ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ - Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

June 14, 2019

 

Αναφέρει το  Τυπικό τού 4ου βαθμού τού Μυστικού Διδασκάλου στην 2η περιοδεία τής μυήσεως :

 

             « Κάθε γνώμη τού ανθρώπου, δυστυχώς είναι μόνον σχετική

               και ο Τεκτονισμός ουδεμίαν δέχεται ως οριστική.

                Επιβάλλει το καθήκον τής Αναζητήσεως τής Αληθείας,

                άνευ εξαιρέσεως, άνευ συμβιβασμού …………………..

               Να έχετε μία μόνο επιδίωξη, την Αναζήτηση τής Αληθείας »

Α. Εισαγωγή

Η έρευνα της Αληθείας οδηγεί τον ερευνητή να  παραδεχθεί ότι :

1ον μία είναι η Πηγή της Δημιουργίας, της Φύσεως·

2ον  οι άπειρες εκδηλώσεις της είναι ανόμοιες·

3ον ο άνθρωπος δύναται, μελετώντας αυτές τις εκδηλώσεις, να συνειδητοποιήσει και να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίον ήλθε στον κόσμο.

Μία οδός θα ήταν η παρατήρηση τών όσων συμβαίνουν στην Φύση και η ανεύρεση ενός αλληλοσυσχετισμού τών μορφών που την συγκροτούν.

Όμως, μία τέτοια προσέγγιση - αν και ορθή - θα ήταν περιορισμένη, καθώς λαμβάνεται ανεξάρτητα από το Πάν, εντός του οποίου υπάρχει ο κόσμος μας.

Εάν, αντιθέτως, ξεκινήσουμε από το Πάν ( από τα Άνω ) και καταλήξουμε στην Φύση ( δεδομένου ότι η Φύση αποτελεί και αυτή τμήμα του Παντός ), τότε θα έχουμε επιτύχει μία περισσότερο ολοκληρωμένη εργασία.

 

Β. Θεός και Δημιουργία

Θεωρώντας λοιπόν το θέμα εκ των Άνω, αναγκαστικά θα πρέπει να μιλήσουμε για τον Θεό, έχοντας πάντοτε την συναίσθηση ότι ο λόγος μας θα περιγράφει και θα προσεγγίζει την αντίληψη που δύναται ο άνθρωπος να έχει για τον Θεό και όχι Αυτόν τον Ίδιο, αφού ο Απειροαιώνιος και Απόλυτος υπερβαίνει κάθε περιγραφή και κάθε προσέγ-γιση.

Υπό αυτό το πρίσμα θεωρήσεως, πέντε κατ' αρχήν σημεία μπορούν να « λεχθούν » για τον Θεό :

1. Ποιά είναι η Φύση τού Θεού

2. Πώς Εκφράζεται ο Θεός

3. Πώς Εκδιπλώνεται ( ξεδιπλώνεται ) ο Θεός

4. Ποιούς Σκοπούς Θέτει ως Στόχους Του

5. Τί Δημιουργεί ο Θεός.

 

1ον . Ποιά είναι η Φύση τού Θεού

Τί είναι ο Θεός ;

Ασφαλώς δεν είναι κάποια μορφή, αφού οι μορφές είναι περιορισμένες και εντοπισμένες στον χώρο και στον χρόνο.

Τον Θεό θα πρέπει να Τον αναζητήσουμε στον ιδεατό « χώρο » τού Πνεύματος, στον αφηρημένο κόσμο τών Ιδεών.

Ο Θεός είναι το Απόλυτο, Άπειρο και Αιώνιο Όν, το Οποίο συνδυάζει στον απόλυτο βαθμό τα τρία στοιχεία - Ιδέα, Συνείδηση και Πνεύμα - δια των οποίων αντιλαμβανόμαστε ένα Πνευματικό Όν.

Δηλαδή :

 

♦ την Ιερά και Απερινόητη ( που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με την ανθρώπινη λογική ) Ιδέα τής Μονάδος·

♦ την Υπερσυνείδηση τής Αληθείας·

♦ το Άγιον Πνεύμα.

 

2. Πώς εκφράζεται ο Θεός

Ο  Πυθαγόρας έλεγε : « Αεί ο Θεός ο Μέγας γεωμετρεί ».

Ο Θεός είναι η Ζωή, χαρακτηριστικό δε της Ζωής είναι η κίνηση. Ο Θεός συνεχώς κινείται.

Πώς όμως εκφράζεται ; Προβάλλοντας ή αντανακλώντας τον Εαυτό Του σε κατώτερες βαθμίδες.

Οι εκφράσεις του Θεού, ως μερικότερες Αυτού, νοούνται ότι γίνονται σε επίπεδα ιεραρχικώς χαμηλότερα.

 Ο άνθρωπος, επί παραδείγματι, έχει δημιουργηθεί κατ' εικόνα του Θεού, δηλαδή αντανακλά στην συγκρότησή του - αλλά σε ένα κατώτερο ( σχετικότερο ) επίπεδο ή βαθμίδα υπάρξεως - την Ιδέα του Όντος.

Κάθε προβολή τού Θεού εκφράζει μία Ιδέα Του, μία Όψη Του, μία « πλευρά » Του, περιορισμένη ως προς το Άπειρον Έν.

Αυτή η έκφρασή Του, καθώς είναι αποτέλεσμα της προβολής μιάς Όψεώς Του και έκφραση μίας Ιδέας Του, νοείται ως σημείο που αντιδιαστέλλεται από την Πηγή, αλλά το οποίο όμως περικλείει και εμφανίζει στο δικό του κατώ-τερο επίπεδο το Έν και το Άπειρον του Θεού.

 

3. Πώς εκδιπλώνεται ( ξεδιπλώνεται ) ο Θεός

Ο Θεός εκφράζεται συνεχώς, εκδηλώνοντας την Απειρία των Ιδεών Του και την Απειροσύνη τής Φύσεώς Του. Οι άπειρες εκφράσεις Του δεν εκδιπλώνονται κατά τρόπον τυχαίο, αλλά με κάποιο « σύστημα », το οποίο μαρτυρεί και αυτό την Θεία Φύση. Κύριο χαρακτηριστικό τής Θείας εκδιπλώσεως είναι η Τάξη.

Αυτή την Τάξη ο άνθρωπος μπορεί να παραστήσει συμβολικώς ως ένα σύστημα από άπειρες ομόκεντρες σφαίρες, κάθε μία από τις οποίες συντίθεται από άπειρα σημεία-εκδιπλώσεις του Θεού. Το σχήμα αυτό νομίζουμε ότι μπορεί να μας δώσει μίαν - αμυδρά έστω - εικόνα τής απειροτρόπου εκδιπλώσεως τού Θεού εν τη Απειροσύνη Αυτού.

 

4. Οι σκοποί τής εκδηλώσεως τού Θεού

Ο Θεός, ως Όν με Άπειρη Συνείδηση, δεν είναι δυνατόν να νοηθεί ότι ενεργεί ασκόπως. Συνεπώς κάθε έκφραση του Θεού - κάθε εκφαζόμενη Ιδέα Του - αντιπροσωπεύει έναν σκοπό. Ανόμοιες οι Ιδέες, ανόμοιοι και οι σκοποί, αλλά με κοινό κέντρο εκπορεύσεως.

Καθώς κάθε ιδιαίτερος σκοπός ευρίσκεται σε αλληλεγγύη, αμοιβαιότητα και συνεργασία με όλους τους άλλους σκοπούς, συνεπάγεται ότι όλοι οι σκοποί, τελικώς, συνδεόμενοι μεταξύ τους, καταλήγουν σε έναν Σκοπό, αποτέ-λεσμα τού οποίου είναι η Δημιουργία.

 

5. Τί Δημιουργεί ο Θεός

Ο Θεός είναι η Ζωή, δεν δημιουργεί παρά την Ζωή. Όλη η Δημιουργία τού Θεού σε έναν σκοπό τείνει :

στην εμφάνιση τής Ζωής.

 

6. Συμπεράσματα

α. Το Πάν προέρχεται από το Απόλυτο και Απειροαιώνιο Έν.

β. Ο Θεός, για να δημιουργήσει, εκδηλώνεται αντανακλώντας τον Εαυτό Του με Τάξη.

γ. Σε κάθε εκδήλωση του Θεού συντρέχει και ένας ιδιαίτερος σκοπός. Και όλοι οι επί μέρους σκοποί συγκλίνουν αμοιβαίως στην υπηρέτηση ενός και μόνου Σκοπού : την εμφάνιση τής Ζωής.

δ. Έτσι, ο Θεός εκκινεί ως Έν, εκδηλώνεται απειροτρόπως και συγκλίνει και πάλι στο Έν, αφού οι άπειροι επί μέρους σκοποί Του υπηρετούν έναν Σκοπό.

Νοούμε τον Θεό να δημιουργεί εκδιπλούμενος και κατόπιν αναδιπλούμενος.

Εκδπίπλωση είναι η κίνηση από το Έν στο Άπειρον ( Ένας ο Θεός, άπειροι οι επί μέρους σκοποί ).

Αναδίπλωση είναι η κίνηση από το άπειρο στο Έν ( σύγκλιση όλων των επί μέρους σκοπών σε Έν ).

ε. Στην εκδίπλωση τού Θεού ανευρίσκουμε την συνεχή σκοπιμότητα ( την άλυσσο τής σκοπιμότητας ). Στην ανα-δίπλωσή Του συναντούμε την Ιεραρχία.

Εδώ θα υπενθυμίσουμε δύο βασικές θεωρίες οι οποίες, από κοινού θεωρούμενες. συνθέτουν την αλήθεια την οποία εξετάζουμε.

Η μία είναι η τελεολογική θεωρία τού Σωκράτη, την οποίαν αναφέρει ο Πλάτων. Κατ' αυτήν, κάθε τί στην Δημι-ουργία υπηρετεί έναν σκοπό, άρα αποτελεί σημείο της εκδιπλώσεως τού Θεού εν τη Απειροσύνη. Η τελεολογική θεωρία περιγράφει την εκδίπλωση τού Θεού δια μέσου της σκοπιμότητας.

Η άλλη είναι η λεγομένη αιτιοκρατική θεωρία του Αριστοτέλη. Το κάθε τί οφείλει την ύπαρξή του σε κάποιο αίτιο, το οποίο με την σειρά του ανάγεται σε άλλο αίτιο και ούτω καθ' εξής, μέχρι του απωτάτου Αιτίου, το οποίο αποκαλούσε Ακίνητον Κινούν. Η θεωρία αυτή περιγράφει την αναγωγή στην Μονάδα δια της Ιεραρχίας.

 

Γ. Η Φύση

Με τον όρο « Φύση » εννοείται ο κόσμος που υποπίπτει στις αισθήσεις μας. Πρόκειται για το αισθητό μέρος τής Δημιουργίας.

Η Φύση που μάς περιβάλλει είναι μία από τις εκφράσεις τού Θεού, σφραγισμένη με την Απειροσύνη, αφού άπειρες είναι οι εκδηλώσεις της. Και αυτές οι εκδηλώσεις ευρίσκονται σε μία Τάξη η οποία μαρτυρεί την Θεία προέλευσή τους. Κάθε μία από τις ανόμοιες αυτές εκδηλώσεις υπηρετεί έναν σκοπό· οι σκοποί συνδέονται μεταξύ τους σε αμοιβαία συνεργασία και υπηρετούν όλοι έναν Σκοπό, τον θεμελιώδη Σκοπό τής Ιδέας τής Δημιουργίας, την Απο-κατάσταση τής Πτώσεως, την Επάνοδο.

 « Η Φύση είναι μοναδική στην σύλληψή της », ακριβώς διότι :

   ♦ ανάγεται σε μία Ιδέα,

   ♦ η οποία εκπορεύεται από μία Πηγή

   ♦ και υπηρετεί έναν κύριο σκοπό.

Κατά δεύτερο λόγο, το τυπικό τού μαθητή (έναρξη εργασιών) υποδεικνύει τον τρόπο για να επιτύχει ο άνθρωπος το σκοπό του, που είναι η δημιουργία τής προσωπικότητάς του ►και η απόκτηση τής Συνειδήσεως τής Αληθείας :

« Δεν ανευρίσκομεν ποτέ πλήρως το Αιώνιον Φως, το περιέχον το παν, προς το οποίον το παν τείνει,, διότι οι ανθρώπινοι οφθαλμοί δεν θα ηδύνατο να ανθέξουν εις την λάμψιν του. Δυνάμεθα όμως να ίδωμεν τας ακτίνας αυτού, μελετώντας την Φύσιν, παρατηρούντες τα φαινόμενα, κατερχόμενα εις το βάθος της Συνειδήσεως και ιδίως εναρμονίζοντες τους εαυτούς μας προς τον Παγκόσμιον Ρυθμόν »

Και ο τρόπος αυτός, όπως μας υποδεικνύει το κείμενο τού τυπικού, είναι η μελέτη τής φύσεως και τών φαινομένων.

Είδαμε ότι όλες οι άπειρες εκδηλώσεις του Θεού είναι ανόμοιες μεταξύ τους, διότι εκφράζουν ανόμοιες Ιδέες. Επειδή όμως προέρχονται από την ίδια Πηγή, συναρτώνται μεταξύ τους, συνεργάζονται - αλληλοεξυπηρετούνται : εμφανίζουν μίαν αμοιβαιότητα, η οποία καταλήγει στην εμφάνιση τής Μονάδος.

Όμως οι άνθρωποι είναι γεννημένοι εν πτώσει, δηλαδή ευρίσκονται έξω από τον « λειτουργικό μηχανισμό » του Θεού. Ενώ είναι εκφράσεις τών Ιδεών τού Θεού, ταυτοχρόνως ευρίσκονται έξω από το «κύκλωμα λειτουργίας» τών εκφράσεων τού Θεού. Με άλλα λόγια, το ανθρώπινο όν δημιουργήθηκε ως έκφραση μίας Ιδέας τού Θεού, αλλά, καθώς δημιουργήθηκε μέσα στον κόσμο τής Πτώσεως, δεν είναι εναρμονισμένο με τον « Θείο Μηχανισμό ».

Αυτό σημαίνει Πτώση.

Εάν ο άνθρωπος ήταν εναρμονισμένος με τον « Θείο Μηχανισμό », θα ήταν πνευματικό Όν και δεν θα είχε κανένα λόγο να δημιουργήσει την Προσωπικότητά του, καθώς - ως Πνευματικό Όν αιώνιο - δεν θα χαρακτηριζόταν από την σχετικότητα τής υπάρξεως στον κόσμο.

Συνεπώς το πρόβλημα είναι: πώς θα μπορέσει ο άνθρωπος να ξεφύγει από τον εκτροχιασμό, από την Πτώση, και να ενταχθεί μέσα στον « Θείο Μηχανισμό ».

Και τούτο θα το επιτύχει εφαρμόζοντας μέσα του ό,τι βλέπει στην Δημιουργία :

   ♦ ότι όλα εκπορεύονται από ένα Κέντρο·

   ♦ ότι κάθε ένα από τα εκπορευόμενα υπηρετεί έναν σκοπό·

   ♦ ότι οι επί μέρους σκοποί συνεργάζονται μεταξύ τους και καταλήγουν στην υπηρέτηση ενός σκοπού, ο οποίος

      έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία Ζωής.

Έχοντας ως υπόδειγμα την ενότητα τής Φύσεως, ο άνθρωπος δύναται να καταργήσει το άσκοπο τών πράξεών του. Δύναται ν' αρχίσει την προσπάθεια ώστε κάθε έκφρασή του να υπηρετεί μία σκοπιμότητα· αλλά και όλες οι ανόμοιες, επί μέρους εκφράσεις του να συνδέονται αμοιβαίως και να τείνουν στην υπηρέτηση ενός σκοπού: την έκφραση στον υλικό Κόσμο τής Μίας Ιδέας η οποία τον εμψυχώνει και ζωοποιεί. Αυτή η ενιαία έκφραση είναι η Προσωπικότητα. Έτσι, ο άνθρωπος ανάγεται στην Μονάδα, εντάσσεται στον « Θείο μηχανισμό » και καθίσταται αιώνιο Πνευματικό Όν.

 

 Δ. Ο Νόμος τής Ανομοιότητας

Όπως λοιπόν βλέπουμε, ο Νόμος τής Ανομοιότητας, διέπει κάθε μορφή της Φύσεως. Κάθε μορφή, όπως και κάθε άνθρωπος, αποτελεί έκφραση μίας Ιδέας του Θεού, ανομοίας και μοναδικής. ( Διότι δεν νοείται ο Θεός να επαναλαμβάνεται και να δρά κατά τρόπο ομοιότυπο, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο ).

 Ο Θεός είναι μία Ενιαία Αρχή που έχει δύο εκφράσεις : την Σοφία και την Αγάπη. Η Σοφία δημιουργεί, η Αγάπη συντηρεί. Η ανομοιότης ( η διαφορετικότης ) είναι εκδήλωση Θείας Σοφίας. Η ενότης ( αρμονική συνεργασία τών ανομοίων ) είναι εκδήλωση Θείας Αγάπης.

Στην Φύση παρατηρούμε ότι όλες οι μορφές της είναι ανόμοιες μεταξύ τους. Ούτε ένα φύλλο δένδρου δεν είναι ίδιο με κάποιο άλλο. Και όπως ακριβώς οι ανόμοιες Ιδέες τού Θεού είδαμε ότι συνδέονται με αμοιβαιότητα και συνεργάζονται μεταξύ τους για να υπηρετήσουν έναν κοινό σκοπό, κατ' ανάλογο τρόπο η Φύση, με τις ανόμοιες εκδηλώσεις της, τείνει στην υπηρέτηση ενός σκοπού.

Στους ανθρώπους, η ανομοιότητα μάς αποκαλύπτεται υπό την μορφή τής ανομοίας αρετής, την οποία κατέχει ο κάθε άνθρωπος· η δε Αγάπη είναι εκείνη που οφείλει να δημιουργήσει την ενότητα, να εμφανίσει την Μονάδα στους κόλπους τής Ανθρωπότητας.

Αυτή είναι η αλήθεια που μάς αποκαλύπτεται, όσον αφορά στον άνθρωπο και στην Δημιουργία, σκοπός τής οποίας είναι ένας : η Επάνοδος τού ανθρώπου στην Μονάδα, η ένταξή του στην Θεία Ενότητα τής Ζωής.

Εάν προσέξουμε τους ανθρώπους αφ' ενός και την Δημιουργία αφ' ετέρου, θα παρατηρήσουμε ότι εμείς οι άνθρω-ποι είμαστε διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον, αλλά όλοι ανήκουμε στην Μονάδα « Ανθρωπότητα ».

Δηλαδή στην έκφραση τής Ιδέας (  ή στο Είδος ) " Άνθρωπος ".

Δεν ανήκουμε στις μορφές τού Περιβάλλοντος. Διαφέρουμε από την Δημιουργία κατά τούτο : ενώ η Δημιουργία είναι αποτύπωση μίας Ιδέας και θεματοφύλακας της Αληθείας, εμείς οι άνθρωποι αγνοούμε την Αλήθεια και προσπαθούμε να επιτύχουμε την αντίληψη της Αληθείας : την Συνείδηση.

Επειδή όμως ευρισκόμαστε εν πτώσει, ο παράγων τού κακού προσπαθεί με κάθε τρόπο να μάς αποτρέψει από την προσπάθειά μας αυτή, για να αποτύχουμε και να ταυτίσουμε την τύχη μας με την δική του.

Έρχεται λοιπόν ο καταστρεπτικός παράγων μέσα στο Θείο Έργο τής Δημιουργίας και προσκρούει επί του αποτελέσ-ματος τής δράσεως τού Θείου, αλλοιώνοντάς το. Στην προσπάθειά του αυτήν δεν επιτυγχάνει πλήρως, διότι τότε κάθε Θεία δράση θα ακυρωνόταν, ο δε Εωσφόρος θα αποδεικνυόταν ισχυρότερος από τον Θεό !

Όμως το Θείον ως Απόλυτη Θέση είναι ανώτερο από την – πάντοτε σχετική - άρνηση. Διότι η Θέση νοείται υπάρ-χουσα αφ' εαυτής, ενώ η άρνηση τής Θέσεως δεν δύναται να νοηθεί εάν δεν υπάρχει η Θέση.

Αυτή η σχέση μεταξύ θέσεως και αρνήσεως σφραγίζει τον Εωσφόρο ► με την σχετικότητα και τον καθιστά μειονε-κτικό έναντι τού Θεού. Θα μπορούσε ο Θεός, προβάλλοντας δυναμικά την Θέση, να εξαφανίσει την άρνηση. Κάτι τέτοιο όμως θ' αποτελούσε πράξη βίας· και ο Θεός σέβεται απολύτως την Ελευθερία.

Σ' έναν ασύλληπτο για εμάς συνδυασμό ελευθερίας και σχετικότητας - συνδυασμό ο οποίος διέπεται από την Θεία Δικαιοσύνη - κάθε ένας λαμβάνει το μερίδιο τών δυνάμεών του. Ο Εωσφόρος παίρνει ό,τι του επιτρέπει η σχετικό-τητα του, ο δε Θεός ό,τι εξυπηρετεί την δημιουργική Του σκοπιμότητα.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτών των τριών στοιχείων :

   ♦ Ελευθερίας·

   ♦ σχετικότητας τού παράγοντος τής αρνήσεως· και

   ♦ Θείας Δικαιοσύνης,

Ο Εωσφόρος, με τις εναντιώσεις του μέσα στην Δημιουργία, φέρει και αυτός κάποιο αποτέλεσμα, αλλά είναι μέγα λάθος να θεωρήσουμε ότι διευθύνει τα πάντα. Το αποτέλεσμα τής αρνήσεώς του είναι ό,τι βλέπουμε ως εναντιώ-σεις στις μορφές τής Φύσεως και στους ανθρώπους.

Ο Νόμος τής Ανομοιότητας δεν θίγεται, αφού ως Νόμος δηλώνει την Θεία Παρουσία. Εκείνο που θίγεται κάπως είναι το αποτέλεσμά του.

Οι εναντιώσεις τού αντιπάλου, έχουν την εξής συνέπεια : ο άνθρωπος, αντί να προχωρεί προς την Αλήθεια, προχωρεί προς μία παρέκκλιση· αντί να συνειδητοποιεί την Αλήθεια, πλανάται και δημιουργεί μίαν εσφαλμένη υποκειμενική « αλήθεια », η « αλήθεια » αυτή όμως δεν έχει το χαρακτηριστικό τού Νόμου της Ανομοιότητας, που είναι η αρμονική ενότητα τών ανομοίων· διαχωρίζει τους ανθρώπους και τους παγιδεύει σε δόγματα, θεωρίες κλπ.

Οι εκδηλώσεις τής Θέσεως ( τα ποιοτικά γνωρίσματα τού Καλού ) έχουν το χαρακτηριστικό να εναρμονίζονται με αμοιβαιότητα. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα τών διαφορετικών μουσικών οργάνων σε μία ορχήστρα.

Ενώ οι εκδηλώσεις της αρνήσεως - αν και διαφορετικές μεταξύ τους - δεν μπορούν να εμφανίσουν την αρμονική ενότητα, την Μονάδα.

 Συνεπώς δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο τού Θείου Νόμου τής Ανομοιότητας.

 Εάν οι άνθρωποι ήσαν ελεύθεροι από τις παγιδεύσεις του κακού, τότε όλοι θα αντιλαμβάνοντο διαφορετικές όψεις της μίας υπάρχουσας Αληθείας - όψεις εναρμονιζόμενες μεταξύ τους, ο οποίες θα εμφάνιζαν την Μονάδα.

Οι άνθρωποι δεν θα ήσαν διαχωρισμένοι.

Πώς μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό ; Αξιοποιώντας τον Νόμο τής Ανομοιότητας.

Κάθε άνθρωπος εκφράζει μίαν Ιδέα του Θεού, μίαν Αρετή, ένα χαρακτηριστικό ποιοτικό γνώρισμα, ανόμοιο και ιδιαίτερο. Αυτή είναι η καλή πλευρά τού ανθρώπου. Εάν κατορθώναμε να διαγράψουμε την κακή όψη - ό,τι δηλαδή επισυσσώρευσε επάνω μας το κακό - τότε οι ανόμοιες Αρετές μας θα τελούσαν φυσιολογικώς σε αμοιβαιότητα μεταξύ τους, αφού όλες έχουν Θεία προέλευση και τείνουν προς έναν ενιαίο σκοπό.

Τί μπορεί να μάς φέρει σ' αυτό το σημείο ; Η Αγάπη.

Αγαπώντας, αποδεσμευόμαστε από το κακό και πλέκουμε το « ύφασμα » τών ανομοίων Αρετών μας.

Και αν η Αγάπη επεκταθεί μεταξύ όλων των ανθρώπων, τότε η ανθρωπότητα θα καταστεί Μονάδα, αντανακλώσα εκείνη την Μονάδα τού Πνευματικού Κόσμου.

Με άλλα λόγια εύκολα καταλήγουμε στα εξής :

« Είσθε, οι άνθρωποι, ανόμοιοι μεταξύ σας. Φροντίστε να βρείτε την ανόμοια Αρετή που έχει ο συνάνθρωπός σας και ενωθήτε με αυτήν. Μη βλέπετε στον συνάνθρωπό σας τα ελαττώματά του - την κακή του πλευρά - διότι και σείς έχετε την κακή σας πλευρά. Απαλλαγείτε από αυτήν την δέσμευση, κρατήστε το Καλό και φροντίστε ν' ανακαλύψετε την σχέση του σκοπού σας με τον σκοπό καθενός από τους άλλους ανθρώπους.

Σε αυτή την σχέση τών ιδιαιτέρων σκοπών, θα εμφανίσετε μία ανθρωπότητα με αντίληψη του ενιαίου σκοπού της και - υπηρετώντας τον σκοπό αυτόν :

♦ θα επιτύχετε την Επάνοδο και την κατάργηση τής Πτώσεως, η οποία αποτελεί αταξία για τον Θείο Κόσμο.

Η αξιοποίηση τής Ανομοιότητας μεταξύ των ανθρώπων δημιουργεί τον « χώρο » και τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν την Αποκατάσταση. Ο στόχος λοιπόν τών ανθρώπων είναι διπλός :

♦ να απελευθερωθούν από το κακό, να ενωθούν όλοι οι άνθρωποι, ο καθένας δια της ιδιαιτέρας του αρετής, ούτως ώστε να εμφανίσουν την Μονάδα· και

♦ να απομακρυνθούν από αυτή την κατάσταση υπάρξεως, να υψωθούν προς την Πηγή τους και να ενωθούν με αυτήν.

 

 Ε. Έρευνα τής Αντικειμενικής Αληθείας.

Την ένωση τών ανθρώπων μέσω τών ανομοίων Αρετών τους πραγματοποιεί η Αγάπη. Την εισχώρηση όμως στην Αλήθεια οφείλει να την υπηρετήσει η Συνείδηση.

Προκειμένου να ανέλθει στον Πνευματικό Κόσμο, πρέπει ο άνθρωπος να βρεί την οδό που θα τον αναβιβάσει από επίπεδο σε επίπεδο και θα τον φέρει έως την Πηγή του.

Αν δια της Αγάπης αποδεσμεύεται κανείς από την δουλεία στο κακό και του δίδεται η δυνατότητα να συνενωθεί με τους συνανθρώπους του, η μελέτη, η παρατήρηση, η έρευνα του αντικειμενικού κόσμου - ο οποίος είναι θεματοφύλακας της Αληθείας - θα του αποκαλύψει την Αλήθεια. Δεν θα μπορέσει όμως ο άνθρωπος να μεθέξει της Θείας Αληθείας μελετώντας και ερευνώντας τον αντικειμενικό κόσμο, εάν προηγουμένως δεν έχει επιτύχει να δημιουργήσει δια της Αγάπης τον « χώρο » εντός του οποίου θα υπάρξει η Συνείδηση, η αντίληψη της Αληθείας.

Την Αλήθεια παρουσιάζουν, εγκλείουν και φυλάσσουν οι Μορφές τής Δημιουργίας ( συμπεριλαμβανομένων και των μορφών των ανθρώπων ). Και αυτή είναι η « αντικειμενική Αλήθεια, η οποία υπάρχει ως θέση εντός του κόσμου, αλλά και εκτός του κόσμου και πέραν παντός κόσμου ».

Αυτήν την αντικειμενική Αλήθεια ή Θέση είναι που οι άνθρωποι ονόμασαν Θεό.

Κατά μίαν άποψη, η λέξη "Θεός" προέρχεται από την θέση υπό την ιδεατή έννοια της λέξεως.

Όμως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την Αλήθεια όχι ως έχει αυτή εξ αντικειμένου, αλλά υπό την επίδραση τής Εωσφορικής εναντιώσεως, η οποία τον πλανά και τον οδηγεί σε άλλα συμπεράσματα, που ο άνθρωπος εκλαμβάνει ως Αλήθεια. Αυτή η υποκειμενική « αλήθεια » είναι κάτι νόθο, αλλοιωμένο.

Ο άνθρωπος πρέπει να ταυτίζεται με την αντικειμενική Αλήθεια και όχι με ό,τι ο ίδιος πιστεύει ως αλήθεια. Εάν λοιπόν θέλει να βρεί την Αλήθεια, άς προστρέξει στις Μορφές τής Φύσεως, που αποτελούν την εξωτερίκευση τής Αληθείας.

Προκειμένου ν' αντιληφθεί την Αλήθεια, ο άνθρωπος οφείλει δια της Μορφής να συλλάβει την Ιδέα.

Δεν πρέπει να παραμείνει στην εξωτερικότητα τής εκφράσεως της Ιδέας, αλλά οφείλει ν' ανέλθει στην Ιδέα.

 

1. Σύλληψη της Ιδέας στα τρία Επίπεδα

Προτού προχωρήσουμε στις μεθόδους δια των οποίων επιτυγχάνεται η αντίληψη της Ιδέας, θα πρέπει να εξετάσουμε πώς συλλαμβάνεται η Ιδέα στα τρία επίπεδα : υλικό, αιθερικό και πνευματικό.

Στον υλικό κόσμο, οι αισθήσεις μάς δίδουν την εσοδεία τους από ό,τι συνέλαβαν από τον εξωτερικό κόσμο. Το συναίσθημα την μεταφέρει στήν νόηση και η νόηση την κατεργάζεται. Ως αποτέλεσμα, μάς δίδεται η πρώτη αντίληψη της εξωτερικότητας τής Ιδέας.

Στο αιθερικό επίπεδο δεν υπάρχουν δραστηριότητες· εκεί υπάρχει μόνον η δεκτικότητα. Αυτή παραλαμβάνει την εμπειρία από το εκεί περιβάλλον και την φέρνει στο όν. Η υπεραίσθηση παραλαμβάνει το αντικείμενο τής δεκτικό-τητας και το μεταφέρει στην διαίσθηση, η οποία δίδει την αντίληψη τής Ιδέας στο αιθερικό επίπεδο.

Στα δύο επίπεδα που εξετάσαμε, το όν λαμβάνει εκ των κάτω, ανυψώνεται και αποκτά συνείδηση.

Στον Πνευματικό κόσμο η πορεία είναι αντίστροφη :

   ♦ η Φαντασία κατέχει την Ιδέα

   ♦ η Θέληση την κινητοποιεί και

   ♦ η Ισχύς την δυναμοποιεί.

 

2. Λογική και Αναλογική

Μιλώντας για την πορεία της Ιδέας στα διάφορα επίπεδα υπάρξεως, αναφέρουμε ότι :

   ♦ η Ιδέα εκπορεύεται από το Θείο Υπερσυνείδητο·

   ♦ αποκρυσταλλώνεται ως Αριθμός στον Πνευματικό Κόσμο·

   ♦ αντανακλάται ως Εικόνα στο αιθερικό επίπεδο και τελικώς

   ♦ εκδηλώνεται ως Μορφή στον υλικό κόσμο.

Αυτός είναι ο κατακόρυφος τρόπος εκδιπλώσεως του Θεού.

Εάν τώρα θεωρήσουμε το επίπεδο εντός του οποίου ζούμε, βλέπουμε να υπάρχουν οι μορφές, ως καταλήξεις τής εκφράσεως Θείων Ιδεών. Αυτές οι μορφές δεν ευρίσκονται σε κατακόρυφη σχέση μεταξύ τους, αλλά σε οριζοντία. Δηλαδή ο αντικειμενικός κόσμος της Φύσεως είναι μία «επί οριζοντίου επιπέδου» έκφραση του Δημιουργού Θεού.

Έχουμε λοιπόν την ξεδίπλωμα τής Ιδέας διττώς :

   οριζοντίως, μέσα στην Φύση· και

   κατακορύφως, δια των διαφόρων επιπέδων ( πνευματικού, αιθερικού και υλικού ).

Επομένως χρησιμοποιούμε δύο τρόπους ερεύνης τής Αληθείας και αντιλήψεως τής Αληθείας.

Η μία αφορά στην έρευνα της Αληθείας καθώς αυτή μάς παρουσιάζεται « οριζοντίως ».

Η δεύτερη μέθοδος αναφέρεται στην έρευνα της Αληθείας, καθώς αναγόμαστε «κατακορύφως» από το ένα επίπεδο στο άλλο, μέχρι την Πηγή τής Ιδέας.

Προκειμένου να αντιληφθούμε την Ιδέα κατά την οριζόντια έκφρασή της, μεταχειριζόμαστε την λογική.

Συγκρίνουμε τις μορφές, ανακαλύπτουμε την μεταξύ τους σχέση η οποία αναφέρεται στον σκοπό της κάθε μορφής. Μ' αυτόν τον λογικό συσχετισμό αποκτούμε την πρώτη αντίληψη της Ιδέας - αντίληψη της εξωτερικής μορφής που είναι έκφραση της Ιδέας στο οριζόντιο επίπεδο εκδιπλώσεως.

Δεν μπορούμε όμως δια της λογικής να ανέλθουμε από την εξωτερική Μορφή στην ίδια την Ιδέα. Για να ανέλθουμε από το ένα επίπεδο στο άλλο, απαιτείται άλλη μέθοδος : η αναλογική.

Δια της λογικής ο άνθρωπος σκέπτεται· δια της αναλογικής μεταφέρεται από το κατώτερο επίπεδο στο ανώτερο. Η λογική βεβαιώνει την ύπαρξη της Ιδέας.

Η αναλογική αποτελεί την κλίμακα ανόδου στην Πηγή τής Ιδέας. Η λογική συνιστά την οριζόντια έρευνα· η αναλογική, την κατακόρυφη έρευνα. Στην λογική υπάρχει νοητική σύγκριση· στην αναλογική, βιωματική αναγωγή.

Η λογική εδράζεται στην ισοτιμία των μορφών. Η αναλογική, στην ιεραρχία της εκδιπλώσεως από το ανώτερο στο κατώτερο.

 

Συμπερασματικά :

Η Φύση μάς διδάσκει την Ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα ( Έν το Πάν ).

Όλες της οι εκδηλώσεις εναρμονίζονται σε έναν σκοπό : την εμφάνιση τής Ζωής.

Κατά παρόμοιο τρόπο, ο άνθρωπος - αξιοποιώντας τον Νόμο της Ανομοιότητας - θα πρέπει :

♦ να ενοποιήσει τον εαυτό του, εναρμονίζοντας όλες του τις δραστηριότητες εντός του πλαισίου τής προσωπικό-τητός του, εμφανίζοντας την Μονάδα στον εαυτό του· και

♦ να ενοποιηθεί ως σύνολο - ως Ανθρωπότητα - δια της συναλλαγής τών ιδιαιτέρων αρετών τών ατόμων, εμφανί-ζοντας την Μονάδα στο σύνολο.

Εκ παραλλήλου, η Φύση αποτελεί θεματοφύλακα τής Αντικειμενικής Αληθείας, την οποίαν ο άνθρωπος καλείται να ερευνήσει με δύο μεθόδους :

♦ αφ' ενός δια της λογικής ( νοητικώς, κατά την «οριζοντία» εκδίπλωσή της στο επίπεδο τής αισθητής Φύσεως )· και

♦ αφ' ετέρου δια της αναλογικής ( βιωματικώς, κατά την κατακόρυφη εκδίπλωσή της δια των διαφόρων επιπέδων ).

 

Ιόλαος

 

Please reload