Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

March 27, 2019

 

Η επιστήμη της Ψυχολογίας

 

Ο όρος Ψυχολογία χρησιμοποιήθηκε από το Γερμανό μεταρρυθμιστή Μελάχθωνα (1497-1560) και διαδόθηκε μετά την έκδοση των βιβλίων του Ch. Wolf (psychologia empirica, psychologia rationalis 1679-1594). Η αυτονόμηση της ψ. από τη φιλοσοφία πραγματοποιήθηκε το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι., όταν «ο θάνατος», η έκλειψη, του Θεού και η θεοποίηση της λογικής ανάγκασαν τον Ευρωπαίο να αντιμετωπίσει τον «ωκεανό» της ψυχής. Σύμφωνα με το βιενέζο ψυχίατρο I. Caruso ο 20ος αι. ήταν αιώνας ψυχολογικός. Ήδη χιλιετηρίδες πριν ο Ηράκλειτος σημείωνε :

 

" ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο͵πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει (Απ. 45Δ)"

 

Παρ΄όλο που «οι ψυχολογίες είναι τόσες όσοι και οι ψυχολόγοι», τρία είναι τα κύρια θεωρητικά ρεύματα της ψ.[1]: η κλασική ψυχανάλυση, η συμπεριφοριστική θεωρία και η ουμανιστική ψυχολογία. Η τελευταία εμφανίστηκε στην Αμερική τη δεκαετία του ΄50 όχι μόνο ως η «τρίτη δύναμη» αλλά ως μια νέα θρησκεία. Σύνθημά της ήταν η ανακάλυψη των λησμονημένων θεϊκών ιδιοτήτων και δυνατοτήτων του πραγματικού εαυτού: Ο Θεός (η μεγενθυμένη πατρική εικόνα) είναι σύμβολο των δυνάμεων του ανθρώπου, της έμφυτης ανάγκης για τελειότητα, για αυτοπραγμάτωση… Η ψυχολογική αυτή κατεύθυνση φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε φιλοσοφία ζωής και σε ένα είδος θρησκείας έξω από τα καθιερωμένα συστήματα αξιών που τα θεωρεί αποτυχημένα[2]. Κύριοι εκπρόσωποί της οι Fromm, Rogers, Maslow και R. May.

Επειδή όμως τελικά διαπιστώθηκε ότι η ψυχή –ως υπερβατική έννοια-είναι κάτι ασύλληπτο ακόμη και για την ίδια την ψυχολογία, συνήθως σε αυτήν (η ψυχολογία) ο όρος ψυχή υποκαθίσταται από τη συνείδηση[3].

Παραμένει όμως ως πρώτο συνθετικό στους όρους ψυχολογία, ψυχανάλυση/ψυχοθεραπεία, ψυχιατρική.

Η ψυχή ετυμολογικά συνδέεται με το ψύχειν που σημαίνει πνέω και μάλιστα ελαφρά, φυσώ, αναπνέω. Κατά συνεκδοχή ψυχή σημαίνει ζωή, αφού η αναπνοή είναι λειτουργικός όρος της ζωής. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα στον Όμηρο ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει το άτομο, τον άνθρωπο ( πολλαί ψυχαί Α3, Λ55 ). από τους Ορφικούς/Πυθαγόρειους και τον Πλάτωνα η ψυχή ταυτίζεται με το πνεύμα και καθίσταται αυθύπαρκτη αρχή που υφίσταται ανεξάρτητα από το σώμα μέσα στο οποίο βρίσκεται φυλακισμένη. Μέσω του θανάτου ελευθερώνεται από το σώμα-σήμα (φυλακή) και θεωρεί τις Ιδέες, οι οποίες στον Πλάτωνα είναι αυθύπαρκτες νοητές ουσίες. Από τον ίδιο το φιλόσοφο ( Πλάτωνα ) εισάγεται η τριμερής διαίρεση της ψυχής: το αθάνατο και θεϊκό είδος της, το λογιστικό, ( ο νους, οι φρένες ) έχει έδρα το κεφάλι (εγκέφαλο) για να μη μιανθεί από το θνητό «είδος», το οποίο εδρεύει στο στήθος, το θώρακα. Το τελευταίο υποδιαιρείται: α/ στο θυμοειδές (φιλόνικο). Αυτό σχετίζεται με τα συναισθήματα ( ευχάριστα: μητρικό φίλτρο, αγάπη, φιλία, χαρά/ δυσάρεστα: οργή, μίσος, φόβος, ζήλεια ), καταλαμβάνει τη μισή θωρακική κοιλότητα και κατοικεί στην καρδιά. Β/ στο επιθυμητικό που σχετίζεται με τα ένστικτα, τις ορμές, τις ανάγκες και εντοπίζεται είτε στο άλλο μισό, είτε στην κοιλιά και  τους νεφρούς, είτε στο ήπαρ. Η σχέση του λογιστικού, το οποίο κατόπιν ονομάστηκε από τους Στωικούς ηγεμονικό, με τα άλλα δύο μέρη παρομοιάζεται με τη σχέση του ηνιόχου και του άρματος, του κιθαρωδού και της κιθάρας, του κυβερνήτη και του πλοίου, του ιππέα και του ίππου. Ο Αριστοτέλης ως έδρα της ψ. θεωρούσε την καρδιά, άλλοι γενικότερα τα σπλάχνα δηλ. την καρδιά, το συκώτι και τις φρένες δηλ. το διάφραγμα, το μυ που χωρίζει τους πνεύμονες και την καρδιά από τα κάτω σπλάχνα. Οι αρχαίοι γιατροί για να εξηγήσουν πώς μεταβιβάζεται η ενέργεια από το σώμα στην ψυχή χρησιμοποιούσαν τη θεωρία του Ηρακλείτου για τα ζωτικά πνεύματα. Είναι λεπτότατα σωμάτια, τα οποία περνώνατς από τα νεύρα στον εγκέφαλο ερεθίζουν την ψυχή.

Οι Εβραίοι αποδίδουν την  ψυχή με το νέφες[4]. Για τους Σημίτες η πνοή είναι αδιαχώριστη από το σώμα που ζωογονεί και δηλώνει απλώς τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο, ιδίως με ό,τι μέσα του κινείται, ακόμη κι όταν φαινομενικά μένει ακίνητος. Πηγή της ζωής δεν είναι η ψυχή, αλλά ο Θεός δια της ζωοποιού ενέργειας του Πνεύματός Του : καὶ ἔπλασεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς͵ καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν. Αντίθετα προς το πνεύμα το οποίο δεν πεθαίνει αλλά επιστρέφει στο Γιαχβέ, η ψ. μπορεί να πεθάνει, όπως ακριβώς τα οστά και η σάρκα. Ίσως εδώ θα πρέπει να βρίσκεται ο βαθύτερος λόγος ταύτισης ψυχής και αίματος (Ψ. 71 [72], 14). Επιπλέον ο όρος ψ. σημαίνει καθετί έμβιο ακόμη και το ζώο (Γεν. 1, 20 εξ. 24. 2, 19) αν και συνηθέστερα πρόκειται για τον άνθρωπο (ψυχάς εβδομήκοντα πέντε Γεν. 46, 27 Πρ. 7, 14) και την ίδια του τη ζωή (ψυχήν αντί ψυχής - ζωή αντί της ζωής Εξ. 21, 23). Στο Αρ. 6 ,6 γίνεται λόγος για ψυχή τελευτηκυία. Συνηθέστερα η  ψυχή αντιστοιχεί στο εγώ μας, όπως και η καρδιά και η σάρκα, αλλά με μια απόχρωση εσωετρικότητας και ζωτικής δυνάμεως. Αυτό το εγώ εκφράζεται και με δραστηριότητες μη πνευματικές. ο πλούσιος της παραβολής λέει :

 

" καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου͵ Ψυχή͵ ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου͵ φάγε͵ πίε͵ εὐφραίνου. εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ θεός͵ Ἄφρων͵ ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας͵ τίνι ἔσται; οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς θεὸν πλουτῶν."

 

Κάποτε μάλιστα η ψυχή θεωρείται ως αρχή της επίγειας ζωής. Φοβάται κανείς μην τη χάσει (Ιησ.9, 24. Πρ. 27, 22). θα ήθελε να την προφυλάξει από το θάνατο, να την ασφαλίσει ( Λουκ. 21, 19 ). Και αντίθετα δεν πρέπει κανείς να μεριμνά υπερβολικά γι΄ αυτήν (Μτ. 6,25) αλλά να την ριψοκινδυνεύει (Φιλ. 2,30) να την προσφέρει, όπως ο Ιησούς :

 

" ὃς γὰρ ἐὰν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ΄ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; (Μτ. 16, 25-26)."

 

Η καρδιά επίσης δε δηλώνει απλά τη συναισθηματική ζωή (η οποία περιγράφεται κυρίως με τα σπλάχνα), αλλά το εσωτερικό του ανθρώπου που περικλείει τις αναμνήσεις, τις ιδέες, τα σχέδια, τις αποφάσεις, αλλά και τη συνείδηση (Υπερεγώ). Πιο συγκεκριμένα η καρδιά είναι η έδρα της θελήσεως, της σκέψεως και η πηγή της ηθικής κρίσεως, οπότε είναι συνώνυμη με το νου (με τον οποίο τονίζεται το στοιχείο της θεωρητικής γνώσεως) αλλά και υποκείμενο των επιθυμιών, των συναισθημάτων. Η καρδιά του ανθρώπου είναι η ίδια η πηγή της συνειδητής, σκεπτώμενης και ελεύθερης προσωπικότητάς του, ο τόπος των αποφασιστικών προτμήσεών του, του άγραφου Νόμου (Ρωμ.2 ,15) και της μυστηριώδους ενεργείας του Θ. είναι το εγώ του ανθρώπου[5], το κεντρικό όργανο, προς το οποίο ο Θεός στρέφεται για να τον καλέσει σε μετάνοια, σε νέα κοινωνία ζωής μαζί του. Διακρίνεται από την εξωτερική πλευρά, το πρόσωπο, το στόμα και τα χείλη.

 

Κάνοντας κάποιος μια αναδρομή στην ανάπτυξη της επιστήμης της ψυχολογίας διακρίνει τα εξής σημεία:

1. Πρώτον η ψυχολογία καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε στο δυτικοευρωπαϊκό κόσμο. Και αυτό γιατί στο Ρωμαιοκαθολικισμό ιδίως με τον Τερτυλιανό και τον Αυγουστίνο η αμαρτία είχε χάσει το χαρακτήρα της ασθένειας - αστοχίας (error, aegitudo) και είχε μετατραπεί σε κατηγορία δικανική, σε έγκλημα (crimen) και προσβολή της δικαιοσύνης ενός πατριάρχη θεού. Επί τη βάσει λανθασμένης ερμηνείας Ρωμ. 5, 12 θεωρήθηκε ότι αυτομάτως η πτώση του Αδάμ και της Εύας επέσυρε την ενοχοποίηση και την τιμωρία του ανθρωπίνου γένους, ενώ η ικανοποίηση τής δικαιοσύνης τού Θεού τελικά επετεύχθη δια της θυσίας τού μονογενούς Του Υιού ( Άνσελμος ). Ο Λούθηρος, ο οποίος ανδρώθηκε σε μια αυστηρή πατριαρχική οικογένεια στο Eisleben και μόνασε σε ρωμαιο-καθολικό αυγουστινιανό μοναστήρι στην Ερφούρτη, αντιδρώντας στην άποψη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι η αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσης πραγματοποιείται  με τις ιερατικές πράξεις, τα καλά έργα και τα μυστήρια, θεώρησε ότι με το προπατορικό αμάρτημα διαστρεβλώθηκε εντελώς η ανθρώπινη φύση και ο άνθρωπος σώζεται πλέον μόνο δια της πίστεως ( Ρωμ. 1, 17 ). Από τους διαμαρτυρόμενους δόθηκε τελικά έμφαση στο «κοινωνικό ευαγγέλιο» αφού τα έργα μπορεί να μην αποτελούν μέσο δικαίωσης, αλλά συνιστούν την απόδειξη της εύνοιας του Θεού.  Ιδίως οι Καλβινιστές υπέφεραν από εσωτερική αβεβαιότητα για το εάν ανήκουν στους εκλεκτούς. Εάν η συμπεριφορά τους ήταν υποδειγματική μπορούσαν να αισθάνονται βέβαιοι ότι θα πάνε στον Παράδεισο. Καθιερώθηκε έτσι μια ασκητική ηθική, η οποία σήμαινε αποχή από τις απολαύσεις της ζωής, σε συνδυασμό με αυτοπειθαρχία και σκληρή δουλειά για αυτοεπιβεβαίωση της ηθικής κλήσης. Η απόκτηση χρημάτων τα οποία δεν έπρεπε να ξοδευτούν αλλά να αποταμιευτούν αποτελούσαν και αυτά μια συνιστώσα In God we trust (που δεσπόζει στο Δολάριο). με την απαξίωση του μυστηρίου της εξομολογήσεως δημιουργήθηκε τεράστιο έλλειμμα ποιμαντικής φροντίδας.

2. Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το κέντρο της ψυχανάλυσης δεν έγινε η καλβινική Γενεύη (όπου είχε καθιερωθεί από το Ζβίγγλιο η «αστυνομία των ηθών»), ούτε γενικότερα ο προτεσταντικός, λουθηρανικός βοράς, όπου μέχρι σήμερα τα συμπτώματα κατάθλιψης και τάσεων αυτοκτονίας πλεονάζουν αλλά η «πολιτιστική» πρωτεύουσα της Ευρώπης, η ρωμαιοκαθολική Βιέννη. Η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου, η οποία έχει τις ρίζες της στην υποτίμηση του γάμου και της ύλης από τον Αυγουστίνο (ο οποίος προ της επιστροφής του στο Χριστιανισμό έζησε καταρχάς ζωή ελευθεριάζουσα, ενώ κατόπιν ασπάστηκε και το Μανιχαϊσμό)[6], η καθιέρωση του αλάθητου «Υπερεγώ» του Ποντίφηκα, η «ιησουίτικη» υποκρισία ιδίως της ελίτ, αλλά και το γεγονός ότι ακόμη και στο Ρωμαιοκαθολικισμό το μυστήριο της Εξομολογήσεως αποτελούσε μια απλή εξαγόρευση ανομημάτων πίσω από ένα παραβάν, ίσως αποτελούν κάποιους από τους λόγους της αρνητικής ψυχοπαθολογίας των αστών της Βιέννης.

3. Κατά παράδοξο τρόπο, ενώ η ψ. άνθησε στη Δύση, οι περισσότεροι και σπουδαιότεροι ψυχολόγοι ήταν Εβραίοι στην καταγωγή. Ήταν συνεπώς φορείς μιας ανατολικής αποκαλυπτικής παραδόσεως, όπου κεντρική θέση κατέχει η Βίβλος, η οποία διαιρείται σε τρία μέρη: στο Νόμο, στους Προφήτες και στα Αγιόγραφα – Ψαλμούς ( Τανάχ ). Στο Νόμο κυρίαρχο είναι το μοτίβο της Εξόδου του λαού από τη δαιμονική Αίγυπτο της απολυταρχίας και των ειδώλων αλλά και η συνείδηση ότι η παράβαση του θεϊκού Νόμου, όπου πλεόναζαν τα ου (ου κλέψεις…), επισύει την καταστροφή ( Έγκλημα και Τιμωρία ). Έντονη επίσης ήταν η διάκριση του κόσμου σε καθαρό και ακάθαρτο.  Στους «καθολικώς Διαμαρτυρόμενους» Προφήτες οξεία και αμείλικτη είναι η κριτική απέναντι στην πολιτική και θρησκευτική ολιγαρχία, αλλά και το όραμα, ο μεσσιανισμός, η εσχατολογία. Στους Ψαλμούς αποτυπώνεται η μοναξιά και η οδύνη της αμαρτωλής καρδιάς, ο στεναγμός του δικαίου, αλλά και η λύτρωση από τον Γιαχβέ, τον απόλυτο Κύριο της Ιστορίας και του Κόσμου. Ο Δαβίδ, ο οποίος θεωρείται ποιητής των περισσοτέρων Ψαλμών, ενώ στην παιδική του ηλικία κατανίκησε το Γολιάθ και καταπράυνε τη μελαγχολία του Σαούλ με την κιθάρα του, στην ώριμη ηλικία ήπιε το «πικρό ποτήρι» της αμαρτίας και ένιωσε τον καταποντισμό, τον οποίο έζησε υπό άλλη μορφή και ο Ιωνάς ευρισκόμενος στην «κοιλία του κήτους».

4. ως κατεξοχήν μέσον έκφρασης του δαιδαλώδους ψυχικού κόσμου του ανθρώπου (οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ναρκισσισμός) χρησιμοποιήθηκε η αρχαία ελληνική τραγωδία, η οποία καθιερώθηκε στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσεως στην Αθήνα. Ο Αριστοτέλης στο βιβλίο του περί Ποιητικής για να εκφράσει τις συνέπειες της τραγωδίας χρησιμοποίησε έναν όρο μυστηριακής και ιατρικής προέλευσης: κάθαρση ( δι ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν ). Για την έννοια της αριστοτελικής κάθαρσης έχει διατυπωθεί (εκτός των άλλων και) η ψυχοφυσιολογική ερμηνεία[7]: ο θεατής νοιώθει την ψυχή του να πλημμυρίζει από τα έντονα πάθη των ηρώων. Ταυτόχρονα όμως η δύναμη της τέχνης σε όλα αυτά τα ψυχοφθαρτικά πάθη ανοίγει στον άνθρωπο μια εκτονωτική διέξοδο: με το τέλος, τη λύση της τραγωδίας, τα έντονα πάθη ξεθυμαίνουν και χαλαρώνουν. Στην ψυχή του ανθρώπου αποκαθίσταται η ηρεμία. Έτσι η τέχνη της τραγωδίας λειτουργεί σαν φάρμακο που επαναφέρει την υγεία της ψυχής. Οι χαρακτήρες της ωδής των τράγων (τους οποίους υποδύονται πραγματικοί ηθοποιοί, οι οποίοι σε καμιά περίπτωση δεν αναπαράγουν επί σκηνής σεξ και βία) δε διαιρούνται σε καλούς και κακούς, όπως συμβαίνει στις χολυγουντιανές υπερπαραγωγές, αλλά εκφράζουν τις ποικίλες συγκρούσεις κάθε ανθρώπινης ψυχής, η οποία ταυτόχρονα γίνεται Φόνισσα και μάνα ( πρβλ. το ομώνυμο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ).

Προϊόν της γεφύρωσης τριών κλάδων της θεολογίας της ψυχολογίας και της πρακτικής κλινικής εφαρμογής είναι η ποιμαντική ψυχολογία, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στην Αμερική την δεκαετία του ΄30. η γεφύρωση αυτή παραπέμπει στη συνάντηση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού στα πρόσωπα και στη θεολογία των Ελλήνων Πατέρων του Χριστιανισμού του 4ου αι. και αυτοί συνδύασαν την «ελληνική» παιδεία και γλώσσα με την ιουδαϊκή αποκαλυπτική παράδοση προκειμένου να θεραπεύσουν, να σώσουν, δηλ. να καταστήσουν σώο τον κατακερματισμένο άνθρωπο της ύστερης ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας.

Στην Ελλάδα μόλις το 1977 ιδρύεται έδρα Ποιμαντικής Ψυχολογίας και Εξομολογητικής, την οποία και διακόνησε ο Ι. Κορναράκης και ο Α. Σταυρόπουλος. Η Ορθοδοξία έδειξε επιφύλαξη απέναντι στην πρόσληψη της ψυχολογίας, αφού η τελευταία καταρχάς επιδεικτικά «αγνοούσε» την ύπαρξη ενός προσωπικού τριαδικού Θεού, τη δράση του διαβόλου, την πραγματικότητα της αμαρτίας ως καθολικής κατάστασης μετά την πτώση, της σωτηρίας δια της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, της νίκης απέναντι στο θάνατο μέσω της σταύρωσης και της Ανάστασής του, αλλά και την ανακαινιστική δράση του αγ. Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία, όπου και ο πιστός μέσω των μυστηρίων και της άσκησης θεραπεύεται από τους λογισμούς και τα πάθη.

Η συνάντηση της Ορθοδοξίας με την ψυχολογία ιδίως στη δεκαετία του 1980, οπότε και η τελευταία έφτασε το ζενίθ της ακμής της, βοήθησε καταρχάς την πρώτη να αποβάλει οριστικά από τα σπλάχνα της το σχολαστικισμό και τη μεταφυσική και να ανακαλύψει μέσω της Φιλοκαλίας, της νηπτικής δηλαδή παράδοσης των Πατέρων της Ερήμου, η οποία είχε κρατήσει αδούλωτο το γένος επί Τουρκοκρατίας (πρβλ. Κολλυβάδες), την επιστημονική-πρακτική ψυχοθεραπευτική της διάσταση[8]. Η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με ένα σύλλογο-«θίασο» ευσεβών, αλλά αποτελεί ένα θεραπευτήριο (πανδοχείο) – χώρο απεξάρτησης από τους λογισμούς (τις έμμονες ιδέες) και τα πάθη. τα μυστήρια δε λειτουργούν μαγικά αλλά αποτελούν φάρμακα αθανασίας, αντίδοτα του μη αποθανείν ενώ οι ιερείς  είναι οι θεραπευτές οι οποίοι καθοδηγούν όπως ο Μωυσής το λαό στην κάθαρση, στο φωτισμό και στη θέωση. Αξιοσημείωτη είναι η δημοσίευση άρθρου του σκαπανέα αυτής της στροφής της Θεολογίας, του π. Ι. Ρωμανίδη, με τίτλο: Ή θρησκεία ως νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της'[9]. Στο άρθρο αυτό ο εξ Αμερικής ορμώμενος καθηγητής εντοπίζει την ασθένεια στο βραχυκύκλωμα πνεύματος (νοός) και εγκεφάλου, χαρακτηρίζει την Εκκλησία ως ψυχιατρική-νευρολογική κλινική και εντοπίζει την θεραπεία στην στροφή της αγάπης από την ευδαιμονία του εαυτού (ναρκισσισμό) στην διακονία του άλλου.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια προσέγγιση ανάμεσα στην ορθόδοξη θεολογία και η ψυχολογία. Αυτή η στροφή οφείλεται στη συνειδητοποίηση εκ μέρους των «ανατολικών» θεολόγων ότι η άρνηση του Θεού αλλά και της θρησκείας από την πλευρά των «δυτικών» ψυχιάτρων κατ΄ ουσίαν αποτελούσε μια επανάσταση απέναντι σε ένα παραμορφωμένο, αλλοιωμένο και ειδωλοποιημένο Χριστιανισμό. Ανακαλύφθηκαν επίσης αρκετά «σπέρματα αλήθειας» τα οποία αφορούν στο μεταπτωτικό άνθρωπο, τα οποία μπορούν να γονιμοποιηθούν από την «ποιμαντική επιστήμη». σημειώνει άλλωστε ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος αυτοπροσώπως εφήρμοσε την ολιστική ιατρική στη Βασιλειάδα ( Όροι κατά Πλάτος  31, 10044 Β-1052 ) :    

   

 " Ὥσπερ ἑκάστη τῶν τεχνῶν βοήθεια ἡμῖν πρὸς τὸ τῆς φύσεως ἀσθενὲς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κεχάρισται͵ οἷον γεωργία μὲν͵ ἐπειδὴ οὐκ ἐξαρκεῖ τὰ αὐτομάτως ἐκ τῆς γῆς φυόμενα πρὸς τὴν τῶν χρειῶν παραμυθίαν· ὑφαντικὴ δὲ͵ ἐπειδὴ ἀναγκαία ἡ τῶν σκεπασμάτων χρεία πρός τε τὸ εὔσχημον καὶ τὰς ἀπὸ τοῦ ἀέρος βλάβας͵ καὶ οἰκοδομικὴ ὁμοίως· οὕτω καὶ ἰατρική… Οὔτε οὖν φευκτέον πάντη τὴν τέχνην͵ οὔτε ἐπ΄ αὐτῇ πάσας τὰς ἐλπίδας ἔχειν ἀκόλουθον. Οὐ τοίνυν͵ ἐπειδή τινες οὐ καλῶς χρῶνται τῇ τέχνῃ τῇ ἰατρικῇ͵ φευκτέον ἡμῖν πᾶσαν τὴν ἀπ΄ αὐτῆς ὠφέλειαν. Οὐδὲ γὰρ͵ ἐπειδὴ μαγειρικῇ πρὸς τρυφῆς ἐπίνοιαν οἱ περὶ τὰς ἡδονὰς ἀκόλαστοι κέχρηνται͵ ἢ τῇ ἀρτοποιίᾳ͵ ἢ τῇ ὑφαντικῇ͵ ὑπερβαίνοντες τὸν ὅρον τῶν ἀναγκαίων͵ ἤδη ἡμᾶς πάσας ὁμοῦ χρὴ παραιτεῖσθαι τὰς τέχνας· τὸ ἐναντίον μὲν οὖν͵ ἐκ τῆς ὀρθῆς αὐτῶν χρήσεως τὸ ὑπ΄ ἐκείνων παραφθειρόμενον διελέγχειν. Οὕτω δὲ καὶ ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ χάριν πονηρᾷ διαβάλλειν χρήσει οὐκ εὔλογον. Τό τε γὰρ ἐν ταῖς χερσὶ τῶν ἰατρῶν τὴν ἐλπίδα ἔχειν τῆς ἑαυτῶν ὑγείας κτηνῶδες· ὅπερ πάσχοντάς τινας τῶν ἀθλίων ὁρῶμεν͵ οἳ καὶ σωτῆρας αὐτοὺς ὀνομάζειν οὐ παραιτοῦνται."

 

Αλλά και οι ίδιοι οι ψυχαναλυτές, οι οποίοι έψαχναν στον ινδουισμό και το βουδισμό τεχνικές αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού, άρχισαν συνειδητά ή και ασυνείδητα να προσεγγίζουν με εκτίμηση την νηπτική θεολογία της Ανατολής, η οποία μέχρι τότε κατηγορούνταν για ομφαλοσκόπηση και μυστικισμό. Σημειώνει ο προαναφερθείς I. Caruso : Όσο εμβαθύνω στην επιστήμη της ψυχής διαπιστώνω ότι για να λύσει κανείς τα προβλήματά της πρέπει αν ανατρέξει στις πηγές της χριστιανικής ανθρωπολογίας, η οποία και αυτή εξαρτάται από την ορθόδοξη Χριστολογία…. Θα έπρεπε δε μια μέρα η ζωογόνα διδασκαλία της χριστιανικής ανθρωπολογίας να αντλήσει διδάγματα από τη φιλοσοφία των πατέρων της Εκκλησίας, από τον Ωριγένη έως τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, μέσω των μεγάλων διδασκάλων της εποχής των χριστολογικών συζητήσεων[10].

Ο διακεκριμένος Αμερικανός ψυχίατρος Peck[11] δήλωσε σε ομιλία του στο Σύλλογο Αμερικανών Ψυχιάτρων στίς 4 Μαΐου 1992 στην Ουάσιγκτον: Η Ψυχιατρική όχι μόνο έχει παραμελήσει αλλά ενεργά έχει αγνοήσει το θέμα της πνευματικότητας καί της θρησκευτικότητας. Ο ίδιος ο Peck σ΄ αυτήν την αποκαλυπτική ομιλία του, υποστήριξε ότι οι πιο σημαντικές συμβολές στη θεωρία της προσωπικότητας καί στην ψυχοδυναμική θεωρία στην τελευταία γενιά δεν έγιναν από ψυχιάτρους. Έγιναν από ποιμαντικούς συμβούλους, από συμβούλους επιχειρήσεων... καί από θεολόγους καί ποιητές.

Η Π. Κουφογιάννη[12] διατυπώνει στο σημείο αυτό δύο παρατηρήσεις: Σίγουρα υπάρχει πολύ θολό νερό μπάνιου -για να χρησιμοποιήσουμε μία εικόνα του Peck- γύρω από την πραγματικότητα της ψυχολογίας, ψυχιατρικής, ψυχοθεραπείας. Όσοι από τους θρησκευόμενους έχουν την τάση να απορρίπτουν το μωρό μαζί με τα νερά του λουτρού δεν βλέπουν τί χάνουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη θρησκευτικότητα. Υπάρχει πολύ ακάθαρτο νερό, καί όσοι από τους «ψ» (ψυχολόγους, ψυχιάτρους, ψυχοθεραπευτές) εστιάζουν αποκλειστικά σ' αυτό χάνουν το υγιές κομμάτι της θρησκευτικότητας. Πιστεύουμε ότι η κύρια συμβολή μιας ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας συνίσταται στην αποκάθαρση καί ανάδειξη αυτού του ύγιοΰς πυρήνα της θρησκευτικότητας καί της ψυχολογίας.

Τα τελευταία χρόνια όντως γίνονται προσπάθειες ζωντανής επικοινωνίας καί από κοινού αναζήτησης της αλήθειας. Το 1985 ιδρύθηκε στην Αμερική η Orthodox Christian Association of Medicine, Psychology and Religion (O.C.A.M.P.R.). Η εταιρεία εκδίδει περιοδικό με το χαρακτηριστικό ελληνικό όνομα «Synergia». Από το 1990 ομάδα θεολόγων, πνευματικών, ψυχολόγων καί ψυχιάτρων συνέρχεται τακτικά στην Αθήνα, με σκοπό την ερευνά, τον από κοινού προβληματισμό καί την ανταλλαγή εμπειριών. Καρπός του έργου αυτής της ομάδας ήταν η ημερίδα πού οργανώθηκε στην Μητρόπολη Θηβών καί Λεβαδείας στις 8 Οκτωβρίου του 1994 με θέμα «Θεολογία καί Ψυχιατρική σε διάλογο».

------------------------------------------------

[1] Ο Σ. Κ. Τσιτσίγκος, Η Ψυχή του Ανθρώπου κατά τον Ι. Χρυσόστομο, (Διδ. Διατριβή) Θεσσαλονίκη 1998 κατονομάζει τη φιλοσοφική (Πλάτωνας), μεταφυσική (Αριστοτέλης), ψυχοφυσική Στωικοί), και στα σύγχρονα κόσμα την κοινωνική ( πρβλ. ομαδική : ψυχόδραμα, κοινωνιόδραμα), βουλησιοκρατική, υπαρξιακή, προσωποκρατική, μορφολογική, καταληπτική, περιγραφική, πνευματοκρατική-νοολογική ή ενόρωση, του βάθους, της δομής ή των ολοτήτων ).

[2] Π. Κουφογιάννη-Καρκανιά, Η Εικόνα του Ανθρώπου στον Fromm εξ επόψεως ορθοδόξου Ποιμαντικής Ψυχολογίας, αδημ. Διδ. Διατριβή, Αθήνα 1999, 58.

[3] Γ. Κ. Παίδαρου, Η ψυχοσωματική Υπόσταση του Ανθρώπου στον Όμηρο, αδημ. Διδ. Διατριβή Αθήνα 2003

[4] οι Σουμέριοι με το ζίντ που σημαίνει πνοή αέρα ενώ οι Βαβυλώνιοι με το ναπίστου. Η σνασκριτική λέξη άτμαν συνδέεται περισσότερο με την ομηρική λέξη αϋτμή και τη μεταγενέστερη ατμός.

[5] Η ευρύτητα της καρδίας (Γ΄ Βασ. 5, 9) δηλώνει την έκταση της γνώσεως και η έκφραση δος μοι σην καρδίαν (Παρ. 23, 26) μπορεί να σημαίνει δώσε μου την προσοχή σου όπως καρδία εσκληρυμμένη έχει την έννοια του στενοκέφαλου μυαλού.  Βλ. Ν. Π. Μπρατσιώτου, Ανθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκης, τ.Ι: ο άνθρωπος ως θείον Δημιούργημα, εν Αθήναις 1976. Σχετικά με την ασθένεια στην Π.Δ. βλ. Δ. Καϊμάκη, Η Θεολογική Διάσταση της Ασθένειας στην Π.Διαθήκη, «Τα Ελοχίμ δεν θα ταραχθούν εις τον αιώνα…». Ζητήματα Παλαιοδιαθηκικής και Μεσοδιαθηκικής Γραμματείας, Θεσσαλονίκη:Βάνιας 2006, 259-266.

[6] Ακούγοντας φωνή σε κήπο λάβε και διάβασε (tolle et lege), ανέγνωσε στη Γραφή το χωρίο Ρωμ. 13, 13 μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις… Aυτό αποτέλεσε την απαρχή της μετάνοιάς του. 

[7] Πρβλ. Ι. Παρίση-Ν.Παρίση, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, Αθήνα: ΟΕΔΒ χ.χ. 90. Οι άλλες δύο ερμηνείες είναι: α/ η παιδαγωγική-ηθική: Ο θεατής εξοικειώνεται με δύο επικίνδυνα πάθη το φόβο και το έλεο, και μαθαίνει να τα αισθάνεται χωρίς υπερβολές και νοσηρές ακρότητες. Τα όσα έντονα πάθη ζει ο θεατής μαθαίνει να τα μετριάζει και να τα χειραγωγεί ο ίδιος στη ζωή. Επομένως η τέχνη διαπαιδαγωγεί τον άνθρωπο, τον βελτιώνει, τον κάνει καλύτερο και τελικά τον ηθικοποιεί και β/ η ηθικοαισθητική όσα συγκλονίζουν τον θεατή είναι πάθη καθαρμένα, ανήκουν δηλ. στην  περιοχή της καλλιετχνικής και αισθητικής λειτουργίας. Βοηθούν το θεατή να συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής και της μοίρας του ανθρώπου. Δεν τον κατεβάζουν στο επίπεδο των άλογων και των τυφλών παθών. Αντίθετα μέσα από την αισθητική συγκίνηση, υψώνεται σε μια ανώτερη ηθική και πνευματική σφαίρα κατορθώνοντας έτσι να συμφιλιώσει μέσα του τα αντίμαχα στοιχεία της ψυχής του (το λόγο και το πάθος) και να κερδίσει την εσωτερική γαλήνη.

[8] Πρβλ. Ι. Βλάχου (Μητροπ. Ναυπάκτου & "Αγίου Βλασίου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία ( Πατερική θεραπευτική αγωγή ), Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας). Πρβλ. Ανατολικά Α, Λεβαδειά 1989, 327-349. Ανατολικά Β, 214-241. Συζητήσεις για την «ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», 1992. Ψυχική ασθένεια καί υγεία, 1995. Εκκλησία καί εκκλησιαστικό φρόνημα, 1990, 244 εξ. Υπαρξιακή ψυχολογία καί ορθόδοξη ψυχοθεραπεία, 1997. Τεύχη 27,28 καί 30 της Σύναξης. Επίσης Αθηναγόρου Ζακόπουλου ( Μητροπ. Φωκίδος ), Ψυχανάλυση: Μύθος ή Επιστήμη; Άμφισσα 1990. Τεύχος 25 της Σύναξης με τίτλο: Μία ορθόδοξη ματιά στην ψυχολογία, π. Βασιλείου Θέρμου, Ποιμαίνοντες μετ' επιστήμης, 'Αρμός, Αθήνα 1996. Έχουν γίνει καί κάποιες γόνιμες προσπάθειες για μετάφραση ξενόγλωσσων βιβλίων όπως: G.W. Allport, To ατομον καί ή θρησκεία του, Αθήνα 1960. W. L. Northridge, Ψυχολογία καί το έργον της καθοδηγήσεως των ψυχών, ( Μτφρ. Σ. Αγουρίδη ), Θεσσαλονίκη 1959. J. Kristeva, Στήν αρχή ήταν ή αγάπη. Ψυχανάλυση καί πίστη, Αθήνα 1988.

[9] Ορθοδοξία-Ελληνισμός, Πορεία στην Τρίτη Χιλιετία, Α. Λεβιθοπούλου - Σ. Παπαγιάννη (επιμ.), Β' Τόμος, Άγιον Όρος, 1996, σελ. 67-87. Την διάκριση Χριστιανισμού και Εκκλησίας, όχι όμως επί τη βάσει της θεραπείας, υποστήριξε στην Λύση, πρώτος ο K. Barth. Ήδη σύμφωνα με τον Κ. Ware, (Αθήνα και Ιερουσαλήμ, Η κλασική παράδοση και οι Έλληνες Πατέρες', στον ίδιο συλλογικό τόμο, σελ.48), η διάκριση νου και εγκεφάλου εντοπίζεται στον Πλάτωνα.

[10] Psychoanalyse und Synthese der Existenz, Πρόλογος. Ελήφθη από τον Τσιτσίγκο, ό.π. 15.

[11] Μ. S. Peck, Ό δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος (συνεχίζεται) - Το ατελείωτο ταξίδι προς την πνευματική ανάπτυξη (Μτφρ. Σ. Ανδρεοπούλου), Κέδρος, Αθήνα 1996, 226. 95 240.

[12] Ό.π.  35

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ

 

Η προέλευση τής λέξης "ψυχή" και η Ορθόδοξη προσαρμογή τής προϋπάρχουσας φιλοσοφικής έννοιας τής "αθανασίας τής ψυχής"

Η λέξη ψυχή «είναι από τις πιο δύσκολες και στην Βίβλο και στην χριστιανική γραμματεία»[1]. Η ψυχή είναι πολυσήμαντη μέσα στην Αγία Γραφή και την πατερική γραμματεία. Φανερώνει πολλά πράγματα. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Χρηστός Γιανναράς, «οι Εβδομήκοντα μεταφραστές της Π.Δ. μετέφεραν στα ελληνικά με την λέξη ψυχή το εβραϊκό nephesch που είναι ένας πολυσήμαντος όρος. Ψυχή ονομάζεται κάθε τι έμβιο, κάθε ζώο, συνηθέστατα όμως μέσα στην Γραφή πρόκειται για τον άνθρωπο. Δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης – το πνευματικό, σε αντίθεση προς το υλικό – αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση. Η ψυχή δεν κατοικεί απλώς στο σώμα, αλλά εκφράζεται με το σώμα, που και αυτό, όπως και η σάρκα ή η καρδία αντιστοιχεί στο εγώ μας, στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούμε την ζωή. Ψυχή είναι ένας άνθρωπος, είναι κάποιος...»[2].

Η ψυχή δεν είναι η αιτία της ζωής, αλλά είναι κυρίως ο φορέας της ζωής[3].

Ψυχή είναι η ζωή που υπάρχει σε κάθε κτίσμα, όπως στα φυτά και τα ζώα, ψυχή είναι και η ζωή που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, είναι και ο κάθε άνθρωπος που έχει ζωή, ψυχή είναι και η ζωή που εκφράζεται μέσα από το πνευματικό στοιχείο της υπάρξεώς μας, είναι αυτό το πνευματικό στοιχείο της υπάρξεώς μας.

Επειδή είναι πολυσήμαντος ο όρος ψυχή, γι’ αυτό και σε πολλά σημεία δεν είναι ξεκαθαρισμένα τα πράγματα.

Στα επόμενα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μερικές προεκτάσεις του όρου ψυχή από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και τα κείμενα τών αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.

Η ψυχή ως ζωή χρησιμοποιείται από τον Κύριο και τους αγίους Αποστόλους. Ο άγγελος Κυρίου είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου: « εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ∙ τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν τού παιδίου » (Ματθ. β’, 20). Ο Κύριος, περιγράφοντας τον Εαυτό Του ως καλόν ποιμένα, λέγει: «εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός, ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ τών προβάτων...» (Ιω. ι’, 11). Επίσης, ο Απόστολος Παύλος γράφοντας για την Πρίσκιλλα και τον Ακύλα λέγει: «οίτινες υπέρ της ψυχής μου τον εαυτόν τράχηλον υπέθηκαν » (Ρωμ. Ιστ’, 4). Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις ο όρος ψυχή σημαίνει την ζωή.

Η ψυχή χρησιμοποιείται ακόμη, όπως προαναφέραμε, για την δήλωση του πνευματικού στοιχείου της υπάρξεώς μας. Θα αναφέρουμε μερικά αγιογραφικά χωρία για να υποστηρίξουμε αυτήν την άποψη. Ο Κύριος είπε στους Μαθητές Του : « μη φοβηθήτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι∙ φοβηθήτε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεένη » (Ματθ. ι’, 28). Οι άνθρωποι δεν μπορούν να φονεύουν την ψυχή, ενώ ο διάβολος μπορεί να το κάνη, με την έννοια ότι η ψυχή, εάν δεν έχη το Πνεύμα το Άγιο, είναι νεκρά. Ο διάβολος είναι νεκρό πνεύμα, γιατί δεν μετέχει του Θεού και μεταδίδει την νέκρωση και σ’ αυτούς που συνδέονται μαζί του. Είναι ζωντανή οντότης, αλλά δεν υπάρχει κατά Θεόν. Ο Κύριος στην παραβολή του άφρονος πλουσίου παρουσιάζει τον Θεό να λέγει στον άφρονα πλούσιο:

«άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου∙ α δε ητοίμασας τίνι έσται;» ( Λουκ. ιβ’, 20 ).

Η διαφορά μεταξύ της ψυχής, ως του πνευματικού στοιχείου της υπάρξεως του ανθρώπου, που είναι φύσει θνητή αλλά Χάριτι αθάνατη, και της ζωής φαίνεται και από μια άλλη διδασ-καλία του Χριστού: «ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν∙ ος δ’ αν απόλέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ιστ’, 25). Στην μία περίπτωση με τον όρο ψυχή εννοεί ο Κύριος το πνευματικό στοιχείο της υπάρξεώς μας και στην άλλη περίπτωση εννοεί την ζωή. Ο Απόστολος Παύλος εύχεται στους Θεσσαλονικείς: « Αυτός δε ο Θεός της ειρήνης αγιάσαι υμάς ολοτελείς, και ολόκληρον υμών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη » (Α’ Θεσ. Ε’, 23). Δεν πρόκειται εδώ για το λεγόμενο τρισύνθετο του ανθρώπου, αλλά με τον όρο πνεύμα εννοεί την Χάρη του Θεού που δέχεται η ψυχή, το χάρισμα. Πάντως εκείνο που θέλουμε εδώ να εντοπίσουμε είναι ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ ψυχής και σώματος. Και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει στην Αποκάλυψή του: «...είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του αρνίου» (Αποκ. στ’, 9). Το σώμα εσφάγη, αλλά η ψυχή βρίσκεται πλησίον του Θεού και μάλιστα συνομιλεί με τον Θεό, όπως αναφέρει στην συνέχεια ο Ευαγγελιστής.

Ακόμη η λέξη ψυχή χρησιμοποιείται για να δηλώση τον όλο άνθρωπο. Ο Απόστολος Παύλος συνιστά:

«Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω...» (Ρωμ. ιγ’, 1).

Με αυτήν την μικρή ανάλυση πιστεύω γίνεται φανερό ότι πολυσήμαντος είναι ο όρος ψυχή μέσα στην Αγία Γραφή.

Με αυτόν τον όρο εννοείται και ολόκληρος ο άνθρωπος και το πνευματικό στοιχείο της υπάρξεώς του και η ζωή που υπάρχει στον άνθρωπο, στα φυτά και στα ζώα, σ’ όλα εκείνα που μετέχουν της ζωοποιού ενεργείας του Θεού.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλώντας για το άκτιστο Φως, το οποίο εγγίνεται στην θεοφόρο ψυχή «υπό του ενοικούντος Θεού», λέγει ότι αυτό είναι η ενέργεια του Θεού και όχι η ουσία του Θεού και όπως λέγεται Φως η ουσία, έτσι λέγεται Φως και η ενέργεια. Το ίδιο γίνεται και με την ψυχή. Ψυχή λέγεται και η πνευματική και η βιολογική (ζωή), αλλά γνωρίζουμε καλά ότι άλλο η πνευματική και άλλο η βιολογική (ζωή) :

« ώσπερ υπό της ψυχής η ζωή εγγίνεται τω εμψύχω σώματι, λέγομεν δε και την ζωήν αυτήν ψυχήν, αλλ’ ίσμεν άλλο τι παρά ταύτην ούσαν την εν ημίν ούσαν και παρεκτικήν ζωής ψυχήν, ούτω και τη θεοφόρω ψυχή υπό τού ενοικούντος Θεού εγγίνεται το φως »[4].

Εντοπίσαμε αυτό το χωρίο του αγίου για να φανεί ότι οι Πατέρες γνωρίζουν καλά ότι ο όρος ψυχή αποδίδεται και στο πνευματικό στοιχείο της υπάρξεώς μας, αλλά και σ’ αυτήν την ίδια την ζωή και ακόμη ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της πρώτης και της δευτέρας. Αυτό θα το δούμε καλύτερα πιο κάτω, όταν θα εξετάσουμε την διαφορά μεταξύ της ψυχής των ζώων και του ανθρώπου.

Προσπαθώντας να δώσουμε έναν ορισμό της ψυχής με την πνευματική της έννοια, ως του πνευματικού στοιχείου της υπάρξεώς μας, αναφερόμαστε στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, ο οποίος λέγει ότι η ψυχή είναι ζώσα, απλή, ασώματη, αόρατη στους σωματικούς  οφθαλμούς, λογική και νοερά, ασχημάτιστη, ενώ χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα και του δίδει ζωή, αυτεξούσια, θελητική και ενεργητική, τρεπτή δηλαδή εθελότρεπτη, κτιστή: « Ψυχή τοίνυν εστίν ουσία ζώσα, απλή, ασώματος, σωματικοίς οφθαλμοίς κατ’ οικείαν φύσιν αόρατος, λογική τε και νοερά, ασχημάτιστος, οργανικώ κεχρημένη σώματι και τούτω ζωής αυξήσεώς τε και αισθήσεως και γεννήσεως παρεκτική... αυτεξούσιος, θελητική τε και ενεργητική, τρεπτή ήτοι εθελότρεπτος, ότι και κτιστή, πάντα ταύτα κατά φύσιν εκ της του δημιουργήσαντος αυτήν χάριτος ειληφυία, εξ ης και το είναι και το  φύσει ούτως είναι είληφεν »[5].

Η ψυχή είναι απλή και αγαθή « υπό του Δεσπότου αυτής κτισθείσα »[6].

Τον ίδιο σχεδόν ορισμό με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό δίδει και ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, ο οποίος βεβαίως προηγήθηκε του πρώτου : « ψυχή εστιν ουσία γεννητή, ουσία ζώσα, νοερά, σώματι οργανικώ και αισθητικώ δύναμιν ζωτικήν και των αισθητών αντιληπτικήν δι’ εαυτής ενιούσα, έως αν η δεκτική τούτων συνέστηκε φύσις »[7].

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας το του Αποστόλου Παύλου «εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν» (Α’ Κορ. ιε’, 45), λέγει ότι ψυχή ζώσα σημαίνει «αείζωον, αθάνατον, ταυτόν δ’ ειπείν λογικήν∙ η γαρ αθάνατος λογική∙ και ου τούτο μόνον, αλλά και κεχαριτωμένην θείως. Τοιαύτην γαρ η όντως ζώσα ψυχήν»[8].

Λέγεται ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Γνωρίζουμε καλά ότι αυτή η έννοια της αθανασίας της ψυχής δεν είναι χριστιανικής προελεύσεως, αλλά οι Χριστιανοί την δέχθηκαν με μερικούς όρους και μερικές  απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο καθηγητής Ιωάννης Ζηζιούλας γράφει χαρακτηριστικά: «Η ιδέα της αθανασίας της ψυχής, αν και δεν είναι  χριστιανικής προελεύσεως, πέρασε μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας μας, διαποτίζοντας και αυτήν την υμνογραφία μας. Κανείς δεν μπορεί να την αρνηθεί, χωρίς να βρεθεί έξω από το κλίμα της ίδιας της λατρείας της Εκκλησίας... Η Εκκλησία δεν δέχθηκε την πλατωνική αυτή ιδέα χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τρία βασικά πράγματα. Το ένα είναι ότι οι ψυχές δεν είναι αιώνιες, αλλά κτιστές. Το άλλο ότι η ψυχή επ’ ουδενί λόγω πρέπει να ταυτισθεί με τον άνθρωπο ( η ψυχή του ανθρώπου δεν είναι ο άνθρωπος ). Άλλο ψυχή και άλλο άνθρωπος, ο οποίος είναι ψυχοσωματική οντότητα).

Και το τρίτο (το σπουδαιότατο) είναι ότι η αθανασία του ανθρώπου δεν στηρίζεται στην αθανασία της ψυχής, αλλά στην Ανάσταση του Χριστού και στην μελλοντική ανάσταση των σωμάτων» [9].

Τονίσαμε προηγουμένως ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη κατά Χάριν και όχι κατά φύσιν και ακόμη πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στην Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση αθανασία του ανθρώπου  δεν είναι η ζωή της ψυχής πέραν του τάφου, αλλά η υπέρβαση του θανάτου με την Χάρη του Χριστού. Η ζωή εν Χριστώ είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο αθάνατο, γιατί χωρίς την εν Χριστώ ζωή υπάρχει νέκρωση, αφού η Χάρη του Θεού δίδει ζωή στην ψυχή.

Αφού δώσαμε μερικά στοιχεία συνιστώντα τον ορισμό της ψυχής πρέπει να προχωρήσουμε λίγο στο θέμα της δημιουργίας της ψυχής. Η ψυχή είναι κτιστή, αφού δημιουργήθηκε από τον Θεό. Βασική πηγή μας είναι η αποκάλυψη που δόθηκε στον Μωϋσή: «και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις  το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν  ζώσαν» (Γεν. Β’, 7). Αυτό το χωρίο μας περιγράφει την δημιουργία της ψυχής του ανθρώπου. Ερμηνεύοντας το ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι είναι απαραίτητο να δη κανείς τα λεγόμενα με  τους οφθαλμούς της πίστεως, και ότι λέγονται «μετά πολλής της  συγκαταβάσεως και δια την ασθένειαν την ημετέραν». Το « έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον και ενεφύσησεν » είναι «ανάξιον Θεού∙ αλλά δι’ ημάς και το ασθενές το ημέτερον ούτω ταύτα διηγείται η θεία Γραφή,  ημίν συγκαταβαίνουσα, ίνα ταύτης αξιωθέντες της συγκαταβάσεως, ανελθείν προς το ύψος εκείνο ισχύσωμεν »[10]. Ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός έπλασε το σώμα του ανθρώπου και το έκανε εις ψυχήν ζώσαν, που περιγράφει η θεία Γραφή, είναι συγκαταβατικός. Περιγράφεται έτσι για την δική μας ασθένεια.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει ότι όσα λέγονται περί του Θεού ανθρωποπαθώς « συμβολικώς εστί λελεγμένα », έχουν δε υψηλότερο νόημα, αφού « απλούν το θείον και ασχημάτιστον». Και επειδή η Γραφή λέγει ότι ενεφύσησεν ο Θεός στο πρόσωπο του ανθρώπου, ας δούμε την ερμηνεία περί του στόματος του Θεού, που κάνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Στόμα δε και λαλιάν το ενδεικτικόν της βουλήσεως αυτού εκ του παρ’ ημίν δια στόματος και λαλιάς σημαίνεσθαι τα εγκάρδια νοήματα»[11]. Βέβαια άλλο είναι το στόμα και άλλο το εμφύσημα, αλλά το αναφέρω σαν ενδεικτικό, αφού υπάρχει μια σχέση και συνάφεια. Γενικά, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όλα όσα σωματικώς έχουν διατυπωθή για τον Θεό, εκτός από αυτά που έχουν λεχθεί για την σωματική επιδημία του Λόγου, «κεκρυμμένην έχει τινά έννοιαν εκ των καθ’ ημάς τα υπέρ ημάς εκδιδάσκουσαν» [12].

Επομένως η ψυχή, όπως και το σώμα, είναι κτίσμα Θεού[13].

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το εμφύσημα αυτού του Θεού, λέγει ότι είναι «ου μόνον ανοίας αλλά και ατοπίας μεστός ο λόγος» ότι το εμφύσημα στον Αδάμ ήταν η ψυχή και ότι μεταδόθηκε η ψυχή στο σώμα από την ουσία του Θεού. Αν αυτό ήταν αληθινό τότε δεν θα ήταν σε άλλον σοφή και σε άλλον μωρά και ασύνετη, ούτε στον έναν θα ήταν ψυχή δικαία και στον άλλον ψυχή άδικη. Η ουσία του Θεού «ου μερίζεται ουδέ  αλλοιούται, αλλ’ εστίν αναλλοίωτος». Το εμφύσημα λοιπόν του Θεού ήταν η « τού Αγίου Πνεύματος ενέργεια ». Όπως ο Χριστός είπε «λάβετε Πνεύμα άγιον», έτσι και το θείο εμφύσημα «ανθρωπίνως ακουόμενον, Πνεύμά εστι το προσκυνητόν και άγιον». Κατά τον άγιον, δεν είναι ψυχή ένα κομμάτι του Θεού, αλλά η ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος, που έκτισε και δημιούργησε ψυχή, χωρίς να γίνει αυτό ψυχή. « Τούτο το Πνεύμα προελθόν, ουκ αυτό γέγονε ψυχή, αλλά ψυχήν έκτισεν∙ ουκ αυτό εις ψυχήν μετεβλήθη, αλλά ψυχήν εδημιούργησε∙ δημιουργόν γαρ το Πνεύμα το Άγιον, κοινωνεί τη δημιουργία του σώματος και την δημιουργία της ψυχής. Πατήρ γαρ και Υιός και Πνεύμα Άγιον τη θεία δυνάμει δημιουργεί το πλάσμα »[14].

Ένα άλλο σημαντικό σημείο, που τονίζουν οι άγιοι Πατέρες, είναι ότι δεν έχουμε ύπαρξη του σώματος άνευ ψυχής ούτε και ύπαρξη ψυχής άνευ του σώματος. Αμέσως μόλις δημιου-ργεί το σώμα ο Θεός, κτίζει και την ψυχή. Ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης γράφει: «Ούτε γαρ σώμα προ της ψυχής υφίστατο, ούτε ψυχή προ του σώματος»[15]. Ο δε άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επιγραμματικά τονίζει, αντικρούοντας την άποψη του Ωριγένη, ότι «άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον»[16]. Η ψυχή και το σώμα δημιουργούνται ταυτόχρονα.

Η ψυχή δεν υφίσταται προ της δημιουργίας του σώματος, αλλά κτίζεται μαζί με αυτό: «Την ψυχήν ούτε γαρ προϋφίσταται του σώματος∙ ούτε μεθυφίσταται∙ αλλ’ άμα τη τούτου γενέσει κτίζεται και αυτή»[17].

 

 Σημειώσεις

 

[1] Γιανναρά Χρήστου: Αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. Δόμος, σελ. 87

[2] ένθ. ανωτ. σελ. 88

[3] ένθ. ανωτ. σελ. 88

[4] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε., Θεσσαλονίκη 1982, τόμος 2ος, σελ. 198

[5] αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 152

[6] Ησύχιος Πρεσβύτερος, Φιλοκαλία Α’, σελ. 148, μγ’

[7] P G 46, 29

[8] Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα, τόμος Α’, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 85

[9] Σύναξη, τεύχος 6, σελ. 81-82

[10] P G τόμος 53, 102-105

[11] αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδοσις... ένθ. ανωτ. σελ. 74

[12] ένθ. ανωτ. σελ. 76

[13] Ησύχιος Πρεσβύτερος, Φιλοκαλία Α’, σελ. 171, ρκβ’

[14] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Εορτοδρόμιον, εκδ. Σπανού, σελ. 73, σημ. 1

[15] P G 89, 724

[16] αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδοσις... ένθ. ανωτ. σελ. 150

[17] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, λόγος ΚΣΤ’, σελ. 136, σημ. 2

 

Πηγή: Από το βιβλίο "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία" του Σεβ. Ι. Βλάχου. Κεφάλαιο Γ'

 

Please reload