Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ - « ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ »

November 22, 2019

 

Στην κεντρική πλατεία τών Τιράνων, πρωτεύουσας τής σύγχρονης Αλβανίας, δεσπόζει ο εντυπωσιακός ανδριάντας ενός αγέρωχου έφιππου πολεμιστή, που καθηλώνει τον περαστικό παρατηρητή με την αυστηρή του έκφραση και την αρειμάνια δύναμη που αποπνέει η «κίνησή» του.
Ο πολεμιστής φέρει χαρακτηριστικό μεσαιωνικό εξοπλισμό, με θώρα, σπαθί και περικεφαλαία, την οποία κοσμεί το κεφάλι ενός αρσενικού ζαρκαδιού, προφανής συμβολισμός που παραπέμπει στην δράση του συγκεκριμένου πολε-μιστή σε ορεινές περιοχές, εκεί όπου τα υπερήφανα αυτά αγρίμια ζουν και αναπνέουν τον αέρα της ελευθερίας.

Η κατατοπιστική επιγραφή στην βάση του ανδριάντα είναι, βεβαίως, στην αλβανική γλώσσα και πληροφορεί τον περαστικό παρατηρητή ότι πρόκειται για τον ηγεμόνα «GJERGJ KASTRIOTI - SKENDERBEU», ο οποίος έζησε και έδρασε τον 15° αιώνα μ.Χ. οι δε σύγχρονοι Αλβανοί, τον προβάλλουν και τον τιμούν ως εθνικό ήρωά τους.

 Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, η αλβανική γλώσσα μέχρι τα τέλη του 19ou αιώνα ήταν μόνο προφορική και απέκτησε γραπτή έκφραση μόλις τότε, γι' αυτό και δεν υπάρχουν παλαιότερα κείμενά της.
Επομένως, εάν κάποιος ιστορικός ερευνητής θέλει να βρει πώς θα γραφόταν η παραπάνω επιγραφή στον 15° αι., πρέπει να ανατρέξει στην γλώσσα με την οποία εκφράζονταν γραπτά οι κάτοικοι της ευρύτερης Ηπείρου ( όπου ανήκε και το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Αλβανίας ), κατά την εποχή εκείνη.
Όμως, τέτοια γλώσσα η οποία να ομιλείται αλλά και να γράφεται στην Ήπειρο, από την απώτατη αρχαιότητα μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρξε μόνο μία και αυτή ήταν η ελληνική, όπως προκύπτει τόσον από πληθώρα αρχαιολογικών ευρημάτων (επιγραφές, νομίσματα, αγγεία, σφραγίδες κ.λπ.), όσον και από το αδιαμφισβήτητο γεγο-νός ότι ήταν η επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην εκπαίδευση, στην νομοθεσία, στην διπλω-ματία και στο εμπόριο. H δε χρήση της δεν έπαψε ούτε στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, μέχρι και τον 20ο αιώνα.
Συνεπώς, κάθε στοιχειωδώς μορφωμένος (αλλά και «υποψιασμένος»...) σύγχρονος Έλληνας, ο οποίος θα διαβάσει τη συγκεκριμένη αλβανική επιγραφή, ανατρέχοντας στην αρχική -ελληνική- καταγραφή της επωνυμίας του έφιππου «Αλβανού» ήρωα, θα διαπιστώσει ότι -πολύ απλά- αυτός ονομαζόταν «Γεώργιος Καστριώτης».
Όσο για την προσωνυμία του ως «SKENDERBEU», στην ελληνική καταγραφή της αποδιδόταν ως «ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ», που είναι μια «συναιρετική» παραφθορά από την τουρκική έκφραση «Ισκεντέρμπεη», η οποία σημαίνει στην ελληνική γλώσσα «Αλέξανδρος άρχων».
Και βέβαια, είναι αυτονόητο συμπέρασμα ότι η προσωνυμία αυτή προσέδιδε τιμή και αξία στον «φέροντα» πολεμι-στή, ακριβώς επειδή αποτελούσε ευθεία αναφορά στον αρχαίο Έλληνα στρατηλάτη - κοσμοκράτορα, τον ανίκητο Μέγα Αλέξανδρο.
Αλλά ποιός ήταν αυτός ο άγνωστος -στην παμψηφία των σημερινών Ελλήνων- μεσαιωνικός ήρωας- πολεμιστής, με το «αλβανοποιημένο» ελληνικό ονοματεπώνυμο και το ελληνικής ιστορικής επεξηγήσεως προσωνύμιο, στον οποίο οι σύγχρονοι Αλβανοί αποδίδουν τέτοιες εξαιρετικές τιμές;
Για να βρούμε την «άκρη», είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στα ιστορικά γεγονότα και στοιχεία της εποχής εκείνης, όπως αυτά προκύπτουν από υπάρχοντα (ευτυχώς αρκετά) συγγραφικά κείμενα, επιστολές και κάθε άλλου είδους καταγραφές.
Ευθύς εξ αρχής, λοιπόν, πρέπει να επισημάνουμε ότι η πολεμική δράση του Γεωργίου Καστριώτη, όπως στην συνέχεια θα την περιγράψουμε, ανάγεται σε μια εποχή ( 1443 -1468 μ.Χ. ) την οποία η σύγχρονη εκπαιδευτική (δηλαδή η διδασκόμενη στα σχολεία) ελληνική ιστορία την αντιπαρέρχεται σχεδόν με αποστροφή, περιορίζοντας επιγραμματικά τις διδαχές της προς τα Ελληνόπουλα στην δήθεν «εκ θεού» (...) πτώση της Κωνσταντινούπολης και στις ατελέσφορες θρηνωδίες γι' αυτήν.
Όμως, την ίδια εποχή, στα απάτητα βουνά και τις δυσπρόσιτες κλεισούρες της Βορείου Ηπείρου και της σημερινής Αλβανίας, ο Γεώργιος Καστριώτης-Σκεντέρμπεης και οι συμμαχητές του έγραφαν με ποταμούς αίματος μια πρωτο-φανή αντιστασιακή εποποιία κατά των εισβολέων Τούρκων, η οποία κράτησε είκοσι πέντε (25) ολόκληρα χρόνια και ο απόηχος της είχε ιδιαίτερη σημασία στις ιστορικές εξελίξεις που σηματοδότησε η οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων, αποτελώντας, στα πεντακόσια και πλέον έτη που κράτησε η επάρατη Τουρκοκρατία, ένα μοναδικό –διαρκές- αφυπνιστικό και παροτρυντικό υπόδειγμα επαναστατικού πνεύματος.

 

Η ΟΜΗΡΙΑ

Ας πάρουμε λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή. Ο Γεώργιος Καστριώτης, γεννημένος το έτος 1405 μ.Χ. ήταν ο νεότερος (4ος κατά σειρά) γιος του Ιωάννη Καστριώτη, γόνου γνωστής από τα ιστορικά αρχεία ελληνοβυζαντινής οικογένειας και στρατιωτικού άρχοντα, στις αρχές του 15ου αιώνα, της Κρόιας ή Κρούγιας, πόλεως της σημερινής μέσης Αλβανίας (λίγα χιλιόμετρα βόρεια των Τιράνων) και της γύρω από αυτήν περιοχής.
Ο μεσαιωνικός ιστορικός συγγραφέας «Σίλβιος Αινείας», ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον -μετέπειτα- Πάπα της Ρώμης Πίο Β' (1405-1464) όντας σύγχρονος του Γεωργίου Καστριώτη και έχοντας σπάνια δυνατότητα συλλογής πληροφοριακών στοιχείων, τόσο για την εποχή του όσο και για προγενέστερα ιστορικά συμβάντα, επιβεβαιώνει ρητά ότι οι Καστριώτες ήσαν Έλληνες Μακεδόνες και ότι -πιο συγκεκριμένα- κατάγονταν από την περιοχή της Ημαθίας.
Πράγματι, ο παππούς του Κωνσταντίνος Καστριώτης, ο οποίος φέρεται να απεβίωσε το έτος 1390 μ.Χ., ιστορείται ως άρχοντας των μακεδόνικων πόλεων Βέροιας και Καστοριάς. Μια δε βάσιμη εκδοχή προελεύσεως του επιθέτου του είναι η παραφθορά εκ του «Καστ(ο)ριώτης».
Αλλά και στο παλαιότατο βιβλίο με τίτλο «The History of George Kastriot», που εκδόθηκε στο Λονδίνο το έτος 1594, αναφέρεται η Μακεδονία ως αρχική καταγωγή των Καστριωτών και χαρακτηρίζεται ο πατέρας του ήρωα, Ιωάννης Καστριώτης, ως «...Έλλην πρίγκηψ που ηγεμόνευσε στην Ήπειρο...». Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, παραθέτουμε και το αγγλικό κείμενο από το συγκεκριμένο βιβλίο:
«...George Castriot... Surnamed Scanderbeg by the Turks, among when it was his lot to dwell many years, was the youngest son of a Crecian prince named John Cstriot, who reigned in Epire, a country lying on the Gulf of Venice, an now called Albania; which name is also... («χάσμα»)... as well as that of Epire. The family of Castriot had its origin in Macedonia, and anciently ruled over Epire with renown...» κλπ.
Στο ίδιο βιβλίο, αναφέρεται επίσης ότι ο Γεώργιος Καστριώτης είχε και σερβική καταγωγή από την μητέρα του Βοϊ-σάβα, η οποία ήταν Σέρβα πριγκίπισσα και η οικογένειά της ("Tribalda") διέθετε μακραίωνες «ευγενείς περγαμηνές».
Ακόμη, τα ιστορικά στοιχεία μάς πληροφορούν ότι ο Γεώργιος Καστριώτης, ύστερα από στρατιωτική ήττα του πατέρα του Ιωάννη σε πολεμική σύγκρουση με τους Οθωμανούς Τούρκους περί το έτος 1428, παραδόθηκε ως όμηρος (μαζί με τους τρεις μεγαλύτερους αδελφούς του) στον Τούρκο Σουλτάνο Μουράτ Β' (1404-1451) ο οποίος βασίλευε από το έτος 1422 μέχρι τον θάνατό του.
Οι Τούρκοι, όπως το συνήθιζαν, υποχρέωσαν τους νεαρούς ομήρους Ηπειρώτες σε επίσημο εξισλαμισμό (τελετουργική διαδικασία που περιελάμβανε και επώδυνη περιτομή...) αλλά ο εν λόγω Σουλτάνος, εντυπωσιασμένος από την ευρωστία, την ευφυΐα και την γενναιότητα του συνομηλίκου του Γεωργίου Καστριώτη, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη στρατιωτική αλλά και την ευρύτερη εκπαίδευσή του. (Δείτε και Σαράντου Καργάκου: «Αλβανοί, Αρβανίτες, Έλληνες» - Εκδ. I. Σιδερής - Αθήνα 2000).
Στην αυλή του Οθωμανού Σουλτάνου, ο Γεώργιος Καστριώτης διακρίθηκε τόσο σε ηρωισμό (μεταξύ άλλων κατορθωμάτων του αναφέρεται ότι μονομάχησε με έναν θηριώδη και προκλητικό Σκύθη αρχηγό, τον οποίο κατέ-κοψε με το σπαθί του, αποσπώντας τον θαυμασμό και την εύνοια του Σουλτάνου...) όσο και για την στρατιωτική του ιδιοφυϊα όταν, ως συναρχηγός σημαντικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία εναντίον τού –επίσης- Τούρκου ηγεμόνα της Καραμανίας, τον κατανίκησε, επιδεικνύοντας σπάνιες στρατηγικές ικανότητες.

( Δείτε: Τίτου Γιοχάλα : «Γεώργιος Καστριώτης - Σκεντέρμπεης», Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα - Γιάννενα 1994 ).
Γι' αυτήν την σπουδαία στρατιωτική νίκη αλλά και για άλλα σημαντικά πολεμικά ανδραγαθήματα του που επακο-λούθησαν κατά την συμμετοχή του σε οθωμανικές εκστρατείες εναντίον Ούγγρων, Βόσνιων, Μογγόλων κ.ά., ο Γεώρ-γιος Καστριώτης έλαβε την εξαιρετική τιμή να επονομασθεί από τον ίδιο τον Σουλτάνο με την επωνυμία «Ισκεντέρ -μπεη» δηλαδή, όπως προαναφέραμε, «Αλέξανδρος άρχων» ή «ηγεμών».
Το καθοριστικό αυτό γεγονός επιβεβαιώνει και «εκ πλαγίου» την ελληνικότητα του Γεωργίου Καστριώτη, εφ' όσον αποκαλύπτει ότι και στην συνείδηση τών επικυρίαρχων του Οθωμανών Τούρκων, ο νεαρός ήρωας εθεωρείτο ελλη-νικού γένους, ήταν δε εκ καταγωγής Ήπειρο - Μακεδόνας, ακριβώς όπως και ο Μέγας Αλέξανδρος από τον πατέρα του Φίλιππο, βασιλιά των Μακεδόνων και την μητέρα του Μυρτάλη Ολυμπιάδα, θυγατέρα τού βασιλιά των αρχαίων Ηπειρωτών Μολοσσών.
Όμως και ενώ -επιφανειακά τουλάχιστο - ο Σκεντέρμπεης, ως εξισλαμισμένος όμηρος, φαινόταν να έχει αφομοιωθεί και ενσωματωθεί πλήρως στην οθωμανική στρατιωτική ιεραρχία όπου η ανέλιξή του ήταν ραγδαία, η διαδοχική δηλητηρίαση των δυο αδελφών του (για τον 3° αδελφό του λέγεται ότι έγινε μοναχός στο όρος Σινά...) και ο -επίσης- ύποπτος θάνατος του πατέρα του περί το έτος 1439, τον «αφύπνισαν» βίαια και άρχισε να έχει μυστικές επαφές με επιφανείς άνδρες της πρώην πατρικής του επικράτειας, αναζητώντας την κατάλληλη ευκαιρία για να ξεφύγει από τους Τούρκους.
Η ευκαιρία τού δόθηκε το θέρος του έτους 1443, στην πόλη Νίσσα τού Κοσσυφοπεδίου, κατά την διάρκεια σημαντι-κής μάχης του οθωμανικού στρατού ( της αριστερής πτέρυγας του οποίου ηγείτο ο ίδιος ο Σκεντέρμπεης ) εναντίον στρατιάς Ούγγρων, Βοσνίων και Σέρβων υπό την ηγεσία του Μαγυάρου ( δηλαδή Ούγγρου ) ήρωα Γιάνκου Χουνεν-τουάρα, που δεν ήταν άλλος από τον περίφημο, για τους αντιτουρκικούς πολέμους του, «Ιωάννη Ουνυάδη» των βυζαντινών χρονογράφων άλλως τον «Λευκό Ιππότη» των Καθολικών Χριστιανών.
Στην συγκεκριμένη μάχη ο Σκεντέρμπεης ( ίσως και έπειτα από συνεννόηση προς τον Ουνυάδη...), αποσπάσθηκε αιφνιδιαστικά από την οθωμανική παράταξη επικεφαλής μικρού στρατιωτικού σχηματισμού από αφοσιωμένους Ηπειρώτες της σωματοφυλακής του και, καλπάζοντας νυχθημερόν, διέφυγε στην Κρόια όπου και κατόρθωσε να καταλάβει το πατρογονικό του -εξαιρετικά οχυρό- κάστρο, παραπλανώντας με ευφυές στρατήγημα την τουρκική φρουρά που το κατείχε. Για τους λάτρες των ιστορικών λεπτομερειών αναφέρουμε ότι το φρούριο τής Κρόιας είχε κατασκευασθεί από τους Βυζαντινούς και το έτος 1250 μ.Χ. κατεχόταν από τον Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Άγγελο-Κομνηνό (Δείτε Επίτιμο Λεξικό «ΗΛΙΟΥ», σελ. 2456 ) δεδομένου ότι το «Δεσποτάτο της Ηπείρου» στην ακμή του, προς Νότον μεν είχε όρια τον Αμβρακικό κόλπο, προς Βορράν έφθασε να κατέχει εδάφη του σημερινού κράτους του Μαυροβουνίου, προς Ανατολάς προστατευόταν από την επιμήκη οροσειρά της Πίνδου και των Βορειοηπειρωτικών βουνών και προς Δυσμάς κατείχε την αντίστοιχη παραλιακή «ζώνη» του Ιονίου πέλαγος και της «εισόδου» στην Αδριατική Θάλασσα.

 

Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ

Με ορμητήριο το περίφημο κάστρο της Κρόιας, ο Γεώργιος Καστριώτης κήρυξε την 28η Νοεμβρίου 1443 μια παράτολμη επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία δεν άργησε να εξαπλωθεί σε αρκετές περι-οχές της ευρύτερης Ηπείρου, δηλαδή της σημερινής Βορείου Ηπείρου και της μέσης Αλβανίας αλλά και της Βορειο-δυτικής Μακεδονίας.
Την εποχή εκείνη, ο Σκεντέρμπεης περιγράφεται ως ένας φημισμένος ηγέτης/πολεμιστής, με πλούσια στρατιωτική αλλά και πολιτική εμπειρία, τον οποίο περιέβαλλε ήδη ένα «φωτοστέφανο» κατορθωμάτων και θρύλων, γεγονός που προσέλκυσε υπό την σημαία του ( ερυθρή με μαύρο και λευκό δικέφαλο αετό κάτω από ένα εξάκτινο αστέρι ) πλήθος Ηπειρωτών ( Ελλήνων και Αλβανών ) πολεμιστών που τους ένωνε το μένος εναντίον των Ασιατών επι-δρομέων, οι οποίοι -επιπλέον- ήσαν και αλλόδοξοι, δηλαδή Μωαμεθανοί.
Ο μύθος «βεβαίωνε» ότι η μητέρα του Σκεντέρμπεη κατά την γέννησή του ονειρεύτηκε πως γέννησε έναν «δράκοντα», του οποίου η κεφαλή βρυχόταν στα Ηπειρωτικά Κεραύνια όρη και η... ουρά του έφθανε στην Αδριατική Θάλασσα, μέχρι και την Βενετία.
Ιστορείται ότι ως νέος ακόμη ο Γεώργιος Καστριώτης είχε μεγαλοπρεπή εμφάνιση, η δε ομορφιά των χαρακτηρι-στικών του και το καλοκαμωμένο σώμα του συνοδεύονταν από μια εξαιρετική ρώμη.

( Δείτε «Ιστορία Εικονογραφημένη», Εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», τεύχος 14, σελ. 24-31, Αθήναι 1968 ).
Ο Έλληνας συγγραφέας Ανδρ. Παπαδόπουλος-Βρετός, στο βιβλίο του « ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΤΡΙΩΤΟΥ ΤΟΥ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΘΕΝΤΟΣ ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗ » («Έκδοσις ΝΕΑ» - Εν Αθήναις 1884), περιγράφει την παρουσία του ως εξής : «Το ανάστημά του ήν γιγαντιαίον, η κεφαλή του εφαίνετο επάνωθεν των υψηλότερων του στρατιωτών, είχε την ρίνα γρυπήν..., το μέτωπον πλατύ... Είχεν τα γένεια μακρά...».
Λεγόταν ακόμη -μεταξύ άλλων- ότι το σπαθί του («ασήκωτο» για έναν συνηθισμένο άνδρα) ήταν... «μαγικό» και ότι με μια σπαθιά μπορούσε να αποκεφαλίσει ταύρο ή να κόψει «στα δύο» έναν σιδεροντυμένο ιππότη, γεγονός που επιβεβαιώθηκε αρκετές φορές, στις ατελείωτες μάχες που έδωσε ο Σκεντέρμπεης εναντίον των Τούρκων αλλά και στην Ιταλία, όπου εκστράτευσε για να συνδράμει τον φίλο και σύμμαχο του Αλφόνσο, Βασιλέα της Νεαπόλεως.
Είναι πιθανό ότι επρόκειτο για ένα από τα περίφημα «δαμασκηνά», δηλαδή τα ατσαλένια σπαθιά από την Δαμασκό της Συρίας, που κατασκευάζονταν με ειδική επεξεργασία και, όπως είναι γνωστό, κυριολεκτικά «έκοβαν σίδερα». Όμως, επειδή το εκτιθέμενο στο Μουσείο του «Κάπο ντί Μόντε», στην Νεάπολη της Ιταλίας, ως «μαγικό σπαθί του Σκεντέρμπεη», είναι εμφανώς δυτικής τεχνοτροπίας, ενδέχεται αυτό να προερχόταν από το Τολέδο της Ισπανίας, όπου η κατασκευή σπαθιών είχε αποκτήσει αντίστοιχη ποιότητα και φήμη. (Βέβαια, στην περίπτωση του «Σκεντέρ-μπεη», όπως θα δούμε και στην συνέχεια, σημασία είχε το «χέρι» που κρατούσε το σπαθί...).
Κηρύσσοντας λοιπόν το έτος 1443 την απροσδόκητη επανάστασή του κατά των Οθωμανών Τούρκων (ήδη κατακτη-τών του μεγαλύτερου μέρους της Βαλκανικής, ο Γεώργιος Καστριώτης, συμμαχώντας και βοηθούμενος από τοπι-κούς ηγεμόνες και αρχηγούς «φαρών», οργάνωσε σύντομα κατά τρόπο θαυμαστό ένα τακτικό στράτευμα περίπου 15-16.000 ανδρών (όπως είπαμε αποτελούμενο από συμπατριώτες του Ηπειρώτες, Έλληνες και Αλβανούς), «κατα-νεμημένο» σε ελαφρύ ιππικό και πεζικό εξειδικευμένων δράσεων, τακτικού αλλά - κυρίως- ανορθόδοξου πολέμου.
Ηγούμενος αυτού του σκληροτράχηλου στρατεύματος ο Σκεντέρμπεης, επί είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια (μέχρι την 17η Ιανουαρίου 1468, οπότε πέθανε ξαφνικά από ελονοσία), αντιμετώπισε νικηφόρα τις αλλεπάλληλες -εναντίον του- τουρκικές εκστρατείες, στις οποίες επικεφαλής τίθονταν οι επιφανέστεροι Οθωμανοί στρατηγοί αλλά και οι ίδιοι οι Σουλτάνοι Μουράτ Β' και Μωάμεθ Β'. (Ο 2ος ήταν ο γνωστός πορθητής της Κωνσταντινούπολης κατά το έτος 1453).
Το γεγονός ότι -ιστορικά- αναφέρονται υπέρ τις δεκαπέντε ( 15 !!!! ) τουρκικές εκστρατείες εναντίον του Γεωργίου Καστριώτη και των συμπολεμιστών του, (ότι) οι οθωμανικές εκστρατευτικές δυνάμεις ανέρχονταν κάθε φορά σε πολλές δεκάδες χιλιάδες άνδρες και (ότι) επικεφαλής των εκστρατειών έφθαναν στο σημείο να τίθενται οι ίδιοι οι Σουλτάνοι, αποτελούν φανερές αποδείξεις της σημασίας που είχε για την Οθωμανική Αυτοκρατορία η δυναμική τής επανάστασης του Σκεντέρμπεη και η αδήριτη για τους Τούρκους αναγκαιότητα της υποταγής του άλλως της - πάση θυσία»- εξόντωσής του.

   Εδώ, πρέπει να επισημάνουμε ότι η «σπουδή» των Τούρκων να κάμψουν την αντίσταση του Σκεντέρμπεη ήταν εύλογη διότι :


1. Η διατήρηση της ανεξαρτησίας ενός αρκετά μεγάλου τμήματος της ευρύτερης Ηπείρου, όπως ήταν η περιοχή που έλεγχαν τα στρατεύματά του, συντηρούσε άσβηστο το αγωνιστικό αντιστασιακό πνεύμα κατά των Οθωμανών εισβολέων, σε όλη την - μόλις»- κατακτημένη Βαλκανική χερσόνησο και απειλούσε, διαρκώς τους αλλόφυλους κατακτητές με νέες εξεγέρσεις.

2. Η απελεύθερη επικράτεια του Σκεντέρμπεη, έχοντας «πλάτη» στην Αδριατική Θάλασσα, διατηρούσε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας, εφοδιασμού και ενισχύσεων από την Ιταλία και, κατ' επέκταση, από την λοιπή χριστιανική Ευρώπη.

3. Εφόσον ο Σκεντέρμπεης είχε υπό τον στρατιωτικό του έλεγχο την ηπειρωτική ακτή και κατ' επέκταση το εκεί κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα («στενά» του Οτράντο) προφανώς απέκλειε τη δυνατότητα άμεσης αποβατικής επέκτασης των Τούρκων εις βάρος των ηγεμονιών και των «δημοκρατιών» της Ιταλίας, σε μια εποχή (δεκαετία 1443-1453) κατά την οποία οι λαοί τους και οι ηγεμόνες τους δεν είχαν συνειδητοποιήσει - τουλάχιστον στον βαθμό που επιβαλλόταν- τον καταστροφικό κίνδυνο που αποτελούσε μια τουρκική εισβολή και κατοχή των εδαφών τους και ήσαν ανέτοιμοι να την αντιμετωπίσουν.
( Η «αναπόφευκτη» οθωμανική εισβολή στην νότια Ιταλία επιχειρήθηκε όντως μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη κατά το έτος 1480, όμως τότε -ευτυχώς- οι πολιτικο-στρατιωτικές συγκυρίες δεν επέτρεψαν στους Τούρκους την επέκτασή της, εκτός από την κατάληψη και την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή της ακμάζουσας ιταλικής πόλεως-λιμένος του Οτράντο, που δεν ήταν άλλη από την αρχαιοελληική πόλη του Υδρούντος ).


Ωστόσο -για να επανέλθουμε στα γεγονότα της Ιστορίας μα - μετά τις πρώτες εντυπωσιακές στρατιωτικές επιτυχίες του Σκεντέρμπεη, με πρώτη σημαντική μάχη και νίκη του την 29η Ιουνίου 1444, στην τοποθεσία Τορβιόλο της Βορείου Ηπείρου, ανάμεσα στις πόλεις Πόγραδετς και Ελβασάν (δείτε Ισμαήλ Κανταρέ, «ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ», Εκδόσεις «Πορεία». Πρόλογος Νικ. Μπούτβα), έσπευσαν να ενταχθούν στις τάξεις του στρατού του και άλλοι ανεξάρτητοι Βαλκάνιοι πολεμιστές, όπως Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βούλγαροι, οι ηγεμόνες των οποίων πρόσφατα είχαν υποκύψει στους Τούρκους επιδρομείς.
Ετσι, πρώτη ίσως φορά μετά από τα χρόνια των κραταιών Βυζαντινών αυτοκρατόρων Βασιλείου Β' Βουλγαρο-κτόνου και Αλεξίου Α' Κομνηνού, δημιουργήθηκε μια οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, η οποία δεν είχε τα χαρακτηριστικά «ευκαιριακής» επιστρατεύσεως.
Πράγματι, φαίνεται ότι ο στρατός του Σκεντέρμπεη ήταν μια δύναμη συγκροτημένη και εκπαιδευμένη να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα για δράση ώστε, αφ'ενός να μην αφήνει στον δόλιο επιδρομέα δυνατότητες αιφνιδιασμών και αφ' ετέρου να μπορεί εκείνη -ως ετοιμοπόλεμη- να τον αιφνιδιάζει, να τον πανικοβάλλει, να του προξενεί οδυνηρές απώλειες και εν τέλει να τον τρέπει σε άτακτη φυγή, πέρα από τα πάτρια εδάφη.
Αποκαλυπτικό της αγέρωχης αυτοπεποίθησης και των μακρόπνοων επιδιώξεων του Γεωργίου Καστριώτη, είναι ένα μοναδικό «ντουκουμέντο» αναντίρρητης αποδεικτικής αξίας των στοιχείων που επικαλούμαστε.
Πρόκειται για την ίδια την ηγεμονική σφραγίδα του, όπου απεικονίζεται «Βυζαντινός» δικέφαλος αετός, ο οποίος έχει κάτω από τα νύχια του λύκο ή τσακάλι (έμμεση αλλά σαφής αναφορά στους Ασιάτες Τούρκους επιδρομείς...), φέρει δε κυκλικά επιγραφή στην ελληνική γλώσσα όπου (επί λέξει αλλά με αναγκαίες γραμματικές συντμήσεις) διαβάζουμε : «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΕΛΕΩ ΟΥ, ΑΥΤ. ΡΩΜ., Ο ΜΕΓ. ΑΥΟ. ΤΟΥΡ. ΑΛΒ. ΣΕΡΒΙ.Κ. ΒΟΥΛΓΑΡΙ».
Δηλαδή σε πλήρη γραμματική–νοηματική ανάπτυξη: «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ, ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ, Ο ΜΕΓΑΣ ΑΥΘΕΝΤΗΣ ΤΟΥΡΚΩΝ, ΑΛΒΑΝΩΝ, ΣΕΡΒΩΝ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ».
Η ιστορική αυτή σφραγίδα, η οποία εντοπίσθηκε το έτος 1634 και εκτίθεται στο εθνικό μουσείο της Κοπεγχάγης στην Δανία, είναι μπρούτζινη, σχήματος «ωοειδούς», έχει μήκος έξι εκατοστά και βάρος 280 γραμμάρια), αποκαλύπτει και αποδεικνύει αναντίρρητα την ελληνική γραφή αλλά και την ελληνική «λαλιά» εκείνου του μεγάλου Ηπειρώτη ηγέτη-πολεμιστή.
Παράλληλα, όμως, η ανωτέρω «κτητορική» επιγραφή του Σκεντέρμπεη, με την επίσημη προβολή (πιο επίσημη δεν γίνεται...). της ελληνικής εκδοχής της προσωνυμίας του, δηλαδή «Αλέξανδρος Βασιλεύς», αποκαλύπτει την πολιτει-ακή επιδίωξη της επανάστασής του, δηλαδή την ανασύσταση -τουλάχιστον κατ' αρχήν- τού Ελληνο-βυζαντινού Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Μακεδονίας, εν συνεχεία δε τη επιδιωκόμενη «γύρωθεν» επέκτασή της στον βαλκανικό χώρο, με στόχο την ένταξη σ' αυτήν των λαών της, που βρίσκονταν ήδη υπόδουλοι στον τυρρανικό Οθωμανικό ζυγό.
Το ότι η επέκταση αυτή -δυστυχώς- δεν ολοκληρώθηκε, οφείλεται στην στρατηγική και πολιτική «μυωπία» των τότε βασιλέων και λοιπών ηγεμόνων της χριστιανικής Ευρώπης, ειδικότερα δε οφείλεται στην αδίστακτη και κυνική (στην πρόταση των οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων της...) πολιτική της ναυτικής «δημοκρατίας» της Βενετίας.
Πράγματι, η «Γαληνότατη» όπως την αποκαλούσαν, η οποία κυριαρχούσε τότε στην Αδριατική Θάλασσα, κατ-έχοντας στρατιωτικά τμήμα των βορείων ηπειρωτικών παραλίων πέραν του Δυρραχίου, ενίσχυε μεν τον Σκεντέρ-μπεη αλλά -προφανώς υστερόβουλα- μόνον όσο χρειαζόταν για να αντιστέκεται στους Τούρκους μέσα στα στενά όρια της μικρής επικράτειας του, χωρίς όμως να αποκτά προϋποθέσεις για μια ευρύτερη διεύρυνση - επέκτασή της, που η στρατηγική ιδιοφυία του ήταν βέβαιο ότι θα επιτύγχανε.
Είναι πρόδηλο ότι οι Ευρωπαίοι «Φραγκολεβαντίνοι» θεωρούσαν ως «χειρότερη» εξουσιαστική εξέλιξη στην χερσόνησο του Αίμου, την σύσταση ενός ισχυρού ελληνικού κράτους με βασιλέα έναν αγέρωχο και μη χειρ-αγωγούμενο «Ρωμαιο-βυζαντινό» άρχοντα, μακραίωνης ευγενούς ελληνικής καταγωγής.
Και αυτό διότι, προσλαμβάνοντας ο Καστριώτης την συμβολική ονομασία «Αλέξανδρος βασιλεύς», διακήρυττε σαφέστατα ότι θεωρούσε την επιδιωκόμενη βασιλεία του ως «κληρονομική» αναβίωση και ιστορική συνέχεια των αρχαίων Ελλήνων Μακεδόνων και Ηπειρωτών βασιλέων αλλά και των πλέον πρόσφατων «Ρωμαίων», δηλαδή των Ελληνο-βυζαντινών αυτοκρατόρων.
(Είναι γνωστό ότι η περιορισμένη σε ελληνογενείς πληθυσμούς Βυζαντινή Αυτοκρατορία της εποχής από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το έτος 1261 μέχρι την πτώση της το έτος 1453 ονομαζόταν «Ρωμανία» και οι υπήκοοι της Ρωμανοί, Ρωμαίοι ή Ρωμιοί).
Οπότε, είναι σαφές ότι οι δυτικοί «σύμμαχοι» του Σκεντέρμπεη προτιμούσαν αντ' αυτού ως αντιπάλου, τους οθωμανικούς σουλτάνους οι οποίοι, ναι μεν ήσαν εχθροί τους και κατακτητές των εδαφών της ελληνικής χερσο-νήσου, αλλά δεν διέθεταν «κληρονομικούς τίτλους» κατοχής της και, επομένως, μπορούσαν «νόμιμα» να την διεκδικούν από αυτούς! (Παρομοίως -άλλωστε- στην εποχή μας, οι σύγχρονοι «Φραγκολεβαντίνοι», δηλαδή οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μεθόδευσαν, με κάθε δόλο και βίαιο τρόπο, τον κατακερματισμό των βαλκανικών λαών στα περιορισμένα πλαίσια άλληλο-υποβλεπόμενων κρατιδίων, με «ηγέτες» χειραγωγούμενα ανδρείκελα, υπό την απειλητική «γειτονία» μιας υπερεξοπλισμένης από τους ίδιους και γι' αυτό ασύδοτης και θρασύτατης Τουρκίας, που διαρκώς βυσσοδομεί και καραδοκεί για να επανεπεκταθεί στα Βαλκάνια, στοχεύοντας να ανασυστήσει την αιμοχα-ρή Οθωμανική Αυτοκρατορία των βαρβάρων προγόνων της, με πρώτους, ολοφάνερους στόχους των επεκτατικών σχεδίων της τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου και την Ελληνική Θράκη).
Σε κάθε περίπτωση (τότε) ο μεγαλοφυής στρατηλάτης Γεώργιος Καστριώτης βρέθηκε εξ αρχής αναγκασμένος να «ισοφαρίσει» τις αμείλικτες ανισότητες μεταξύ του ολιγάριθμου στρατού του και των τεράστιων οθωμανικών στρατιών, με τις οποίες γνώριζε ότι θα ερχόταν αντιμέτωπος άμεσα.
Έτσι λοιπόν, χωρίς να χάσει καιρό, επέβαλε υποχρεωτική στράτευση και σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση των μαχίμων ανδρών, στις περιοχές που ήλεγχε μέσω των συμμαχητών του οπλαρχηγών, ενώ παράλληλα, σχεδίασε και εφάρμοσε δοκιμασμένες (από την ελληνική αρχαιότητα και την πιο πρόσφατη Βυζαντινή/Ακριτική παράδοση) στρατηγικές διεξαγωγής ανορθόδοξου πολέμου και μαχών, με συνδυασμούς τακτικών υποχωρήσεων και ξαφνικών αντεπιθέσεων, με ευφυείς ενέδρες και τακτική «καμμένης γης», με κυκλωτικές κινήσεις και εξουθενωτικές νυκτο-μαχίες.
Επίσης, είναι αξιοσημείωτη η πολεμική τακτική του Καστριώτη στην αντιμετώπιση των πολιορκιών της Κρόιας, η οποίας, χάρις στο εξαιρετικό οχυρό κάστρο της, αποτελούσε το αντιστασιακό προπύργιο της επανάστασης, γι' αυτό πολιορκήθηκε πολλές φορές και με ιδιαίτερη επιμονή από τα οθωμανικά στρατεύματα.
Ο Σκεντέρμπεης ποτέ δεν κλείσθηκε στο κάστρο του στην Κρόια κατά την διάρκεια των δυσβάστακτων αυτών πολι-ορκιών, αναθέτοντας την ηγεσία των πολιορκημένων συμμαχητών του σε έμπιστους και αποδεδειγμένα ικανούς οπλαρχηγούς του, μεταξύ των οποίων αναδείχθηκε ιδιαίτερα ο περίφημος «Κόντης» Ουρανός.
Παράλληλα ο ίδιος ο Καστριώτης, επικεφαλής ευέλικτων στρατιωτικών τμημάτων (ελαφρών ιππέων και ορεσίβιων «καταδρομέων») μετακινείτο συνεχώς στις γύρω απάτητες οροσειρές, ελέγχοντας «περιμετρικά» την ευρύτερη περιοχή, εξοντώνοντας και λεηλατώντας τις εφοδιοπομπές των Τούρκων ή «κεραυνοβολούσε» τις στρατοπε-δευμένες, γύρω από την πολιορκημένη καστρόπολη, οθωμανικές στρατιές, τρομοκρατώντας τις με αιφνιδιαστικές νυκτερινές επιθέσεις και καταρρακώνοντας το ηθικό τους. ( Δείτε σχετικά Ισμαήλ Κανταρέ: «ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ», εκδόσεις «Πορεία» ).
Με την ευφυή αυτή στρατηγική και τακτική, ο Σκεντέρμπεης, αφ' ενός συντηρούσε σε εγρήγορση και με υψηλό ηθικό τους πολιορκημένους συμμαχητές του, οι οποίοι δεν αισθάνονταν απομονωμένοι και αφ' ετέρου, διατη-ρώντας την πρωτοβουλία των πολεμικών κινήσεων, έλεγχε προσωπικά την συνοχή των επισφαλών συμμαχιών του με τους άλλους άρχοντες - οπλαρχηγούς, πολλοί από τους οποίους δέχονταν συνεχείς δελεαστικές προτάσεις εξαγοράς τους εκ μέρους των Τούρκων, προκειμένου να αποστατήσουν. (Δυστυχώς άλλωστε, κάποιοι από αυτούς υπέκυψαν στον «πειρασμό»...).
Τέλος, κατόρθωσε να οργανώσει ( χάρις σε παλαιές φιλίες από την περίοδο της ομηρείας του ), άρτια «δίκτυα» ανιχνεύσεων και στρατιωτικής κατασκοπείας, τα οποία έφθαναν έως τη σουλταντική αυλή στην Ανδριανούπολη, πρωτεύουσα τότε των Οθωμανών μέχρι το έτος 1453, οπότε κατελήφθη η Κωνσταντινούπολη.
Αποτελούν χαρακτηριστική απόδειξη αυτού του άριστου στρατηγικού σχεδιασμού και της αποτελεσματικότητος της τακτικής του Καστριώτη η «αγκίστρωση» και η παγίδευση (την 10η Οκτωβρίου 144 5) μιας ισχυρής οθωμανικής στρατιάς υπό τον Feruz Pasha, αποτελουμένης από είκοσι χιλιάδες ιππείς, στα στενά των ποταμών Δρίνου και Μάτι, για να επακολουθήσει η ολοσχερής εξόντωσή της.
Ακολούθησε (την 27η Σεπτεμβρίου 1446), ο στρατηγικός εγκλωβισμός μιας άλλης τεράστιας οθωμανικής στρατιάς υπό τον Μουσταφά-Πασά, στην πεδιάδα τής πόλεως Οττονέτα όπου, μετά από νυκτερινό αιφνιδιασμό του Σκεντέρμπεη, κατεσφάγησαν περί τους πέντε χιλιάδες Τούρκοι, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίσθηκαν πανικόβλητοι. (Δείτε «Ιστορία Εικονογραφημένη», Εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ», Τεύχος 14, σελ. 24-31, Αθήναι 1 968).
Όμως οι περιφανείς εκείνες νίκες του Σκεντέρμπεη δεν «χαροποιούσαν», όλους τους στρατιωτικούς αντιπάλους των Τούρκων...
Οι δόλιοι Βενετοί δεν έπαψαν ποτέ να ενεργούν «πισώπλατα» εναντίον του και σε πολλές περιπτώσεις (πάντοτε προτάσσοντας το οικονομικό τους όφελος...) έφθασαν να εφοδιάζουν με τον στόλο τους τις εκστρατευτικές -εναντίον του Σκεντέρμπεη- δυνάμεις των εχθρών τους Οθωμανών (...) αλλά και να συνωμοτούν σε βάρος του (με την συνεργασία και Αλβανών φυλάρχων), ιδιαίτερα όταν εκείνος αρνήθηκε, εν έτη 1447, να δηλώσει «φόρου υποτελής» στην «Γαληνότατη», ώστε να τεθεί υπό την... «προστασία» της.
Ο αγέρωχος Σκεντέρμπεης, όχι μόνο δεν υπέκυψε στους ωμούς εκβιασμούς τους, αλλά και δεν δίστασε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα, τόσο τους Βενετούς όσο και τους Τούρκους όταν εκείνοι - έχοντας συνάψει μεταξύ τους συνθήκες ειρήνης - την άνοιξη του έτους 1448, του κήρυξαν τον πόλεμο, προφανώς «τελούντες εν συνεννοήσει».
Έτσι λοιπόν, συγκεντρώνοντας ταχύτατα τις δυνάμεις του, ο Καστριώτης αποφάσισε να αντιμετωπίσει πρώτα στους Βενετούς που διέθεταν περί τους 14.000 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν μισθοφόροι Αλβανοί και συγκεκριμένα Γκέκηδες «Μιρδίτες», δηλαδή χριστιανοί καθολικού δόγματος.
Η αποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στην ηπειρωτική καστρόπολη Σκουτάρι την 3η Ιουλίου 1448 και ήταν σκληρή, αλλά ο επαναστατικός στρατός του Καστριώτη θριάμβευσε και οι αντίπαλοι του είχαν περισσότερους από 2.000 νεκρούς και ισάριθμους αιχμαλώτους, τους οποίους εκείνος, φερόμενος μεγαλόψυχα, τους άφησε ελεύθερους.
Μετά από αυτή την βαριά στρατιωτική ήττα της, η Βενετία αναγκάσθηκε να ζητήσει ανακωχή και τελικά, την 4η Οκτωβρίου 1448, στην βορειοηπειρωτική πόλη «Αλέσιο» (πρόκειται για την αρχαιοελληνική πόλη Λισσό, με την ονομασία που είχε εκείνη την εποχή), συμφωνήθηκε ειρήνη πολυετούς διάρκειας.
Εν τω μεταξύ όμως, αμέσως μετά την μάχη στο Σκουτάρι, ο Σκεντέρμπεης, στράφηκε εναντίον των Τούρκων που, εκμεταλλευόμενοι τον πόλεμο του με τους Βενετούς, είχαν προελάσει ήδη μέχρι την Κρόια και την πολιορκούσαν. Κινούμενος ταχύτατα ο Σκεντέρμπεης έφθασε απρόοπτα στα νώτα τους και τους αιφνιδίασε μέσα στη νύχτα, ενώ οι πολιορκημένοι υπερασπιστές της Κρόιας, με επικεφαλής τον φρούραρχο «Κόντη» Ουρανό, έκαναν έξοδο και απέκλεισαν κάθε δυνατότητα διαφυγής των εχθρών.
Η συντριβή των Οθωμανών ήταν ολοκληρωτική, με οδυνηρές απώλειες που έφθασαν τις πέντε χιλιάδες νεκρούς και αντίστοιχους αιχμαλώτους, μεταξύ δε αυτών ήταν και ο αρχηγός τους Μουσταφά-Πασά. ( Δείτε «Ιστορία Εικονο-γραφημένη», Εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», τεύχος 14, σελ. 24-31, Αθήναι 1968, Giacomo de Antonellis ).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ :
Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος του βιβλίου τού συγγραφέα Γρηγόρη Κοσσυβάκη

«ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ» ( ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΔΜΟΣ ).

 

Η ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗ

Οι αγώνες του Γεωργίου Καστριώτου ήταν αγώνες Ορθοδόξου Χριστιανού ηγέτου εναντίον των Τούρκων για να κρατήσει την Επαρχία του ελεύθερη. Ήταν Ηπειρώτης Έλληνας, όπως αδιάψευστα διακηρύσσουν οι ακόλουθες Ιστορικές Πηγές, που αποτελούν μνημειώδη ντοκουμέντα.

► Ο Marini Barletii, πρώτος του Βιογράφος από την Σκόδρα ( αρχές 16ου μ.Χ. αιώνα ), τον αποκαλεί «Ηπειρώτη πρίγκηπα» και «Ηγεμόνα των Ηπειρωτών», ενώ ολόκληρη η βιογραφία αναφέρεται μόνο σε Ηπειρώτες και καθόλου σε Αλβανούς. Επίσης, ο ίδιος ο Σκεντέρμπεης απευθυνόμενος προς τον ηγεμόνα του Τάραντα Ιωάννη Αντώνιο και προδίδοντας έτσι την καταγωγή και τα αληθινά του αισθήματα, γράφει :

► «οι προπάτορες ημών ήσαν Ηπειρώτες , εκ των οποίων ηγέρθη εκείνος ο Πύρρος του οποίου την ορμήν μόλις οι Ρωμαίοι ηδυνήθησαν να αντικρούσουν». Παρομοίως ως απόγονος των Ηπειρωτών και όχι των Ιλλυριών αναφέρει σε επιστολή του προς τον Ιταλό Ursini το 1460. Ακόμη προς τον Βασιλιά Αλφόνσον, μονάρχη της Αραγόνος, Νεαπόλεως και Σικελίας γράφει :

► «Τω λαμπροτάτω και κραταιώ Βασιλεί Αλφόνσω, Μονάρχη της Αραγόνος, Νεαπόλεως και Σικελίας, Σκεντέρμπεης Πρίγκιψ των Ηπειρωτών χαίρειν τε και ευ πράττειν». Ομιλώντας ενώπιον του Πάπα Παύλου Β' τονίζει :

► «Μετά την υποδούλωσιν της Ασίας και της Ελλάδος, μετά την σφαγήν των ηγεμονικών γόνων της Κων/πόλεως, της Τραπεζούντος… και την ερήμωσιν μεγίστου μέρους της Μακεδονίας και της Ηπείρου, απέναντι του αγρίου κατακτητού του αγωνιζομένου να συντρίψη τον σταυρόν, να ανυψώση επί του Καπιτωλίου την ημισέληνον και να πληρώση δούλων τον κόσμον όλον … μόνος εγώ ίσταμαι μετά των λειψάνων των στρατιωτών μου και μετά της μικράς μου επικρατείας…». Υπήρξε κάτοχος της Ελληνικής Παιδείας και Γλώσσας, αφού από το μετερίζι του στέλνο-νταν έγγραφα γραμμένα στην Ελληνική γλώσσα. Επιπλέον ο Τούρκος βιογράφος του Αλή Πασά, Αχμέτ Μουφίτ, γράφει για τον Καστριώτη :

► «το έτος 1443 δραπέτευσε από το οθωμανικό στρατόπεδο του Μοράβα ο Έλληνας ηγεμόνας Καστριώτης και πήγε στην έδρα των προγόνων του, την Κρόια». Ιταλικές, Αγγλικές και Σουηδικές αναφορές θεωρούν τον Σκεντέρ-μπεη Έλληνα. Έτσι ο Ιταλός A. Salvi στην τραγωδία του (1718) τον αναφέρει ως Έλληνα ( Greco ). Ο Άγγλος C. Randall το 1810 τον αποκαλεί Έλληνα Ήρωα (Grecian Hero) και οι Σουηδοί Barrau αρχικά και Rudbeck αργότερα (1835) θεωρούν τον Γεώργιο Καστριώτη Έλληνα. Η Ιστορία του Γάλλου ιστορικού Παγανέλ ( Paganel : Histoire de Scanderbey ), που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1855 τον αναφέρει ξεκάθαρα ως Έλληνα. Θέλετε και μια Αλβανική παρα-δοχή της Ελληνικής Ηπειρωτικής καταγωγής του Σκεντέρμπεη ; Το αλβανικό γραμματόσημο του 1968, συμπληρών-οντας εκείνη την χρονιά 500 έτη από τον θάνατό του, παρουσιάζει το εξώφυλλο της προαναφερθείσης Ιστορίας του Barletii, που αναγράφεται σ’ αυτό καθαρά, ότι ήταν Ηπειρώτης Πρίγκιπας ( Epirotarum Principis ) και όχι Αλβανός η Ιλλυριός. Γράφει το εξώφυλλο :

► «HISTORIA DE VITA ET GESTIS SCANDERBEGI EPIROTARUM PRINCIPIS». Επομένως, ορθώς ο Δανός Φραντς Ντε Ζεσσέν, στρατιωτικός ανταποκριτής της εφημερίδος «Le Temps» των Παρισίων, αμφιβάλλει για την αλβανική κατα-γωγή του Καστριώτου, τονίζοντας σε διάλεξή του :

► «Ζήτημα δε είναι, εάν και αυτός ο Σκεντέρμπεης δύναται να θεωρηθή Αλβανός, αφού ήτο υιός του Έλληνος μεγιστάνος Ιωάννου Καστριώτου και Σερβίδος πριγκιπίσσης». Τέλος Η Ιστορία περίτρανα αποδεικνύει αβίαστα την Ελληνικότητα του Γεωργίου Ιωάννου Καστριώτου. Η όποια προσπάθεια πλαστογραφήσεως και φαλκιδεύσεως της Ιστορίας έρχεται ώρα που φανερώνεται και ξεσκεπάζεται. Διότι , «μεγάλη η αλήθεια και υπερισχύει » ( Α' 'Εσδρας 4,41 ).

 

 Ο «Ηπειρώτης ήρως» Σκεντέρμπεης

Γράφει ο Μανόλης Πλούσος

Ο 15ος αιώνας είναι για τους Οθωμανούς η περίοδος της εξάπλωσης της επικράτειάς τους στην βαλκανική. Η αυτοκρατορία του Βυζαντίου, κατακερματισμένη σε πλήθος αδύναμων δεσποτάτων, σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να αντιτάξει σοβαρή αντίσταση. Αλλά και οι λοιπές χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης φάνηκαν ανήμπορες, ή και απρόθυμες πολλές φορές, να συνασπιστούν μπροστά στον εξ ανατολών κίνδυνο. Το Βελιγράδι, στις παρυφές της Ευρώπης, πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από του Οθωμανούς δυο φορές, στα 1440 και στα 1456, ενώ στα 1444 στην μάχη της Βάρνας ο συνασπισμένος χριστιανικός στρατός των Ούγγρων και των Πολωνών σχεδόν αφανίστηκε από τα στίφη του Μουράτ Β΄. Επίσης στα 1448, στην δεύτερη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, οι Οθωμανοί επικράτησαν ξανά των χριστιανικών δυνάμεων, των οποίων ηγείτο ο Ιωάννης Ουνιάδης. Το αποφασιστικό βήμα της κατάληψης των Βαλκανίων έγινε με την κατάκτηση της Κων/πολης στα 1453, με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να αποδεικνύονται, για μια ακόμη φορά, κατώτερες των περιστάσεων.

Ο Γεώργιος Καστριώτης, ένας ικανότατος στρατηγός και ηγεμόνας, που δίκαια, όπως θα δούμε, ονομάστηκε στα τούρκικα «Σκεντέρμπεης» (Iskander στα τουρκικά σημαίνει Αλέξανδρος). Άγαλμα στο Λονδίνο.

Και ενώ το σύνολο των βαλκανικών περιοχών υπέκυπτε στην οθωμανική επέλαση, μια σχετικά μικρή ορεινή περιοχή στην σημερινή Αλβανία αρνούταν να δεχτεί τη νέα κατάσταση. Στα 1444 έκανε δυναμική εμφάνιση στην περιοχή αυτή ο Γεώργιος Καστριώτης, ένας ικανότατος στρατηγός και ηγεμόνας, που δίκαια, όπως θα δούμε, ονομάστηκε στα τούρκικα «Σκεντέρμπεης» (Iskander στα τουρκικά σημαίνει Αλέξανδρος). Γεννημένος, πιθανόν, στα 1404 είχε πατέρα έναν από τους δυνατούς άρχοντες της Αλβανίας, τον Ιωάννη Καστριώτη και μητέρα την Βοϊ-σάβα από τον σερβικό οίκο των Μπράνκοβιτς. Στα 1423, όταν οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην Μακεδονία και Ήπειρο, ο Ιωάννης Καστριώτης, χριστιανός στο θρήσκευμα, έγινε φόρου υποτελής στον Μουράτ Β΄ και αναγκάστηκε να του παραδώσει τους 4 γιούς του ως ομήρους. Μεταξύ των τεσσάρων ήταν και ο Γεώργιος Καστριώτης, ο οποίος στην Αδριανούπολη, τότε έδρα του Σουλτάνου στα Βαλκάνια, ασπάστηκε το Ισλάμ και εκπαιδεύτηκε στην τέχνη του πολέμου. Ο Μουράτ Β΄ τον ξεχώρισε εξ αρχής για την γενναιότητα και τις πολεμικές ικανότητές του και τον έκανε διοικητή σώματος 5.000 ιππέων. Ο βιογράφος του, και ουσιαστικά η μόνη πηγή για την δράση του, Μαρίνο Μπαρλέτι ( Marinus Barletius ), αναφέρει δυο περιστατικά όπου ο νεαρός Γεώργιος επιβλήθηκε σε μονομαχίες, πρώτα ενάντια σε έναν Τάρταρο και αργότερα ενάντια σε δυο Πέρσες. Ο Ν. Δραγούμης στο βιβλίο του «Ιστορία του Γεωργίου Καστριώτου του επιλεγομένου Σκεντέρμπεη», που στηρίζεται στην διήγηση του Μπαρλέτι, όπως την επεξεργάστηκε στα γαλλικά ο Παγανέλ, αναφέρει για την συμπάθεια που του έδειχνε ο Μουράτ Β΄: «Την ανδρείαν ταύτην του Ηπειρώτου θαυμάζων ο Μουράτης παρελάμβανεν αυτόν εις πάσας τας εκστρατείας, και εις την πολιορκίαν της Προύσης, και εις την της Οτρείας, και εις την της Νικομηδείας…».

Στα 1437, αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Σκεντέρμπεης προσεγγίστηκε από αρκετούς ηγεμόνες της Αλβανίας που τον παρακάλεσαν να αναλάβει την εξουσία. Ο Σκεντέρμπεης ευγενικά αρνήθηκε, μη θέλοντας ακόμη να έρθει σε ρήξη με τον Μουράτ Β΄. Στην μάχη, όμως, της Νις το 1443 έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο του. Βλέποντας τα χριστιανικά στρατεύματα του βασιλιά της Πολωνίας και Ουγγαρίας Βλάντισλαβ Γ΄ και του βοεβόδα της Τρανσυλβανίας Ιωάννη Ουνιάδη να κερδίζουν, αυτομόλησε στο χριστιανικό στρατόπεδο και αφού συνέλαβε τον γραμματέα του Μουράτ Β΄ τον ανάγκασε να συντάξει πλαστό σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο ο Σκεντέρμπεης οριζόταν ως κύριος του ισχυρότατου φρουρίου της Κρόιας (Kruje). Μόλις το κατέλαβε βαφτίστηκε ξανά χριστιανός καθολικός, λαμβάνοντας το χριστιανικό του όνομα Γεώργιος, μαζί με τον ανιψιό του που ονομάστηκε από Χαμζά σε Βρανάς. Φαίνεται πως αυτή η αλλαξοπιστία είχε και πολιτικά κίνητρα, αφού εκείνη την περίοδο στην Αλβανία δεν υπήρχαν καθόλου μουσουλμάνοι, αλλά ορθόδοξοι χριστιανοί, που όμως αναγνώριζαν τα πρωτεία του Πάπα, αυτοί που αργότερα θα ονομαστούν από τους ορθοδόξους «ουνίτες», και καθολικοί στις παράλιες περιοχές του βορρά που ήταν υπό την άμεση επιρροή της Βενετίας. Ο Σκεντέρμπεης αμέσως μετά, το καλοκαίρι του 1444, συγκάλεσε στην πόλη Λέζα (Lezhe), την αρχαία Λισσό, στην βορειοδυτική Αλβανία, συνάντηση των αρχόντων της Αλβανίας και της Σερβίας με σκοπό να δημιουργήσει ένα κοινό μέτωπο ενάντια στους Οθωμανούς. Στην «Λίγκα της Λέζα» προσή-

λθαν οι ισχυρότεροι παράγοντες της περιοχής. Ο Αριαμνήτης Τόπιας ο Κομνηνός, που είχε ξεσηκωθεί και κατά το παρελθόν ενάντια στους Οθωμανούς, προσχώρησε από τους πρώτους. Μαζί του ενώθηκε και ο αδερφός του Ανδρέας Τόπιας, κύριος του Δυρραχίου, ο δεσπότης Γεώργιος Στρεζίου, ο Νικόλαος και Παύλος Δυκαγίνος, η φατρία

των Μουζακαίων, οι Ζαχαρίας Λέκκας και Πέτρος Σπαν και ο δεσπότης του Μαυροβουνίου Στέφανος Κζέρνοβιτς.

Στην συνέλευση συμμετείχε, ως παρατηρητής και η Βενετία, που παρά τις αντιρρήσεις της για τις κινήσεις του Σκεντέρμπεη, συνομολόγησε συμμαχία μαζί του αργότερα, τον Οκτώβριο του 1448, κρίνοντας ότι ο Μουράτ Β΄ ήταν μεγαλύτερος κίνδυνος για τις κτήσεις της στην Ήπειρο.

Πράγματι, ο Μουράτ Β΄ μαθαίνοντας για τον αλβανικό συνασπισμό έστειλε τον Ιούνιο του 1444 τον Αλή Πασά επικεφαλής 40.000 ανδρών για να καταπνίξει την εξέγερση εν τη γενέσει της. Ο Σκεντέρμπεης με 8.000 ιππείς και 7.000 πεζικό αντιμετώπισε στην πεδιάδα του Τόρβιολ, κοντά στην σημερινή αλβανική πόλη Peshkopi, τους εισ-βολείς νικώντας τους. Η νίκη αυτή του Σκεντέρμπεη δημιούργησε μεγάλη εντύπωση στους χριστιανούς ηγεμόνες και αμέσως ο Βλάντισλαβ Γ΄ τον κάλεσε σε συμμαχία ενάντια στους Οθωμανούς. Γράφει ο Ν. Δραγούμης σχετικά με την πρόσκληση: «Ταύτην λαβών την πρόσκλησιν ο ήρως της Ηπείρου συνεκάλεσε τους στρατηγούς και εζήτησε την γνώμην αυτών. Και απεφάνθησαν μεν πάντες υπέρ της συμμαχίας, τινές όμως δεν συγκατετίθεντο εις την από της Αλβανίας έξοδον του Σκεντέρμπεη, θεωρούντες αυτόν ως το ισχυρότερον της χώρας προπύργιον». Πράγματι, οι συνασπισμένοι στρατοί Πολωνίας και Ουγγαρίας αντιμετώπισαν στη Βάρνα το Νοέμβριο του 1444 έναν ογκώδη οθωμανικό στρατό από περίπου 100.000 στρατιώτες, ενώ οι δυνάμεις των χριστιανών δεν υπερέβαιναν τις 30.000. Οι δυνάμεις που ανέμεναν από την Αλβανία του Σκεντέρμπεη δεν έφτασαν ποτέ, λόγω της αλλαγής στάσης του Γεωργίου Μπράνκοβιτς, κράλη της Σερβίας, ο οποίος εμπόδισε τον στρατό του Σκεντέρμπεη να διαβεί δια της Σερβίας προς την Βάρνα. Σε αντίποινα ο Σκεντέρμπεης λεηλάτησε την περιοχή του κράλη και επέστρεψε στην βάση του στην Κρόια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ν. Δραγούμης για τον Μπράνκοβιτς : «Κείμενος ως περ όριον μεταξύ Τούρκων και χριστιανών, αλλά ποτέ μεν προς τούτους ποτέ δε προς εκείνους κλίνων, ο Βράγκοβιτς συνέχεε, κατά τα συμφέροντα, το Ευαγγέλιον μετά του Κορανίου».

Ο Μουράτ Β΄ βλέποντας τον προσφιλή του Σκεντέρμπεη να έχει εδραιώσει την εξουσία του στα αλβανικά όρη, προσπάθησε να τον προσεγγίσει με διπλωματία. Το καλοκαίρι του 1445 απέστειλε στον κύριο της Κρόιας επιστολή για συνδιαλλαγή. Γράφει ο Ν. Δραγούμης για την επιστολή του Μουράτ Β΄: «Αλλ’ ο σουλτάνος πριν ή επιχειρήση νέαν εκστρατείαν έγραψε εξ Ανδριανουπόλεως την 15 Ιουνίου 1445 επιστολήν […]. Και πρώτον μεν απηρίθμει εν τη επιστολή τας προς τον Σκεντέρμπεην ευεργεσίας, και καταδείκνυε την αγνωμοσύνην του ευεργετηθέντος˙ έπειτα δε υπέσχετο να συγχωρήση αυτόν, και να παραχωρήση την Κρόιαν μετά τινών άλλων πόλεων αίτινες ανήκον τω πατρί του αποστάτου, αλλ’ επί δυσίν όροις˙ ν’ αποδώση πάσας τας χώρας όσας κατακτήσας απέσπασεν απ’ αυτού και από των συμμάχων αυτού, και να επανορθώση δια χρημάτων τας γενομένας ζημίας». Η απάντηση του Σκεντέρμπεη ήταν αναμενόμενη. Απέκρουε τις προτάσεις του Μουράτ Β΄ και τόνιζε την απόφασή του να αγωνιστεί μέχρι τέλους ενάντια στους Οθωμανούς. Έτσι, την ίδια χρονιά ο Φιζούρπασας επικεφαλής 9.000 ανδρών προσπαθεί να εισβάλει στην Αλβανία, αλλά ηττάται κοντά στην σημερινή Οχρίδα, στην κοιλάδα της Μοκρένας. Την ίδια τύχη είχαν και οι εκστρατείες του Μουσταφάμπεη στα 1446 και στα 1447.

Ο Μουράτ Β΄ αφού νίκησε στην δεύτερη μάχη του Κοσσυφοπεδίου τον Οκτώβριο του 1448 τον στρατό του Ιωάννη Ουνιάδη, κινήθηκε ο ίδιος το 1449 με όλο του τον στρατό κατά της Αλβανίας. Κατέκτησε το στρατηγικής σημασίας φρούριο του Σβέτιγκραντ, ( Svetigrad, στα ανατολικά σύνορα της σημερινής Αλβανίας με την Βόρεια Μακεδονία ) και την επόμενη χρονιά ξεκίνησε για να καταλάβει το κέντρο του Σκεντέρμπεη, την Κρόια, με 150.000 άνδρες και περίπου 10 κανόνια. Ο Ν. Δραγούμης αναφέρει για την πολιορκία: «Την 5η Απριλίου 1450 η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων, ήτοι οι Ακιντζήδες, εστρατοπεδεύσατο περί την Κρόιαν, εντολή έχουσα να διακόψη πάσαν μετά των έξω συγκοινωνίαν των εν τω φρουρίω. Ο δε Σκεντέρμπεης, ίνα λιμοκτονήση το ιππικόν του εχθρού, έκοψε τρεις ημέρας προ της εισβολής πάντα τον χόρτον των αγρών, και ανεχώρησεν εις όρος, επί τέσσαρα μεν μίλια απέχον της Κρόιας, εύκαιρον όμως ορμητήριον». Εδώ αξίζει να κάνουμε μια μνεία των τακτικών που ακολουθούσε ο δαιμόνιος Σκεντέρμπεης. Ένεκα του ορεινού εδάφους της Αλβανίας χρησιμοποιούσε κατά κόρον τακτικές αντάρτικες. Όσο τα τουρκικά στρατεύματα προέλαυναν στην επικράτεια του αυτός φρόντιζε με μικρές επιδρομές να τα αποψιλώνει και να δημιουργεί πανικό στους αντιπάλους του. Στις μάχες σε ανοιχτές εκτάσεις αξιοποιούσε άριστα το ιππικό φροντίζοντας είτε να πλαγιοκοπεί τους εχθρούς, είτε να επιτίθεται στα νώτα τους. Παρόμοια χρήση του ιππικού έκανε και ο Μέγας Αλέξανδρος. Έτσι, και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κρόιας ο Σκεντέρμπεης επέπεσε στους πολιορκητές από τα νώτα δημιουργώντας τους πανικό. Συνεχίζοντας την περιγραφή της πολιορκίας ο Ν. Δραγούμης γράφει : «Η ορμή υπήρξε εκατέρωθεν ακατάσχετος˙ διότι οι μεν υπερασπίζοντες το τείχος ημύνοντο υπέρ της όλη πατρίδος, οι δε πολιορκηταί ηγωνίζοντο ν’ αποπλύνωσι το αίσχος των πριν καταστροφών, υποσχεθέ-ντος μάλιστα του σουλτάνου και πλουσίας αμοιβάς. Αλλ’ ενώ οι Τούρκοι προσανέβαινον αλαλάζοντες, ηκούσθη αίφνης φωνή προς τα απώτερα του στρατοπέδου καλούσα τους στρατιώτας εις τα όπλα, διότι ο Σκεντέρμπεης εισβαλών μετά πέντε χιλιάδων ιππέων κατέκοπτε παν το προστυχόν.[..] Μάτην ο Μουράτης επαναλάμβανε τας εφόδους˙διότι ειδοποιούμενος εγκαίρως ο ήρως ηπειρώτης είτε δια πυρών αναπτομένων επί των ορέων, είτε υπό κατασκόπων, είτε δια της ιδίας ακαταγωνίστου δραστηριότητος απεσκέδαζε πάσας τας προσβολάς. Και νυν μεν εκυρίευε των εφοδίων των πολεμίων, άλλοτε δε εισχωρών εις το στρατόπεδον αυτών, έφερε πανταχού πυρ και σίδηρον». Η γενναία αντίσταση των Αλβανών προβλημάτισε τον Σουλτάνο, ο οποίος προσπάθησε να κλείσει ειρήνη με του πολιορκημένους ζητώντας από τον Σκεντέρμπεη ετήσιο φόρο 10.000 δουκάτων. Νέα άρνηση ακολούθησε την πρόταση ειρήνης και η πολιορκία συνεχίστηκε για ακόμη 4 μήνες. Τέλος, βλέποντας το μάταιο του εγχειρή-ματος ο Μουράτ Β΄ τον Σεπτέμβριο αποτραβήχτηκε ταπεινωμένος. Γράφει ο Ν. Δραγούμης για τον αντίκτυπο της αποτυχίας του Μουράτ Β΄ στην Ευρώπη: «Εν τοσούτω πλήθος ξένων συνέρρευσε πανταχόθεν επιθυμούντες να ίδωσι το ένδοξον θέατρον των ηρωικών εκείνων πράξεων˙διότι σύμπας ο χριστια-νικός κόσμος συνησθάνετο την χαράν της Ηπείρου. Ο Πάπας Νικόλαος ο Ε΄, ο βασιλεύς της Ουγγαρίας, ο δούξ της Βουργουνδίας έστειλον πρέσβεις προς τον Σκεντέρμπεην φέροντας άφθονα βοηθήματα, όπως ανκουφισθώσι τα δεινά τοιούτου πολέμου. Ο βασιλεύς της Αραγονίας, της Νεαπόλεως και της Σικελίας Αλφόνσος Ε΄ ο μεγαλοπρεπής, προ πολλού θαυμάζων και αγαπών τον ήρωα της Ηπείρου, ου μόνον χρυσόν. Αλλά και μοδίων σίτου χιλιάδας τριακοσίας, και εκατόν άλλας κρίθης επεδαψίλευσεν αυτώ».

Τον Φεβρουάριο του 1451 ο θάνατος βρήκε τον ταλαιπωρημένο Μουράτ Β΄. Διάδοχος του ο γιός του Μωάμεθ Β΄ ο οποίος θέτει ως προτεραιότητα των κατακτήσεων του την Κων/πολη. Γράφει ο Κ. Παπαρηγόπουλος: «Ο Μωάμεθ Β΄ κατάλαβε ότι το κράτος των Τούρκων στην Ευρώπη δε θα επιστεγαστεί ούτε θα έχει ασφαλή αφετηρία για παραπέρα κατακτήσεις αν δεν πάρει το ιερό της Αγίας Σοφίας και δεν κυριαρχήσει στην πόλη εκείνη, που κρατούσε το κλειδί των δυο θαλασσών της Ανατολής και αποτελούσε γέφυρα μεταξύ Ασίας και Ευρώπης». Τον Μάη του 1451 ο Σκεντέρμπεης θα πάρει για γυναίκα του την Ανδρονίκη Κομνηνή, κόρη του Αρριανήτη Κομνηνού, μεγαλοδεσπότη της νότιας Αλβανίας και θα δώσει την αδελφή του Μάμιζα στον Κάρολο Μουζάκη Τόπια, σφυρηλατώντας έτσι ισχυ-ρούς δεσμούς με την ντόπια αριστοκρατία. Την ίδια περίοδο θα εντείνει τις επαφές του και με τον βασιλιά Αλφόνσο Ε΄ της Αραγονίας και θα υπογράψει μαζί του την συνθήκη της Γκαέτα (παραθαλάσσια πόλη στην περιοχή του Λάτσιο) με την οποία ο Σκεντέρμπεης γινόταν προστατευόμενος του βασιλιά με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια. Επίσης, ο δραστήριος Ηπειρώτης θα προσεγγίσει στα 1454 και τον Πάπα Νικόλαο Ε' προκειμένου να βολιδο-σκοπήσει τις διαθέσεις του για μια σταυροφορία ενάντια στους Οθωμανούς μετά και την πτώση της Πόλης. Πράγματι, ο Πάπας θα αποστείλει στον Σκεντέρμπεη 3.000 δουκάτα και ο Αλφόνσο Ε΄ 500 άνδρες με πυροβόλα όπλα, τοξότες καθώς και προμήθειες σε τρόφιμα. Ενώ, όμως, οι επαφές του με το εξωτερικό είχαν θετικά αποτελέσ-ματα, ρήγματα άρχισαν να εμφανίζονται στο στρατόπεδό του. Μεταξύ 1455 και 1457 δυο από τους σπουδαιότε-ρους στρατηγούς του, ο Μωυσής Γολέμης και ο ανιψιός του Χαμζά Καστριώτης, αυτομόλησαν στο τουρκικό στρατό-πεδο, πιθανόν έχοντας λάβει διαβεβαιώσεις από το Σουλτάνο για χρήματα και αξιώματα. Στην απόφαση τους ρόλο έπαιξε και η πρώτη αποτυχία του Σκεντέρμπεη κατά την προσπάθεια του να καταλάβει το ισχυρό φρούριο στο Μπεράτ (σημερινό Berati) στα 1455. Πάντως και οι δυο θα επιστρέψουν στο στρατόπεδο του Σκεντέρμπεη όταν ο τελευταίος τους αντιμετώπισε επιτυχώς σε δυο μάχες. Τον Μωυσή Γολέμη τον αντιμετώπισε στη μάχη της Δίβρης ( το σημερινό Debar στα δυτικά της Β. Μακεδονίας ) και τον Χαμζά στην μάχη της Αλμπουλένα  ( κοντά στο σημερινό Lac στη βόρεια Αλβανία ), όπου είχε εκστρατεύσει μαζί με τον Ισάκμπεη Εβρένος.

Ο θάνατος του Πάπα Νικολάου Ε΄ και η άνοδος στον παπικό θρόνο του Καλλίστου Γ΄ ενέτεινε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις του Σκεντέρμπεη με το Βατικανό. Ο Κάλλιστος Γ΄ του απένειμε και τον τίτλο του « Athleta Christi », γεγο-

νός που δείχνει πόσο πολύ υπολόγιζαν στη Δύση της υπηρεσίες αυτού του μαχητή στον αγώνα ενάντια στην εξάπλωση των Οθωμανών. Στα 1458 φεύγει από τη ζωή και ο προστάτης του Σκεντέρμπεη Αλφόνσο Ε΄ και στο θρόνο ανεβαίνει ο γιός του Φερδινάνδος, ο οποίος από την πρώτη στιγμή αντιμετώπισε την καχυποψία των Ιταλών βαρόνων, κυρίως λόγω της σκληρότητάς του στην διακυβέρνηση. Και ενώ ο Σκεντέρμπεης υπολόγιζε στην συνέχεια της υποστήριξης από το βασίλειο της Νάπολης, αναγκάστηκε ο ίδιος τώρα να προσφέρει στον Φερδινάνδο χείρα βοηθείας. Στα 1459 εκδηλώθηκε ανοιχτή εξέγερση και οι Ναπολιτάνοι προσέφεραν το στέμμα στον Ιωάννη των Ανζού. Στην διαμάχη προσκλήθηκε από τον Φερδινάνδο και ο Σκεντέρμπεης που έσπευσε στην Ιταλία προς βοήθεια του. Αναφέρει ο Ν. Δραγούμης για την εκστρατεία του Σκεντέρμπεη στην Ιταλία: «Της έριδος ταύτης (ενν. ανάμεσα στον Φερδινάνδο και τους οπαδούς του Ιωάννη των Ανζού) εγένοντο κοινωνοί πάντες σχεδόν της Ιταλίας οι ηγεμόνες˙ και ο μεν δούξ Μεδιολάνων Φραγκίσκος Σφόρζας και ο Πάπας Πίος Β΄ ( σημ. ο Πάπας Κάλλιστος Γ΄ είχε πεθάνει τον Αύγουστο του 1458 ), εκηρύχθησαν υπέρ του Φερδινάνδου, οι δε πλείους των άλλων ως και οι ανώ-τεροι των νεαπολιτών ευπατρίδων υπέρ Ιωάννου του εξ Ανδεκαβίας. Εις τοιαύτην περιελθών ακμήν ο Φερδινάνδος επεκαλέσατο την βοήθειαν του Σκεντέρμπεη, ζητήσας προηγουμένως την έγκρισιν του πάπα. Αλλά και της Αλβανί-ας ο ηγεμών επιθυμών να δεχθή την πρόσκλησιν ταύτην, ενέδωκε εις την πολλάκις προταθείσαν παρά του Μωάμεθ ανακωχήν, τηρήσας όλως μυστικήν την εις Ιταλίαν εκστρατείαν». Ο Σκεντέρμπεης αναχώρησε τον Αύγουστο του 1461 με 5.000 πεζικό και 2.500 χιλιάδες ιππείς και αποβιβάστηκε στο Μπάρι, όπου βρισκόταν πολιορκούμενος ο Φερδινάνδος. Για την υποδοχή του γράφει ο Ν. Δραγούμης : « Αλλ’ οι πολιορκηταί μόλις είδον τα πλοία, και απεχώρησαν μετά σπουδής μακράν της πόλεως. Ο Φερδινάνδος έδραμε τότε εις προϋπάντησιν του Σκεντέρμπεη˙ και μετά τας πρώτους εγκαρδίους προρρήσεις διευθύνθησαν προς Βάριον, μεταξύ ευφημιών, διότι οι λαοί μαθόν-τες την άφιξιν του ήρωος, ού τινος η φήμη είχε διαδοθή πανταχού, συνέρεον όπως θαυμάσωσιν αυτόν». Πράγματι, στις μάχες της Μπαρλέτα και του Τράνι ο Σκεντέρμπεης έδειξε για ακόμη μια φορά τις πολεμικές του ικανότητες, εξασφαλίζοντας τον θρόνο του Φερδινάνδου. Εν συνεχεία προετοιμάστηκε να επιστρέψει στην Αλβανία παίρνοντας πλούσια δώρα από τον ευγνώμονα βασιλιά και την υπόσχεση του Πάπα ότι θα έκανε το παν για μια σταυροφορία ενάντια στους Οθωμανούς και πως θα ανακήρυσσε τον Σκεντέρμπεη αρχιστράτηγο των χριστιανικών δυνάμεων.

Ο Σουλτάνος από την μεριά του συνέχιζε την πίεση προς τους ανυπότακτους Αλβανούς. Τρεις στρατιές υπό τους Σινάνπασα, Χουσείνμπεη και Καρατζάμπεη αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τον Σκεντέρμπεη, γεγονός που οδήγησε τον Μωάμεθ Β΄ να συναινέσει σε 10ετή ανακωχή. Η ανακωχή αυτή, όμως, δεν διήρκησε ούτε έναν χρόνο. Το Νοέμβριο του 1463 ο Πάπας Πίος Β΄ κήρυξε σταυροφορία ενάντια στους Οθωμανούς, πρόσκληση στην οποία ανταποκρίθηκε ο Σκεντέρμπεης μαζί με την Βενετία. Η «Γαληνότατη» απέστειλε στον Σκεντέρμπεη 500 ιππείς και άλλους τόσους πεζούς υπό τον Antonio de Cosenza. Η επιχείρηση αυτή έμεινε τελικά ημιτελής αφού ο Πάπας Πίος Β΄ απεβίωσε τον Αύγουστο του 1464. Οι επιτυχίες του Σκεντέρμπεη στα πεδία των μαχών καθώς και η υποστήριξη που αυτός λάμβανε από την χριστιανική Δύση δημιουργούσαν έντονη δυσαρέσκεια στον Σουλτάνο, ο οποίος απο-φάσισε να εκστρατεύσει αυτοπροσώπως και να υποτάξει την ατίθαση Αλβανία στα 1466. Γράφει ο Ν. Δραγούμης σχετικά : «Ο δε Μωάμεθ, όστις εθριάμβευε κατά πάσας τας άλλας επιχειρήσεις, δυσκόλως έφερε τα εν Αλβανία δυστυχήματα˙ εφρόνει μάλιστα ότι η ακαταγώνιστος αντίστασις της ηπειρωτικής εκείνης γωνίας προς τους νικηφόρους της ημισελήνου στρατούς, ηπείλει ολόκληρον την εξουσίαν αυτού. […] όθεν, ιν’ απαλλαγή δια παντός από της ολεθρίας ταύτης μάστιγος, απεφάσισε να εισβάλη αυτοπροσώπως μετά μεγάλων δυνάμεων εις Αλβανίαν, και να πολιορκήση κατά πρώτον την Κρόιαν, καρδίαν ούσαν όλης της χώρας». Μαθαίνοντας για τις προετοιμασίες των Οθωμανών ο Σκεντέρμπεης αποφάσισε να μεταβεί ο ίδιος στην Αγία Έδρα για να ζητήσει βοήθεια από τον νέο Πάπα Παύλο Β΄. Το ταξίδι του το κράτησε κρυφό και έφτασε στην Ρώμη τον χειμώνα του 1466-67.

Τα αποτελέσματα, όμως, της διπλωματικής προσπάθειας του Σκεντέρμπεη δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Αναφέρει ο Ν. Δραγούμης για τα αποτελέσματα της αποστολής: «Δυστυχώς όμως αντί βοηθείας, αντί στρατιωτών, τιμαί μόνον εδαψιλεύθησαν τω Σκεντέρμπεη˙ ο πάπας εδωρήσατο αυτώ πίλον και ξίφος ευλογηθέντα παρ’ αυτού, προσθείς και χρηματικήν τινά χορηγίαν εκ τρισχιλίων σκούδων. [..] Ναι μεν ο πάπας έγραψε προς τους χριστιανούς ηγεμόνας ζητών βοήθειαν, αλλ’ ουδείς εδείχθη πρόθυμος να πράξη θυσίαν, οποίαν πρώτος αυτός ο ανώτατος αρχηγός της ρωμαϊκής εκκλησίας απέφυγεν».

Η δεύτερη πολιορκία της Κρόιας ξεκίνησε το 1466 με τον ίδιο τον Μωάμεθ Β΄ επικεφαλής στρατού 30.000 ανδρών. Οι υπερασπιστές της Κρόιας αριθμούσαν κάτι παραπάνω από 4.000, αλλά ήταν πολύ καλά οχυρωμένοι και οργανωμένοι από τον στενό φίλο του Σκεντέρμπεη Τανούσιο Τόπια. Έπειτα από μερικούς μήνες ο Μωάμεθ Β΄ κατάλαβε αυτό που και ο πατέρας του 16 χρόνια πριν είχε καταλάβει. Το φρούριο της Κρόιας ήταν αδύνατο να κατακτηθεί. Ο Σουλτάνος αποσύρθηκε στην Κων/πολη αφήνοντας την αρχηγία της πολιορκίας στον Βαλαβάν- πασα με 10.000 άνδρες. Οι πηγές αναφέρουν ότι κάποιος πυροβολητής, ονόματι Γεώργιος Αλεξίου, κατάφερε να σημαδέψει τον Βαλαβάνπασα ο οποίος έπεσε νεκρός. Ευθύς αμέσως οι πολιορκητές αποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους πλήθος πολεμοφοδίων. Το καλοκαίρι του 1467 ο Μωάμεθ Β΄ επιχείρησε εκ νέου πολιορκία της Κρόιας αποτυ-γχάνοντας ξανά. Ο Σκεντέρμπεης ήταν πλέον 63 ετών και καταπονημένος από τους συνεχείς αγώνες που πάντα έδινε από την πρώτη γραμμή. Η υγεία του κλονίστηκε όταν προσβλήθηκε από ελονοσία οπότε και κατέληξε στις 17 Ιανουαρίου 1467. Γράφει ο Ν. Δραγούμης: «Ετάφη δε ο Σκεντέρμπεης εν τω ναώ του Αγίου Νικολάου εν Λησσώ, παρόντων των συμμάχων, των στρατηγών και των στρατιωτών αυτού. Η Ήπειρος άπασα εθρήνησε τον θάνατον του μεγάλου ανδρός, και η χριστιανική Ευρώπη, η μη συνδραμούσα αυτόν ζώντα επένθησεν αποθανόντα». Ο Μωάμεθ Β΄ αντίθετα γεμάτος χαρά για τον θάνατο του ανυπότακτου Αλβανού προσπάθησε ξανά να κατακτήσει την χώρα του. Όμως ο Σκεντέρμπεης έχοντας προνοήσει για τις κτήσεις του είχε αναθέσει την κηδεμονία του γιου του και της κόρης του στην Βενετία, η οποία είχε φροντίσει να οχυρώσει καλά την Κρόια, την Λισσό και την Σκόδρα.

Πολλά έχουν γραφτεί σχετικά με την εθνικότητα του ήρωα αυτού. Ο Κ. Παπαρηγόπουλος, αν και στην αρχή υιο-θέτησε τις απόψεις του Γερμανού Karl Hopf που υποστήριζε ότι ο Σκεντέρμπεης ήταν Σλάβος, εν συνεχεία ανα-κάλεσε και δέχτηκε την αλβανική καταγωγή του. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο ιστορικός Α. Μηλιαράκης ο οποίος αναφέρει στο δοκίμιο του « Ολίγαι λέξεις περί της καταγωγής του Σκενδέρμπεη » τα εξής: «Δεν φθάνωμεν μέχρι του σημείου ν’ αποκαλέσωμεν τον Σκενδ. Έλληνα, αφόβως όμως και κατά πεποίθησιν, έχοντας τας σαφείς μαρτυρίας του Βαρλετίου […] δυνάμεθα ν’ αποκαλέσωμεν αυτόν Αλβανόν, καταγόμενον εξ ελληνικού γένους εξαλβανισθέντος, αλλά διατηρήσαντος άχρι τέλους το ελληνικόν οικογενειακόν επώνυμον […] Η έρευνα περί της καταγωγής του Σκενδέρμπεη ουδεμίαν έχει σημασίαν ιστορικήν˙ ο ανήρ εγεννήθη εν Αλβανία υπέρ αυτής ειργάσθη και ηγωνίσθη, είναι ήρως εθνικός αυτής, η δε καταγωγή αυτού ουδεμίαν έσχε δράσιν επί της ιστορίας αυτής, αλλά μόνον η ικανότης και η ανδρεία…». Επίσης και ο Μαργαρίτης Δήμιτσας στο βιβλίο του «Κριτικαί έρευναι περί της καταγωγής και εθνικότητος Γεωργίου Καστριώτου του Σκενδέρμπεη» καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: «Κατά ταύτα τοίνυν εξάγεται ότι ο Γεώργιος Καστριώτης ο Σκενδέρμπεης, ο ήρως της Αλβανίας, ήν Αλβανός Ηπειρώτης».

Το να προσπαθεί κανείς να προσεγγίσει το ζήτημα με εθνικά κριτήρια είναι μάταιο, αφού την περίοδο εκείνη στα Βαλκάνια η λέξη έθνος, με την σημασία που της αποδίδεται σήμερα, είναι άγνωστη. Κυρίαρχο στοιχείο του αυτο-προσδιορισμού των ανθρώπων ήταν κατά βάση το θρήσκευμα. Αυτό ίσχυε στο θεοκρατικό Βυζάντιο, το ίδιο συνέχισε να ισχύει και στην διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα περιβόητα οθωμανικά millet δεν αναφέ-ρονταν σε εθνικές ομάδες, πράγμα άγνωστο για το καθεστώς της Σαρίας, αλλά σε θρησκευτικές. Ο Σκεντέρμπεης αναφέρεται στις πηγές άλλες φορές ως Αλβανός, άλλες ως Ηπειρώτης, άλλες ως Σλάβος. Όλες όμως τον προσ-διορίζουν πρώτιστα ως «χριστιανό» και η θρησκεία του ήταν πάντα αυτό που προέβαλε στην αντίστασή του ενάντια στους Οθωμανούς. Στην πολυεθνική περιοχή της Ηπείρου άλλοτε απευθυνόταν στους υπηκόους του στα αλβανικά, άλλοτε στα ελληνικά, άλλοτε στα σλαβικά. Στα περίπου 20 χρόνια που πέρασε στην αυλή του Μουράτ Β΄ τελειοποίησε τα τούρκικα, ενώ στις επαφές του με τους Ιταλούς χρησιμοποιούσε τα ιταλικά… Τώρα, όσον αφορά στο δόγμα, σίγουρα δεν ήταν ορθόδοξος, αφού από το 1443 είχε βαφτιστεί καθολικός και έκτοτε δεν αλλαξο-πίστησε ξανά. Στις πολλές του περιπέτειες στα 25 χρόνια που μεσουράνησε, δεν ήρθε σε επαφή με την Κων/πολη, ακόμη και όταν αυτή πολιορκούταν από των Μωάμεθ Β΄. Αλλά και ούτε φαίνεται να δέχτηκε βοήθεια από τους Βυζαντινούς δεσπότες της νότιας Ελλάδας. Όσο κυβερνούσε κύριοι σύμμαχοι του υπήρξαν το βασίλειο της Νάπολης, η Βενετία και το Βατικανό.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης στο βιβλίο του « Οι λαοί των Βαλκανίων »* σχολιάζει εύστοχα για τον Σκεντέρμπεη : 

«Η προσωπική ιστορία τού Γεωργίου Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη είναι τόσο μπερδεμένη, όσο και η ιστορία της Αλβανίας. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που γίνεται υπ’ αριθμόν ένα ήρωας των Αλβανών ένας άνθρωπος που είχε πατέρα Έλληνα και μητέρα Σερβίδα, αλλά ένιωθε, λέει, βέρος Αλβανός, παρόλο που έμοιαζε μάλλον με Τούρκο αν και ήταν πάντα στενός φίλος των Βενετσιάνων».

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗ

ΚΡΙΤΙΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗ

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗ ( ΠΡΟΛΟΓΟΣ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ )

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗ ( ΒΙΒΛΙΑ Α-Β-Γ-Δ-Ε-ΣΤ-Ζ )

 

 

 

* ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ

 

 ΣΤΟΑ ΣΚΕΝΔΕΡΜΠΕΗΣ - ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ιόλαος

 

Please reload