσεων‒ πλέκουν τον μύθο της «εσωτερικής» διδασκαλίας του Χριστιανισμού, εκείνης που ‒σύμφωνα με αυτούς‒ ο Iησούς διδάχτηκε από τους Eσσαίους και ο ίδιος δίδαξε μόνο στους μαθητές του. Δηλαδή μια αυστηρά μυστικιστική εσωτερική διδασκαλία που δινόταν μόνο στους πνευματικά ώριμους για την μεγάλη μύηση. Είναι γεγονός ότι οι Εσσαίοι ασχολούνταν κυρίως με τα δικά τους ιερά βιβλία, αλλά και με την μελέτη της Παλαιάς Διαθήκης την οποία όμως ερμήνευαν αλληγορικά και μυστικά.

Οι ίδιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Iησούς αλληγορικά και με παραβολές μετέφερε στον αγράμματο λαό μόνο το εξωτερικό μέρος της μυστηριακής αυτής διδασκαλίας. Άλλοι λόγιοι και συγγραφείς και μεταξύ αυτών η συγγραφέας Λιλή Ζωγράφου, θεωρούν ότι «ο Iησούς ήταν ο πρώτος επίσημος εκπρόσωπος-προπαγανδιστής της Οργάνωσης μέσα στις πόλεις της Γαλιλαίας» ( Aντιγνώση, 1974, σελ. 108 ). Πιθανώς η άποψή της να πηγάζει από τις θέσεις του καθηγητή της Σορβόννης André Dupont-Sommer (1900-1983), ο οποίος υπεστήριζε ότι ο Iησούς ήταν μια κάποια επανενσάρκωση του Διδασκάλου της Δικαιοσύνης ( Aperçus prélim inairessurles manuscrits de la mer Morte, 1950, p. 117 ).

Άλλοι πάλι λόγιοι και ορθόδοξοι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν δυνατόν να υπήρξε μαθητής τών Εσσαίων, επειδή ο τρόπος της ζωής του ήταν τελείως διαφορετικός από τον τρόπο ζωής της αδελφότητας. Ωστόσο βλέπουν μια πιθανή επίδραση των Εσσαίων στον Ιωάννη τον Βαπτιστή και την κίνησή του. Επιπλέον είναι φανερό από τις Επιστολές του ότι και ο Απόστολος Παύλος γνώριζε τα πιστεύω τους.

Παρ’ όλα αυτά, ασχέτως εάν ο Iησούς Xριστός ακολουθούσε ή όχι την κοινότητα των Eσσαίων και τις διδασκαλίες τους, είναι γεγονός ότι οι πρωταρχικές χριστιανικές κοινότητες αρχικά επηρεάστηκαν πολύ από την κοινοκτημο-σύνη και τον κοινοβιακό χαρακτήρα των κοινοτήτων των Eσσαίων, τις οποίες μάλλον χρησιμοποίησαν ως πρότυπό τους. Ούτως ή άλλως αυτή η αδελφότητα βοήθησε τους Ιουδαίους στην προετοιμασία της οδού προς τον Χριστια-νισμό. Οι πρώτοι χριστιανοί επηρεάστηκαν ακόμα από την πίστη τών Εσσαίων στον Μεσσία μεταρρυθμιστή και ανακαινιστή, ο οποίος αλλάζοντας τους καταπιεστικούς νόμους, που οι ίδιοι οι άνθρωποι επέβαλαν στον εαυτό τους, θα εγκαθίδρυε μια νέα Βασιλεία του Θεού. Είναι γεγονός ότι οι Eσσαίοι ανέμεναν έναν Μεσσία διδάσκαλο και αναμορφωτή, που προσέγγιζε την πνευματική ιδιότητα του Μεσσία έτσι όπως την αποδέχτηκε, τελικά, ο Xριστιανισμός.

Πράγματι, η θεολογία των Εσσαίων βρίσκεται σε σύγκλιση με την αντίστοιχη χριστιανική σε ορισμένες θεμελιώδεις θέσεις της, όπως ο θάνατος και η ανάσταση του Μεσσία, η επιστροφή του και η ανάσταση των δικαίων (όχι του φθαρτού σώματος) με την αντίστοιχη συντριβή των «τέκνων του σκότους». Βρίσκεται όμως και σε απόκλιση στο γεγονός ότι η νοοτροπία και οι βάσεις το Εσσαϊσμού ‒ τυπικά και εξ ολοκλήρου ιουδαϊκές ‒ ουδεμία σχέση έχουν με τις αντίστοιχες χριστιανικές.

Οι Εσσαίοι ήταν απομονωμένοι και εσωστρεφείς, ενώ οι χριστιανοί ποτέ δεν απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο λαό.

Οι Εσσαίοι λάτρευαν τους αγγέλους, έκλιναν προς την αγαμία και αδιαφορούσαν για την λατρεία τού Ναού. Οι χριστιανοί δεν ίδρυσαν αντρικά κοινόβια, νυμφεύονταν, δημιουργούσαν οικογένεια και παρέμεναν στις πόλεις, ασχολούμενοι με τα έργα αγάπης προς όλους τους συνανθρώπους τους, πράγμα αδιανόητο για τους Εσσαίους, που, ως γνήσιοι Ιουδαίοι, κατανοούσαν την αγάπη μόνο σε σχέση προς τους δικούς τους. Τέλος, οι Εσσαίοι, όπως είδαμε ήδη, διέθεταν μυστική γνώση‒μάλλον επηρεασμένοι από πρώιμους γνωστικούς‒ ενώ οι χριστιανοί όχι, αφού το χριστιανικό κήρυγμα είναι ανοιχτό και απευθύνεται σε όλο τον κόσμο.

( Σ.Σ. κατά τον Στυλιανό Αττεσλή ► " οι Εσσαίοι ήσαν Ελληνιστές Εβραιΐζοντες που κατείχαν όλη την σοφία τού Μαντείου τών Δελφών ").

Συνεπώς, παρά τις όποιες ομοιότητες, οι διαφορές, όπως φαίνεται, είναι σημαντικές.

 

Το ηλιακό ημερολόγιο τών Eσσαίων

Στο ημερολόγιο αυτό η διάρκεια του πολιτικού έτους ήταν 364 ημέρες, που κατανέμονταν σε 52 εβδομάδες ακριβώς (52 × 7 = 364). Από τους 12 μήνες του έτους οι οκτώ είχαν διάρκεια 30 ημερών (30 × 8 = 240), ενώ οι τέσσερις τελευταίοι μήνες των τεσσάρων τριμήνων του έτους, είχαν διάρκεια 31 ημερών (31 × 4=124), ούτως ώστε να κατανέμονται οι τέσσερις ημέρες ‒πέραν των 360‒ του πολιτικού έτους. Το πρόβλημα που δημιουργείτο με την ανακολουθία του πολιτικού έτους των 364 ημερών ως προς την διάρκεια του τροπικού έτους, που διαρκεί ως γνωστόν περίπου 365,2422 ημέρες, φαίνεται ότι λυνόταν με διάφορους τρόπους.

Ένας απ’ αυτούς ήταν  η παρεμβολή 61 ημερών ‒ δηλαδή δύο επιπλέον μηνών‒ κάθε 7 × 7= 49 έτη, δηλαδή κάθε εορτασμό του ιουδαϊκού ιωβηλαίου έτους.

Ένας άλλος τρόπος βασιζόταν στην παρεμβολή μιας εβδομάδας σε μικρότερα χρονικά διαστήματα. Δηλαδή, προκειμένου να μη διακόπτεται η ιερότητα της επταήμερης εβδομάδας, πιθανότατα να πρόσθεταν ανά εξαετία και πενταετία μία επι πλέον εβδομάδα στον τελευταίο μήνα του πολιτικού έτους τους. Ήταν ο απλούστερος τρόπος προκειμένου να προσαρμόζουν το ημερολόγιό τους στις κλιματολογικές εποχές του έτους.

H απλότητα του ημερολογίου τών Eσσαίων βρισκόταν στην σταθερή διάρκειά του, των 364 ημερών, με τις ακριβώς 52 εβδομάδες στο έτος, αφού με αυτόν τον τρόπο όλες οι ημερομηνίες έπεφταν στις ίδιες ημέρες της εβδομάδας πάντα και για όλα τα έτη. Δηλαδή η πρωτοχρονιά τους άρχιζε πάντοτε την αντίστοιχη ημέρα Τετάρτη, που ήταν, εκτός του 1ου μήνα,  η πρώτη ημέρα του 4ου, 7ου και 10ου μήνα. O 2ος, 5ος, 8ος και 11ος μήνας άρχιζαν την αντίστοιχη ημέρα Παρασκευή, ενώ ο 3ος, 6ος, 9ος και 12ος μήνας άρχιζαν πάντα την αντίστοιχη ημέρα Κυριακή. Πιθανώς το απλό αυτό ημερολόγιο να είχε ως βάση του το ηλιακό Μωσαϊκό ή Νομικό ημερολόγιο, που χρησιμο-ποιούσαν οι Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, σαφώς επηρεασμένοι από το ακριβές αρχαίο ηλιακό αιγυπτιακό ημερολόγιο. Mετά, όμως, την Βαβυλώνια αιχμαλωσία οι Εβραίοι επηρεασμένοι από τον σπουδαίο Βαβυλωνιακό πολιτισμό υιοθέτησαν το πολύπλοκο σεληνοηλιακό ημερολόγιο των ανατολικών λαών, ρίχνοντας στην λήθη το ακριβές ηλιακό ημερολόγιό τους. Οι Eσσαίοι, όμως, αντίθετα με τους υπόλοιπους Ισραηλίτες, διατήρησαν όχι μόνον το ακριβές ηλιακό ημερολόγιο, αλλά και την αρχή μετρήσεως του 24αώρου από την ανατολή του Ήλιου και όχι την δύση του, όπως έκαναν και κάνουν οι υπόλοιποι Εβραίοι. Αυτό είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών παράλληλων ημερολογιακών συστημάτων. Οι γιορτές, οι νηστείες, και γενικώς οι διάφορες θρησκευτικές εκδηλώσεις δεν συνέπιπταν. Ίσως αυτό να το ήθελαν και να το επεδίωκαν οι Eσσαίοι, αφού ήταν ο καλύτερος τρόπος για να διαχωρίζονται οι «ενάρετοι» αδελφοί της κοινότητας των Eσσαίων, από τους άλλους τους «μιαρούς» που δεν ανήκαν στην αδελφότητα.

 

Βιβλιογραφία

Θεοδοσίου Στράτος και Δανέζης Μάνος, Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. – Αστρονομία, Ιστορία, Φιλοσοφία. Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2000. ( Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν όλες οι αναφορές που αναφέρονται στο κείμενο  ).

Θεοδοσίου Στράτος και Δανέζης Μάνος, H Οδύσσεια των ημερολογίων, τόμ. A΄. Αναζητώντας τις ρίζες της γνώσης. Εκδόσεις Δίαυλος, Aθήνα 1995. Βλέπε: Ημερολόγιο του Ενώχ, Ημερολόγιο των Ιωβηλαίων και Eσσαίων (σελ. 136-138).

 

 

 

 

 

 

 

Please reload