Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 2

November 25, 2015

Εργασία στις Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου

 

Η Θρησκευτική ελευθερία και επικρατούσα θρησκεία

 

Χαραμής Αθανάσιος

Α.Μ.: 1340200400501

Νομική Σχολή Αθηνών

 

Περιεχόμενα

 

Εισαγωγή..........................................................................................               

Ιστορική αναδρομή............................................................................          

Η θρησκευτική ελευθερία στα ελληνικά συντάγματα.................

Διεθνής κατοχύρωση........................................................................           

Έννοια και περιεχόμενο της θρησκευτικής ελευθερίας.............. 

Φορείς- αποδέκτες του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας 

Ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης.............................................      

Ελευθερία της λατρείας- άσκησης της θρησκείας.........................    

Φραγμοί της θρησκευτικής ελευθερίας.........................................       

1)Δημόσια τάξη- χρηστά ήθη.....................................................              

2) Προσηλυτισμός........................................................................               

3) Εκπλήρωση των υποχρεώσεων έναντι του κράτους και

συμμόρφωση στους νόμους..........................................................          

Επικρατούσα θρησκεία................................................................              

Δογματική ενότητα- αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος

Σχέσεις κράτους και Εκκλησίας..................................................             

Συμπέρασμα................................................................................                 

Βιβλιογραφία...............................................................................                 

Νομολογία....................................................................................                 

Περίληψη (Ελληνικά/ Αγγλικά)....................................................             

 

Εισαγωγή

 

Στην εργασία που ακολουθεί επιχειρείται μια σύντομη σκιαγράφηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρο 13 Σ). Επίσης γίνεται προσπάθεια να καταδειχθεί η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη θρησκευτική ελευθερία και την παραδοσιακή στα Συντάγματά μας κατοχύρωση επικρατούσας θρησκείας. (άρθρο 3 Σ).

Η εργασία ξεκινά με μια αναδρομή στην ιστορία τής κατοχύρωσης τής θρησκευτικής ελευθερίας ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πορεία τής εξέλιξης τού δικαιώματος στα ελληνικά Συντάγματα αλλά και σε θεμελιώδη διεθνή κείμενα. Ακολουθεί μια γενική οριοθέτηση τής έννοιας και του περιεχομένου τής θρησκευτικής ελευθερίας ενώ γίνεται και αναφορά σε συναφείς και βασικές έννοιες ( ανεξιθρησκία, θρησκευτική ισότητα.)

Μετά από σύντομη έκθεση των φορέων και αποδεκτών του δικαιώματος γίνεται ειδικότερη ανάλυση των δύο πλευρών της θρησκευτικής ελευθερίας, ελευθερίας θρησκευτικής συνειδήσεις και ελευθερίας λατρείας, και εκτίθεται η μεταξύ τους σχέση και οι επιμέρους εκφάνσεις τους. Επίσης παρουσιάζονται και αναλύονται οι φραγμοί που το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει στο κατοχυρωμένο δικαίωμα.

Κλείνοντας, γίνεται αναφορά στην κατοχύρωση επικρατούσας θρησκείας και στο κατά πόσο αυτή εναρμονίζεται με την θρησκευτική ελευθερία ενώ δίνεται έμφαση και σε θέματα που αφορούν τη δογματική ενότητα και το αυτοδιοίκητο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος αλλά και στο κρίσιμο ζήτημα των σχέσεων αυτής με την ελληνική πολιτεία.

 

Ιστορική αναδρομή

 

Η θρησκεία υπήρξε από καταβολής του ανθρώπου κεντρικής σημασίας φαινόμενο για την οργάνωση και λειτουργία των κοινωνιών. Ως θρησκεία θα μπορούσε να αναφερθεί η πίστη και η λατρεία προς το θείο δηλαδή προς την καλή ανώτερη δύναμη. Πρόκειται δηλαδή για σύνολο λατρευτικών πράξεων και δοξασιών αναφερόμενων στην υπόσταση του θείου. Οι έννοιες, λοιπόν, της θρησκείας και του θρησκευτικού αφορούν στην αντίληψη περί Θεού και στις σχετιζόμενες με αυτή μεταφυσικές και ηθικές παραστάσεις, με τις παραστάσεις αυτές να μην αποτελούν απλή αντίληψη ή έστω πεποίθηση αλλά πίστη με τη στενή έννοια της fides sacra.

Η θρησκεία προσφέροντας διέξοδο, κάποιες φορές και απαντήσεις στις μεταφυσικές ανησυχίες τού ανθρώπου διαμορφώθηκε από παλιά ως ένα φυσικό δίκαιο θείας έμπνευσης που καθοδηγούσε την συμπεριφορά τού ατόμου υποκαθιστώντας το υποτυπώδες ακόμα τότε θετό δίκαιο και τους κανόνες ανθρώπινης προέλευσης. Εξάλλου η φύση των θρησκευτικών κανόνων που απευθύνουν απόλυτες επιταγές προς τους πιστούς τους έφερε γρήγορα σε σύγκρουση με την κρατική εξουσία αφ' ης στιγμής αυτή διεκδίκησε το μονοπώλιο στη θέσπιση νόμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας σύγκρουσης μεταξύ θείου και ανθρωπίνου δικαίου είναι η Αντιγόνη του Σοφοκλή που στην ομώνυμη τραγωδία αντιτάσσει στον Κρέοντα (το κράτος δηλαδή) τη συμμόρφωση στο θρησκευτικό της καθήκον.

Ακόμη και στην αρχαιότητα, λοιπόν, που της ήταν ξένη η έννοια του ατομικού δικαιώματος είχε δημιουργηθεί το θεμέλιο για την αντίταξη ατομικών θρησκευτικών υποχρεώσεων στη κρατική επιταγή. Υπό την έννοια αυτή η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί τη ρίζα των ατομικών ελευθεριών και ένα από τα πρώτα ατομικά δικαιώματα που διεκδικήθηκαν ποτέ, πράγμα που σαφώς αποδεικνύει το σημαντικό ρόλο της θρησκείας στην εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας.

Η πρώτη μαζική διεκδίκηση θρησκευτικής ελευθερίας τοποθετείται χρονικά στην εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όταν είχαν εξαπολυθεί άγριοι διωγμοί κατά των Χριστιανών. Το διάταγμα τών Μεδιολάνων (313 μΧ ) που διακηρύσσει την ανεξιθρησκία τερματίζει την περίοδο των διωγμών και αποτελεί την πρώτη επίσημη κατοχύρωση θρησκευτικού δικαιώματος. Τον 16ο αιώνα η απολυταρχική εξουσία του ηγεμόνα που έφθανε μέχρι και τον προσδιορισμό της θρησκείας των υπηκόων του ( cuius  regio eius religio ) οδήγησε σε  μακρούςθρησκευτικούς πολέμους και τελικά στη θρησκευτική μεταρρύθμιση που έδωσε νέα αφορμή για διακήρυξη της θρησκευτικής ελευθερίας. Αργότερα η θρησκευτική ελευθερία θα λάβει κεντρική θέση στη διδασκαλία των μεγάλων πολιτικών φιλοσόφων και διαφωτιστών του 17ου και 18ου αιώνα, κυρίως των Locke, Montesquieu, Rousseau και Voltaire.

To Bill of Rights τής πολιτείας τής Virginia το 1776 είναι το πρώτο κείμενο που αναγνωρίζει πανηγυρικά τη θρησκευτική ελευθερία, ορίζοντας στο άρθρο 16 ότι «όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να ασκούν ελεύθερα τα της θρησκείας τους σύμφωνα με τις επιταγές της συνείδησής τους». Ακολουθεί, το 1791, η πρώτη τροποποίηση του ομοσπονδιακού Συντάγματος των ΗΠΑ του 1787 κατά την οποία « το Κογκρέσο δεν θα ψηφίσει νόμο που να ιδρύει θρησκεία του κράτους ή που να απαγορεύει την ελεύθερη λατρεία οποιασδήποτε θρησκείας». Αντίθετα η γαλλική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 αναγνωρίζει μόνο την ανεξιθρησκία ορίζοντας στο άρθρο 10 ότι « κανείς δεν επιτρέπεται να ενοχλείται για τις δοξασίες του υπό τον όρο ότι η εκδήλωσή τους δεν διαταράσσει τη δημόσια τάξη».

Ύστερα από τις διακηρύξεις σε Αμερική και Γαλλία η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται σε όλα τα ευρωπαϊκά συντάγματα του 19ου και 20ου αιώνα με πρώτο το βελγικό(1831) που αποτέλεσε πρότυπο και για πολλά μεταγενέστερα ευρωπαϊκά συνταγματικά κείμενα. [1]

 

Η θρησκευτική ελευθερία στα ελληνικά συντάγματα

 

Ανάλογη είναι η εξέλιξη και στα ελληνικά συντάγματα τα οποία όμως διακηρύσσουν συγχρόνως πάντα την θρησκεία τής Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας ως επικρατούσα θρησκεία στην ελληνική επικράτεια. Μάλιστα οι διατάξεις που καθορίζουν τις σχέσεις κράτους και επικρατούσας θρησκείας για λόγους παράδοσης και σεβασμού προς την πίστη της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού αναγράφονται στην αρχή όλων των προηγούμενων συνταγμάτων μας.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου (« προσωρινό πολίτευμα τής Ελλάδος»-1822 παρ ά) περιέχει διάταξη που επαναλαμβάνεται κατά λέξη και στο Σύνταγμα του Άστρους (« νόμος τής Επιδαύρου »-1823 παρ ά) κατά την οποία «η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ανέχεται όμως η διοίκηση της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν, και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως.». Στο Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) η διάταξη αναφέρει «Καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλεται την θρησκείαν του ελευθέρως και δια την λατρείαν αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν. Η δε της Αναταλικής Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι Θρησκεία της Επικρατείας.». Ανάλογα και το ηγεμονικό Σύνταγμα (1832) ορίζει στο άρθρο 6 τα εξής «Η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν Επικράτεια είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου και Αγίας του Χριστού Εκκλησίας, καθείς όμως πρεσβεύει τα της θρησκείας του ακωλύτως και πάσα θρησκεία, της οποίας αι τελεταί γίνονται πασιφανώς και δημοσίως, έχει ίσην υπεράσπισην υπό των νόμων». Όπως βλέπουμε τα δύο πρώτα Συντάγματα κατοχυρώνουν απλή ανεξιθρησκία ενώ τα δύο επόμενα προχωρούν στη θρησκευτική ελευθερία.

Η εξέλιξη δεν ήταν ευθύγραμμη. Τα Συντάγματα του 1844 και 1864/1911 κατοχυρώνουν μόνο την ανεξιθρησκία («πάσα άλλη γνωστή θρησκεία είναι ανεκτή») και μόνο το Σύνταγμα του 1927 καθιερώνει πλέον τη θρησκευτική ελευθερία. («η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι απαραβίαστος».) Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν τόσο το Σύνταγμα του 1952 όσο και τα δικτατορικά Συντάγματα (1968/1973).

Στο ισχύον Σύνταγμα (1975/1986/2001/2007) κατοχυρώνεται η θρησκευτική ελευθερία στο άρθρο 13. Κατά την παρ 1 αυτού, που δεν υπόκειται σε αναθεώρηση κατά το 110 παρ 1Σ, «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός» Τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας και τα σχετικά με την επικρατούσα θρησκεία προβλέπει το άρθρο 3Σ ενώ στη θρησκευτική ελευθερία αναφέρονται επίσης τα άρθρα 5 παρ2 και 16 παρ2Σ. Κανένα από τα άρθρα αυτά δεν υπόκειται σε αναστολή κατά το 48-1Σ σε περίπτωση κατάστασης πολιορκίας. Παρατηρούμε τέλος ότι η διατάξεις για τη θρησκευτική ελευθερία δεν βρίσκονται πια στην αρχή του Συντάγματος και κυρίως ότι η διάταξη περί επικρατούσας θρησκείας (άρθρο 3) διαχωρίζεται από εκείνη που καθιερώνει τη θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 13) πράγμα που παραγνωρίζει τη στενή μεταξύ τους συνάφεια και δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής καινοτομία.

 

Διεθνής κατοχύρωση

 

Πέρα από την εθνική συνταγματική πρόβλεψη η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται και από σειρά διεθνών συμβάσεων που έχουν κυρωθεί από τη χώρα μας αποτελώντας έτσι αναπόσπαστο κομμάτι του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύοντας κάθε αντίθετης διάταξης νόμου.( άρθρο 28-1Σ).

Στο άρθρο 18 τής Οικουμενικής Διακήρυξης τών Δικαιωμάτων τού Ανθρώπου τού ΟΗΕ (1948) ορίζεται ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα τής ελευθερίας τής σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας. Η διακήρυξη αυτή, αν και χωρίς άμεση νομική δεσμευτικότητα επηρέασε ευθέως σειρά διεθνών κειμένων που ακολούθησαν.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ-Ρώμη 1950) προβλέπει στο άρθρο 9 ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και ότι το δικαίωμα αυτό έχει σαν συνέπεια την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων , καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης θρησκείας ή πεποιθήσεων μεμονωμένα ή ομαδικά,σε δημόσιους χώρους ή ιδιωτικά, με την λατρεία και την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.[2]

Θα μπορούσαν ακόμα να αναφερθούν το Διεθνές Σύμφωνο τού ΟΗΕ για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του 1966 που κυρώθηκε με το Ν. 2462/97, η Τελική Πράξη τού Ελσίνκι του 1975, η Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ του 1981 για την απάλειψη κάθε μορφής μισαλλοδοξίας και διακρίσεων βάσει θρησκευτικών πεποιθήσεων και το Διεθνές Σύμφωνο για το οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα ( Νέα Υόρκη 1985), που κυρώθηκε με τον Ν 1532/85.

Δύο βασικές διαφορές ανάμεσα στην ρύθμιση του ελληνικού Συντάγματος αφενός και των διεθνών κειμένων καθώς και των περισσότερων ξένων συνταγμάτων αφετέρου είναι πρώτον ότι η ελληνική ρύθμιση εμφανίζεται στενότερη, κατοχυρώνοντας μόνο την ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση, ενώ οι διεθνείς συμβάσεις μιλούν για ελευθερία σκέψης, συνειδήσεως και πεποιθήσεων και δεύτερον ότι το ελληνικό Σύνταγμα απαγορεύει τον προσηλυτισμό, πράγμα που δεν συναντάται σε διεθνή κείμενα και ξένα Συντάγματα. Στο δεύτερο θα επανέλθουμε. Σχετικά με το πρώτο, πράγματι το Σύνταγμα μας εμφανίζεται αποκλίνον από τη διεθνή τάση αφού δεν κατοχυρώνει ρητώς συνολικά τη συνείδηση αλλά μόνο τη θρησκευτική συνείδηση. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας προβληματίζει ιδιαίτερα διότι, από τη μία το Σύνταγμα δεν αφήνει πράγματι ακατοχύρωτη την εν γένει συνείδηση αλλά την προστατεύει στα άρθρα 2 παρ1, 5 παρ1, 14 παρ1,11 και 12Σ, και από την άλλη κατοχυρώνει ένα minimum μόνο προστασίας. Αυτό σημαίνει ότι η συνταγματική προστασία μπορεί να επεκταθεί με διεθνείς συμβάσεις οι οποίες δεσμεύουν απόλυτα τον κοινό νομοθέτη από της κυρώσεως αυτών δια νόμου και έχουν υπερνομοθετική ισχύ. (28 παρ1Σ).

 

Έννοια και περιεχόμενο τής θρησκευτικής ελευθερίας

 

Ο όρος θρησκευτική ελευθερία είναι καθολικός συνεκδοχικός όρος και καλύπτει κάθε μορφή ελευθερίας που αναφέρεται στη θρησκεία. Όπως ειπώθηκε και στην αρχή θρησκεία είναι ένα σύνολο δοξασιών και θεωριών αναφερόμενων στην υπόσταση του Θεού, δηλαδή της καλής ανώτερης δύναμης. Δεν αποτελούν επομένως θρησκεία υπό συνταγματική έννοια, θεωρίες και πίστεις αφορούσες σε κακές ανώτερες δυνάμεις όπως ο σατανισμός ή η μαύρη μαγεία.

Όπως είπαμε το ισχύον Σύνταγμα, σε αντίθεση με παλαιότερα κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία και όχι απλά την ανεξιθρησκία. Μεταξύ των δύο όρων υπάρχει σαφής διαφορά. Ανεξιθρησκία είναι η αδιαφορία, η ανοχή του κράτους έναντι των θρησκευτικών πεποιθήσεων των πολιτών. Συνήθως η διασφάλιση απλής ανεξιθρησκίας συνοδεύεται από συνταγματική κατοχύρωση επίσημης θρησκείας. Εκεί η πολιτεία είναι άμεσα συνδεδεμένη με ορισμένη θρησκεία και απλώς ανέχεται να πρεσβεύουν τα άτομα άλλο θρήσκευμα. Η ανεξιθρησκία, λοιπόν, είναι μια αντικειμενική κατάσταση-ένας αντικειμενικός κανόνας δικαίου. Αντίθετα η θρησκευτική ελευθερία είναι ένα υποκειμενικό δικαίωμα με ευρύτερο και θετικότερο περιεχόμενο, που παρέχει αξίωση έναντι της πολιτείας να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη διαμόρφωση και εκδήλωση θρησκευτικής συνείδησης. Το κράτος, δηλαδή, εδώ δεν ανέχεται απλώς αλλά διασφαλίζει και προστατεύει τα θρησκευτικά πιστεύω των πολιτών.

Η θρησκευτική ελευθερία αναλύεται σε δύο πλευρές-εκδηλώσεις. Την ελευθερία τής θρησκευτικής συνείδησης (animus) και την ελευθερία της λατρείας (corpus) ή ακριβέστερα της ασκήσεως της θρησκείας. Η πρώτη πλευρά κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 παρ1εδ α Σ. Η δεύτερη πλευρά, που έχει και τη μεγαλύτερη πρακτική αξία κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 παρ 2. Οι δύο αυτές εκδηλώσεις της θρησκευτικής ελευθερίας είναι αλληλένδετες και αλληλοσυμπληρούμενες. Η θρησκευτική συνείδηση δεν έχει ιδιαίτερη αξία χωρίς τη λατρεία μέσω της οποίας εκφράζεται και πραγματώνεται. Το απλό ενδιάθετο φρόνημα μικρή σημασία έχει χωρίς δυνατότητα ελεύθερης εξωτερίκευσης και εφαρμογής του. Αλλά και η ελεύθερη λατρεία προϋποθέτει την ελεύθερη συνείδηση ως λογικά αναγκαίο προηγούμενο και υπόβαθρο. Όποιος περιορισμός, λοιπόν βαραίνει τη μια από τις δύο εκδηλώσεις αναγκαία επεκτείνεται και στην άλλη, αφού αυτές στην ουσία λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Για παράδειγμα, ο προσδιορισμός της «γνωστής θρησκείας», που το Σύνταγμα τάσσει ως αναγκαίο όρο για την προστασία της, αν και πρακτικά αφορά στη λατρεία και όχι στο ενδιάθετο φρόνημα, επεκτείνεται ουσιαστικά και σε αυτό (στη θρησκευτική συνείδηση) αφού πίστη χωρίς λατρεία (animus χωρίς corpus) στερείται ουσιώδους σημασίας. Στο θέμα θα επανέλθουμε.

Τέλος, για λόγους ολοκλήρωσης αυτής της πρώτης σύντομης σκιαγράφησης της κατωχυρούμενης στο 13Σ θρησκευτικής ελευθερίας, πρέπει να πούμε ότι άμεσα συνυφασμένη με τη θρησκευτική ελευθερία είναι η θρησκευτική ισότητα. Θρησκευτική ελευθερία χωρίς θρησκευτική ισότητα είναι αδιανόητη και αποτελεί κενό γράμμα. Η πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες ισότιμα χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση με θρησκευτικά κριτήρια. Εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνο όταν εμπίπτουν στο περιεχόμενο του δικαιώματος. Διαφορετικά, αν η πολιτεία εξαρτά την αναγνώριση, στέρηση ή περιορισμό δικαιωμάτων ή προνομίων από το θρήσκευμα καθενός διαταράσσεται η θρησκευτική ισότητα και μαζί της η σύνολη θρησκευτική ελευθερία. Θέμα θρησκευτικής ισότητας θέτει η παραδοσιακή στα Συντάγματά μας αναγνώριση « επικρατούσας θρησκείας » και τα προνόμια που η πολιτεία πάντα της αναγνώριζε. Αν και πολλοί το αρνούνται, η κατοχύρωση επικρατούσας θρησκείας (άρθρο 3) έχει και σήμερα πρακτικές συνέπειες και δεν εξαντλείται σε μια απλώς στατιστική διαπίστωση, αλλά ιεραρχεί τις θρησκευτικές κοινότητες δημιουργώντας προνομιακή σχέση μεταξύ μιας εξ' αυτών και του κράτους. Έτσι νοθεύεται σε ένα βαθμό η θρησκευτική ισότητα και σχετικοποιείται η θρησκευτική ελευθερία.

Η θρησκευτική ισότητα είναι εξειδίκευση της γενικής αρχής της ισότητας, του άρθρου 4Σ, και προβλέπεται στο άρθρο 13 παρ1εδ β και 13 παρ 4Σ . Η διάταξη είναι κακότεχνη αφού η 13 παρ 4 είναι η άλλη πλευρά της 13 παρ1 εδ β και θα μπορούσε να αποτελέσει ένα 3ο εδάφιο της 1ης παραγράφου. Ακόμα στη θρησκευτική ισότητα αναφέρεται το άρθρο 5 παρ 2 εδ α Σ. Μη θρησκευτικές, αλλά απλές κοσμοθεωρητικές, ηθικές ή φιλοσοφικές απόψεις και θέσεις δεν καλύπτονται από το γράμμα του 13Σ αλλά προστατεύονται ως στοιχεία της αξίας και προσωπικότητας του ανθρώπου, υπαγόμενες στα άρθρα 2 παρ1 και 5 παρ1, ενώ αυτοτελώς προστατεύονται, όπως είδαμε με τις κυρωμένες στην χώρα μας διεθνείς συμβάσεις.

Κλείνοντας, να πούμε ότι στο εύρος προστασίας του 13 εμπίπτει και η εχθρική ή αρνητική έναντι της θρησκείας στάση όπως η αθρησκεία ή η αθεϊα.

 

Φορείς- αποδέκτες του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας

 

Πριν περάσουμε στην ανάλυση τών δύο όψεων της θρησκευτικής ελευθερίας σκόπιμο είναι να αναφέρουμε τα υποκείμενα υπέρ των οποίων διασφαλίζεται το δικαίωμα, τους φορείς δηλαδή του συνταγματικού δικαιώματος. Κατά το 13 παρ 1 εδ α, « η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.» Επομένως, αφού το Σύνταγμα δεν διακρίνει φορείς του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας είναι όλοι όσοι ζουν στην ελληνική επικράτεια, έλληνες, αλλοδαποί που ζουν στην Ελλάδα νομίμως ή παρανόμως και ανιθαγενείς. Πρόκειται, λοιπόν, για πανανθρώπινο δικαίωμα που εξασφαλίζεται για όλα τα φυσικά πρόσωπα, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό σε χώρες σαν τη δική μας που υιοθετούν το σύστημα της επικρατούσας θρησκείας.

Η θρησκευτική ελευθερία των αλλοδαπών περιλαμβάνει και το δικαίωμα συναθροίσεως και ενώσεως αυτών για θρησκευτικούς σκοπούς, πράγμα που έχει μεγάλη σημασία αφού τα αντίστοιχα γενικά δικαιώματα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι (άρθρα 11,12 Σ) κατοχυρώνονται μόνο υπέρ των Ελλήνων.

Το δικαίωμα των ανηλίκων για επιλογή, εγκατάλειψη ή αλλαγή θρησκείας ασκείται από τους γονείς τους στα πλαίσια της γονικής μέριμνας (1510 επ, 1518 ΑΚ) όπου ανήκει και η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, που περιλαμβάνει και τις αποφάσεις για το θρήσκευμά του. Αυτό προκύπτει και από τις διεθνείς διακηρύξεις της θρησκευτικής ελευθερίας που εξασφαλίζουν το δικαίωμα των γονέων να επιλέγουν τη μόρφωση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις και διασφαλίζουν τη θρησκευτική και ηθική τους μόρφωση κατά τις δικές τους πεποιθήσεις.[3] Σε περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος αντί για τους γονείς αποφασίζει το δικαστήριο ή ειδικός επίτροπος.[4]

Κλείνοντας με τα φυσικά πρόσωπα περνάμε στα νομικά. Αν και συχνά παραγνωρίζεται, και τα νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων απολαμβάνουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Φυσικά εδώ μιλάμε για την εξωτερική πλευρά της θρησκευτικής ελευθερίας (λατρεία- άσκηση θρησκείας) αφού από τη φύση τους τα ν.π. δεν μπορούν να διεκδικήσουν ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται κατ αρχήν υπέρ των νπιδ (σωματεία και ενώσεις με θρησκευτικούς σκοπούς). Το απολαμβάνουν όμως κατ εξαίρεση και θρησκευτικοί οργανισμοί (εκκλησίες) που ο νόμος χαρακτηρίζει ως νπδδ, όπως πχ η Εκκλησία της Ελλάδος. Αν και τα νπδδ δεν είναι γενικά φορείς ατομικών δικαιωμάτων εδώ εισάγεται εξαίρεση καθ όσον αφορά τη θρησκευτική ελευθερία.

Τέλος, ας κάνουμε μια αναφορά σχετικά με τις πηγές κινδύνου κατά του δικαιώματος. Κατά ποίων στρέφεται, από ποιους προστατεύει τους ως άνω φορείς του το συνταγματικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας; Τα δικαίωμα αυτό, όπως και όλα τα ατομικά δικαιώματα, δεσμεύει κατ αρχήν το κράτος και κάθε άλλο φορέα δημόσιας εξουσίας. Η θρησκευτική ελευθερία δεν αφορά στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, δεν αναπτύσσει αυτό που αναφέρεται ως άμεση τριτενέργεια. Αντίθετα αναπτύσσει έμμεση τριτενέργεια («ακτινοβολία» ). Αυτή είναι και η έννοια της τριτενέργειας κατά το νέο άρθρο 25παρ 1 εδ 3 κατά το οποίο: «τα δικαιώματα του ανθρώπου ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν.» πχ ο οφειλέτης δεν μπορεί να απαλλαγεί τών συμβατικών του υποχρεώσεων επικαλούμενος τη θρησκευτική του ελευθερία αλλά μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση για λόγους που προβλέπονται στο νόμο και είναι σχετικοί με την συνταγματική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας. Πχ ως σπουδαίος λόγος που κατά το 672 ΑΚ δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας μπορεί να εκληφθεί η αντίθεση των όρων εργασίας με τις θρησκευτικές υποχρεώσεις του εργαζομένου.

Τέλος το δικαίωμα δεν δεσμεύει τους ίδιους τους θρησκευτικούς οργανισμούς (εκκλησίες) εκτός και αν ασκούν δημόσια εξουσία. Το δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας δεν εμποδίζει αυτούς τους οργανισμούς να επιβάλουν θρησκευτικές ποινές (πχ αφορισμός, καθαίρεση, έκπτωση από λειτούργημα, αργία κλπ) και να αποβάλλουν κάποιο μέλος από την κοινότητα για συμπεριφορά αντίθετη με τους θρησκευτικούς κανόνες. Άκρο όριο πάντως θέτει η καταστατική αρχή της έννομης τάξης μας για προστασία της ανθρώπινης αξίας. Ούτε η κατάργηση κυρώσεων ή ποινών κατά το κρατικό δίκαιο επηρεάζει τη δυνατότητα επιβολής από έναν τέτοιο οργανισμό σε μέλος του αντίστοιχων θρησκευτικών κυρώσεων.[5] Άκρο όριο είναι και εδώ η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ1 Σ).

 

Ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης

 

Το Σύνταγμα διακηρύσσει πανηγυρικώς την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης στο άρθρο 13 παρ.1 εδ. α : « Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη ». Αυτό είναι τελικώς αυτονόητο, αφού η θρησκευτική συνείδηση είναι η μύχια πεποίθηση κάθε ανθρώπου σε σχέση με το θείο. Πρόκειται για το animous τής θρησκείας, το θρησκευτικό δόγμα.

Το δικαίωμα στην ελευθερία τής θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει τα ακόλουθα επιμέρους δικαιώματα :

1)  Το δικαίωμα να πρεσβεύει κανείς οποιαδήποτε θρησκεία θέλει η καμία θρησκεία, να είναι δηλαδή άθρησκος ή και άθεος. Ως θρησκεία εννοούμε και τις αποκλίνουσες διδασκαλίες ( αιρέσεις, σχίσματα )[6] οι οποίες δεν επηρεάζουν την νομική έννοια τής θρησκείας. Επίσης, δεν ενδιαφέρει αν αυτή γίνεται δεκτή από πολλούς ή λίγους, ή αν η λατρεία της προσβάλλει την δημόσια τάξη ή τα χριστά ήθη - αν και στην περίπτωση αυτή η λατρεία της απαγορεύεται από το Σύνταγμα.

2) Το δικαίωμα διατήρησης, αλλαγής ή εγκατάλειψης μιας συγκεκριμένης θρησκείας καθώς και την επιλογή εγκατάλειψης της θρησκείας εν γένει (αθρησκεία ή αθεΐα) χωρίς δυσμενείς συνέπειες. Πρόκειται για την αρνητική πλευρά του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας.

3) Το δικαίωμα να δηλώνει ή να αποσιωπά κανείς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή την ανυπαρξία τους. Εδώ στηρίζεται και η άποψη ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες και σε άλλα δημόσια έγγραφα είναι αντισυνταγματική, είτε ως υποχρεωτική (άρθρο 3 παρ. 2 εδ α ν 1988/91), είτε ως προαιρετική ( άρθρο 3 παρ2 ν1599/86) διότι και στην περίπτωση αυτή από την απουσία δήλωσης τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η έλλειψη θρησκευτικών πεποιθήσεων.[7]. Μόνη εξαίρεση υποχρεωτικής δήλωσης θρησκεύματος συνιστά η δήλωση για στατιστικούς σκοπούς εφόσον εγγυάται η εμπιστευτική μεταχείριση τών στοιχείων[8]. Στην περίπτωση που ορισμένη απασχόληση εκ φύσεως προϋποθέτει ορισμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις (πχ τουκαθηγητή θρησκευτικών[9] αλλά όχι του φοιτητή θεολογίας[10]) είναι εύλογο ότι η ύπαρξη ή ανυπαρξία συγκεκριμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων ή η άρνηση δήλωσής τους δεν καλύπτονται από το δικαίωμα δήλωσης ή αποσιώπησης.

4) Το δικαίωμα να διακηρύσσει και διαδίδει κανείς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις προφορικά, γραπτά ή διά του τύπου και των ηλεκτρονικών ΜΜΕ ατομικά ή ομαδικά. Συνταγματικά βάση παραμένει το 13 παρ 1 και όχι το 14 παρ 1Σ. Αυτονόητη προϋπόθεση αυτού του επιμέρους δικαιώματος είναι ότι δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και δεν διαπράττεται το αδίκημα του προσηλυτισμού. (βλ παρακάτω.)

5) Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι για θρησκευτικούς σκοπούς. Το δικαίωμα αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί και ως μερικότερη έκφανση της ελευθερίας της ασκήσεως θρησκείας. Πάντως κατοχυρώνεται από το 13 και όχι από τα 11,12 Σ και για αυτό ισχύει και υπέρ των αλλοδαπών.

Το δικαίωμα της ενώσεως είναι σημαντικό για κάθε θρησκευτική κοινότητα αφού καθορίζει την οργανωτική δομή τόσο των εκκλησιών όσο και των επιμέρους οργανώσεων και ενώσεων τους. Κατ αρχήν υπάρχει ελευθερία επιλογής νομικής μορφής οργάνωσης και για θέματα σύστασης, λειτουργίας και ελέγχου των θρησκευτικών κοινοτήτων γενικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τα σωματεία. Εξαιρέσεις εισάγονται μόνο υπέρ κάποιων θρησκευτικών κοινοτήτων που ο νόμος χαρακτηρίζει νπδδ (πχ Εκκλησία της Ελλάδος και κάποιες ισραηλιτικές και μουσουλμανικές κοινότητες.).

Συμπλήρωμα του δικαιώματος συμπήξεως θρησκευτικών ενώσεων είναι και το δικαίωμα αυτοδιοίκησής τους σύμφωνα με τους ιδιαίτερους κανόνες κάθε θρησκευτικής κοινότητας. Το δικαίωμα, μάλιστα, αυτό παρέχεται ανεξάρτητα από το αν η κοινότητα απέκτησε ή όχι νομική προσωπικότητα. Τέτοιου είδους, όμως, εσωτερικοί κανόνες αυτοδιοίκησης τής κοινότητας, συνδεδεμένοι ενίοτε με ιερές παραδόσεις και αξίες δεσμεύουν τους πιστούς, ως «εσωτερικό δίκαιο» αλλά δεν δεσμεύουν τα ελληνικά δικαστήρια. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται υπέρ της αντίθετης άποψης, κυρίως στην περίπτωση του κανονικού δικαίου της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας δεν ευσταθούν.[11] Στη πράξη παρατηρούμε συχνά κρατική σύμπραξη στην εσωτερική αυτοδιοίκηση των θρησκευτικών κοινοτήτων με τη μορφή χορηγήσεως προνομίων και ασκήσεως επιρροής. Αυτό στη χώρα μας συμβαίνει σε σχέση κυρίως με την επικρατούσα θρησκεία η οποία συνδέεται παραδοσιακά αλλά και σε επίπεδο δικαίου (άρθρο 3 Σ) πολλαπλά με το ελληνικό κράτος. Ο ίδιος ο Καταστατικός Χάρης τής Εκκλησίας τής Ελλάδος είναι νόμος τού κράτους (ν 590/77), όπως ορίζει το Σύνταγμα (άρθρο 72 παρ1) και αυτή χαρακτηρίζεται ρητώς ως νπδδ (αρθ 1 παρ 4 Καταστατικού Χάρτη). Ορθά όμως κρίθηκε αντισυνταγματική η ανάληψη από το κράτος μέρους της εκκλησιαστικής διοίκησης με το ν1700/87 για θέματα περιουσίας της.

Οι θρησκευτικές ενώσεις με νομική προσωπικότητα υπάγονται σε κρατική εποπτεία όπως και οι διάφορες ενώσεις προσώπων. Το Σύνταγμα, ακόμα, υπάγει τους λειτουργούς της επικρατούσας θρησκείας και των άλλων γνωστών θρησκειών στην ίδια εποπτεία της πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις έναντι αυτής (άρθρο 13 παρ 3 Σ ) Πρόκειται για εποπτεία νομιμότητας .

Τέλος, σημαντική για κάθε θρησκευτική κοινότητα είναι και η ελεύθερη θρησκευτική συνάθροιση. Και αυτή κατοχυρώνεται στο 13 Σ και επομένως ισχύει και για αλλοδαπούς και ανιθεγενείς.

6) Το δικαίωμα θρησκευτικής πληροφόρησης και εκπαίδευσης και μάλιστα είτε ως δικαίωμα ανατροφής και μόρφωσης των ανηλίκων είτε ως δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας θρησκευτικών εκπαιδευτηρίων. Ανεξάρτητα από τη συνταγματική απαγόρευση του προσηλυτισμού η αποδοχή θρησκευτικών πληροφοριών και η λήψη θρησκευτικής εκπαίδευσης είναι απαραίτητες για τη διαμόρφωση θρησκευτικής συνείδησης και γι αυτό προστατεύονται στα πλαίσια του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας. Εδώ προστατεύεται και η άρνηση λήψης κάθε θρησκευτικής πληροφόρησης και εκπαίδευσης. Ειδικότερα :

Α)Θρησκευτική εκπαίδευση ανηλίκων. Το δικαίωμα επιλογής θρησκείας (με βάπτιση πχ) και θρησκευτικής εκπαίδευσης των ανηλίκων ανήκει στους γονείς τους, που όπως είπαμε το ασκούν στα πλαίσια της γονικής μέριμνας.(αρθ 1518ΑΚ) Το δικαίωμα αυτό είναι λειτουργικό δηλ είναι συγχρόνως και καθήκον που ασκείται από τους γονείς προς το συμφέρον του τέκνου. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων αποφασίζει το δικαστήριο με γνώμονα και πάλι το συμφέρον του ανηλίκου (άρθρο 1512 ΑΚ), ενώ λαμβάνεται υπ όψιν και η γνώμη του, αν η πνευματική του ωριμότητα το επιτρέπει (1511ΑΚ). Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο ανήλικος δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελές υποκείμενο του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας αλλά ως οιονεί προέκταση της ελεύθερης θρησκευτικής συνείδησης των γονέων του.

Ζήτημα προκύπτει αν προσπαθήσουμε να εναρμονίσουμε την εν λόγω έκφανση της ελευθερίας θρησκευτικής συνείδησης, η οποία περιλαμβάνει και το δικαίωμα των γονέων να μην παράσχουν καθόλου θρησκευτική εκπαίδευση στο παιδί τους επιλέγοντας γι αυτό τη στάση της αθεΐας, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ 2Σ, που επιβάλλει στο κράτος ως βασική του αποστολή να παρέχει παιδεία που σκοπεί, μεταξύ άλλων, και στην «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων.» Αυτή η συνταγματική διάταξη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συγκρουόμενη με το δικαίωμα των γονέων να επιλέγουν την (ενδεχόμενη) θρησκευτική μόρφωση και εκπαίδευση των ανηλίκων τέκνων τους. Για να ξεπεραστεί αυτή η σύγκρουση μεταξύ ατομικού δικαιώματος και κρατικής υποχρέωσης θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το κράτος εξαντλεί την από το 16 παρ 2 Σ υποχρέωσή του με την πρόβλεψη θρησκευτικής διδασκαλίας,    διατηρουμένου    συγχρόνως   πλήρους   του δικαιώματος των γονέων να αποσύρουν το παιδί τους από το μάθημα των θρησκευτικών αλλά και από τον σχολικό εκκλησιασμό και τη σχολική προσευχή. Το δικαίωμα αυτό των γονέων προκύπτει σαφώς από την ελευθερία τής θρησκευτικής συνείδησης που αυτοί ασκούν για λογαριασμό τού ανηλίκου και τους αναγνωρίζεται και από της διεθνείς διακηρύξεις τών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (κυρίως ΕΣΔΑ). Συμπερασματικά θα λέγαμε πως ούτε το Σύνταγμα ούτε η ΕΣΔΑ επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο πρότυπο θρησκευτικής εκπαίδευσης. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο νομοθέτης μπορεί να επιλέξει ένα πρότυπο είτε μονοφωνικό- κατηχητικό (όπως κατά βάση το ισχύον) είτε θρησκειολογικό και να προβλέψει τη διδασκαλία των θρησκευτικών σε όλες ή σε ορισμένες μόνο τάξεις, για μία ή περισσότερες ώρες .Σε κάθε περίπτωση υφίσταται, ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής διάταξης, συνταγματικό δικαίωμα καθενός να απαλλαγεί από τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, χωρίς ανάγκη σχετικής δήλωσης θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Σύμφωνα με την ερμηνεία που δώσαμε παρακάμπτεται το πρόβλημα, όμως στην πράξη τα πράγματα είναι δυστυχώς διαφορετικά. Η παραδοσιακή σχέση κράτους και Ορθόδοξης Χριστιανικής εκκλησίας και η κατηχητική μονοφωνία που συνεπάγεται η συνταγματική κατοχύρωση της επικρατούσας θρησκείας, προσδίδει έντονο θρησκευτικό και μάλιστα χριστιανικό χαρακτήρα στην οργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης. Η μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικά διδασκόμενο στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μαζί με το σχολικό εκκλησιασμό και την πρωινή προσευχή, αποσκοπεί στην κατήχηση των μαθητών στο Ορθόδοξο Χριστιανικό δόγμα που αποτελεί τη θρησκεία της πλειονότητας των Ελλήνων. Κάθε ετερόδοξος, αλλόθρησκος, άθρησκος ή άθεος μαθητής μπορεί να απαλλαγεί από την παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών καθώς και από τον εκκλησιασμό και την προσευχή, εφόσον υποβάλλει, δια των γονέων του δήλωση απαλλαγής, όπου αναφέρει τους λόγους αυτής δηλαδή στην ουσία δηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Όπως γίνεται αντιληπτό το συνολικό αυτό ρυθμιστικό πλαίσιο είναι αντίθετομε τη συνταγματικά προστατευμένη ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και παραβιάζει το δικαίωμα απόκρυψης των θρησκευτικών πιστεύω, το δικαίωμα των γονέων προς επιλογή της θρησκευτικής μόρφωσης των τέκνων τους και τη θρησκευτική ισότητα.

Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών έχει, με βάση την κοινή νομοθεσία, κατηχητικό χαρακτήρα και σκοπός της είναι να καταστήσει τους μαθητές «κοινωνούς των αληθειών της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστεως.» (άρθρο 2 π.δ. 583/82, άρθρα 1,4,5,6 ω1566/85, άρθρο 2 π.δ. 831/77, άρθρο 3 π.δ. 1034/77). Στο κατηχητικό αυτό πρότυπο είναι προσανατολισμένη και η εκπαιδευτική πρακτική, με βάση τα σχετικά διδακτικά βιβλία. Στο ίδιο πνεύμα αποφάσεις του ΣτΕ έκριναν ότι σκοπός της παρεχόμενης στα σχολεία παιδείας είναι και η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των παιδιών σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας, στην οποία, «κατά τεκμήριο» αποβλέπουν οι γονείς τους. Συνεπώς είναι υποχρεωτική η διδασκαλία και παρακολούθηση του μαθήματος ενώ η απαλλαγή από αυτό προϋποθέτει «αξιόπιστη δήλωση» των μαθητών ή των γονέων τους όπου να δηλώνονται οι αντίθετες ή ανύπαρκτες θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Η πολιτεία οφείλει μάλιστα να εξασφαλίζει τη διδασκαλία του μαθήματος «επί ικανόν αριθμόν ωρών εβδομαδιαίως.»[12] Αντίθετα, παραπάνω υποστηρίξαμε ότι η σωστή ερμηνεία του 16 παρ 2 Σ επιτάσσει είτε την απλή θρησκειολογική ενημέρωση, ώστε να γνωρίσει ο μαθητής τις κυριότερες θρησκείες και δόγματα, είτε την παροχή θρησκευτικής εκπαίδευσης σε προαιρετική πάντως βάση. Προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται να στρέφεται πλέον και το ΣτΕ δεχόμενο ότι ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια να επιλέξει το κατηχητικό ή το θρησκειολογικό πρότυπο και ότι το τελευταίο ανταποκρίνεται καλύτερα στις επιταγές των άρθρων 5 παρ1, 13 παρ1 και 16 παρ2 Σ αλλά και στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας μας. Προστίθεται μάλιστα ότι αν στο μέλλον επιλεγεί το πρότυπο αυτό δεν θα δικαιολογείται η προβολή λόγωνσυνείδησης για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών,[13] πρακτική που είπαμε ότι και στο σημερινό σύστημα πρέπει να θεωρηθεί αντισυνταγματική.

Σε ότι αφορά την ανώτατη εκπαίδευση, η η ελευθερία θρησκευτικής εκπαίδευσης συνεπάγεται ότι δεν μπορούν να τεθούν εμπόδια στην πρόσβαση σε αυτήν οποιουδήποτε εξαιτίας θρησκευτικών πεποιθήσεων. Για την εκλογή σε θέση ΔΕΠ τμήματος θεολογικής σχολής αρκεί η κατοχή διδακτορικού διπλώματος σχετικού με το γνωστικό αντικείμενο του Τομέα στον οποίο υπάγεται η θέση και δεν απαιτείται η κατοχή διδακτορικού Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής.[14]

Με την ενηλικίωσή του το άτομο μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα εγκατάλειψης ή αλλαγής της θρησκείας που επέλεξαν οι γονείς του.

Β)Το δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας θρησκευτικών εκπαιδευτηρίων. Το δικαίωμα θρησκευτικής διδασκαλίας είναι σημαντικό για κάθε θρησκευτική κοινότητα. Η θρησκευτική διδασκαλία περιλαμβάνει το κήρυγμα, την κατήχηση, την ιεραποστολή κλπ. Όταν πρόκειται για κήρυγμα στο πλαίσιο θρησκευτικής τελετής εφαρμόζουμε τη συνταγματική διάταξη για προστασία της λατρείας. Το ίδιο και σε σχέση με τη θρησκευτική εκπαίδευση πιστών (κατήχηση) και την ιεραποστολή. Συνταγματική βάση του δικαιώματος θρησκευτικής διδασκαλίας δεν είναι, επομένως, το άρθρο 16 Σ αλλά το άρθρο 13. Εδώ κατοχυρώνεται το δικαίωμα κάθε ατόμου να διδάσκει και διαδίδει ή να καταπολεμεί κάποια θρησκεία ή να εκθειάζει την αθεΐα. Η δραστηριότητα αυτή αποτελεί προσηλυτισμό και απαγορεύεται από το Σύνταγμα μόνο όταν ασκείται με αθέμιτα μέσα. Η θρησκευτική διδασκαλία μπορεί να γίνει προφορικά, γραπτά, με διαφημίσεις, με ιδιωτικά ή δημόσια μαθήματα με ανοιχτές ή κλειστές συναθροίσεις.

Πρακτικά σπουδαιότερη εκδήλωση του δικαιώματος που αναλύουμε είναι η ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών θρησκευτικών εκπαιδευτήριων κυρίως υπέρ των αλλοθρήσκωνκαι αλλόδοξων φυσικών ή νομικών προσώπων. Το δικαίωμα αυτό παρέχεται στα πλαίσια του δικαιώματος στην παιδεία (άρθρο 16 Σ) και υπό την προϋπόθεση ότι στα εκπαιδευτήρια αυτά δεν ασκείται αντιθρησκευτική ή αθεϊστική διδασκαλία ούτε διαπράττεται το αδίκημα του προσηλυτισμού.

7) Το δικαίωμα να μην εξαναγκάζεται κανείς σε πράξεις ή παραλείψεις αντίθετες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Απαγορεύεται, δηλαδή, γενικά ο θρησκευτικός εξαναγκασμός είτε σε ενέργεια που απαγορεύεται από ορισμένη θρησκεία είτε σε παράλειψη ενέργειας που επιβάλλεται από ορισμένη θρησκεία. Δεν επιτρέπεται πχ να επιβληθεί η συμμετοχή σε αλλόθρησκη ή αλλόδοξη τελετή, η θρησκευτική αμφίεση, κόμμωση ή δίαιτα.

Αντισυνταγματικός ήταν επομένως, μέχρι το 1982 ο υποχρεωτικός θρησκευτικός γάμος[15]. Αντισυνταγματική είναι και η ανεξαίρετη επιβολή θρησκευτικού όρκου. Το Σύνταγμα, ορίζοντας ότι κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ορίζει τον τύπο του (άρθρο 13 παρ5) δεν εξουσιοδοτεί το νομοθέτη να προβλέψει γενικά τον θρησκευτικό όρκο ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις του ορκιζόμενου. Τα άρθρα 408 ΚΠολ Δ και 220 ΚΠΔ ορίζουν ότι αλλόθρησκοι και αλλόδοξοι ορκίζονται κατά τον τύπο της θρησκείας τους, εάν αυτή αναγνωρίζει τον όρκο. Διαφορετικά δίνεται απλή διαβεβαίωση στο όνομα της τιμής και συνείδησής τους.[16] Ειδικά για τους Ορθόδοξους καίτοι η δόση όρκου απαγορεύεται από τη θρησκεία τους, η νομολογία εξακολουθεί να μην τους απαλλάσσει από τη σχετική υποχρέωση.[17]

Ο όρκος των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχει θρησκευτικό τύπο (βλ άρθρο 19 ΥΚ- ν2683/99). Αντίθετα το Σύνταγμα προβλέπει θρησκευτικό όρκο για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους βουλευτές. (άρθρα 33 παρ2 και 59 Σ αντίστοιχα.) όρκος που στην περίπτωση του ΠτΔ είναι υποχρεωτικά χριστιανικός ! Κάτι τέτοιο   έρχεται   σε   αντίθεση   με την απαγόρευση τού θρησκευτικού εξαναγκασμού και αντίκειται στη θρησκευτική ισότητα. (βλ αμέσως παρακάτω.)

8) Το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσης ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων. Όπως είπαμε και στην αρχή, η θρησκευτική ισότητα αποτελεί την πεμπτουσία της θρησκευτικής ελευθερίας, λειτουργώντας ως κέντρο βάρους του όλου συνταγματικού πλαισίου προστασίας της. Είπαμε ακόμα ότι αποτελεί μερικότερη έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ 1Σ) και ότι κατοχυρώνεται επίσης στα άρθρα 5 παρ 2 και 13 παρ 1 εδ α Σ. Θα αναπτυχθεί λοιπόν εδώ, ως πτυχή της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης για λόγους συστηματικούς και χωρίς να παραγνωρίζεται η κεντρική σημασία της για το σύνολο του δικαιώματος. Αντίθετη με την θρησκευτική ισότητα είναι οποιαδήποτε διάκριση με θρησκευτικά κριτήρια αλλά και η εξάρτηση τής απόλαυσης ατομικών ή πολιτικών δικαιωμάτων από τις πεποιθήσεις καθενός.

Ιδιαίτερη πρακτική αξία έχει η θρησκευτική ισότητα αναφορικά με την κατάληψη δημόσιας θέσης ή αξιώματος. Αντισυνταγματική κρίθηκε λοιπόν, και ορθά, η άρνηση διορισμού καθηγητή μέσης εκπαίδευσης λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων.[18] Το ίδιο και στη προσχολική εκπαίδευση όπου δεν παρέχεται θρησκευτική διαπαιδαγώγηση.[19] Αντίθετη με το Σύνταγμα είναι και η πρακτική διορισμού μόνο οπαδών της επικρατούσας θρησκείας στα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και οι διαφοροποιήσεις που κάποτε επιβάλλουν οι ΟΤΑ ως προς την ταφή των αλλόθρησκων ή ετερόδοξων στα δημοτικά κοιμητήρια.[20]

Εξαιρέσεις επιτρέπονται όπου επιβάλλεται μια θεσμική προσαρμογή του δικαιώματος στα πλαίσια ειδικής σχέσης. Έτσι το ΣτΕ δέχεται ότι δεν είναι αντισυνταγματική η πρόσληψη μόνο χριστιανών ορθόδοξων δασκάλων στη στοιχειώδη εκπαίδευση διότι αυτοί υποχρεούνται να διδάσκουν όλα τα μαθήματα, άρα και θρησκευτικά, ο δε χαρακτήρας τουμαθήματος είναι κατηχητικός και προσανατολισμένος στις αξίες της θρησκείας της πλειοψηφίας του λαού μας.[21]

Εξαιρέσεις επιτρέπονται βέβαια και στο βαθμό που εισάγονται απ ευθείας από το Σύνταγμα. Ζήτημα πχ γεννάται με τον ΠτΔ του οποίου ο όρκος είναι, όπως είπαμε υποχρεωτικά θρησκευτικός (και μάλιστα χριστιανικός) καίτοι μεταξύ των προσόντων του ανώτατου άρχοντα δεν αναφέρεται πλέον η ιδιότητα του οπαδού της επικρατούσας θρησκείας. Κατά μία γνώμη, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο ΠτΔ μπορεί να είναι μόνο Χριστιανός, αν και όχι κατ ανάγκη Ορθόδοξος.[22] Άλλη γνώμη υποστηρίζει ότι θα εφαρμοστεί και εδώ αναλογικά η διάταξη για τον όρκο των αλλόθρησκων και ετερόδοξων βουλευτών. (άρθρο 59 παρ2 Σ). Τέλος, Τρίτη γνώμη θέλει τη συνταγματική διάταξη για τον όρκο του ΠτΔ να υποχωρεί προ των 4 και 13 Σ. Κάτι τέτοιο, όμως θα προϋπέθετε αποδοχή της θεωρίας των αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος η οποία δεν υποστηρίζεται πλέον σήμερα. Όπως γνωρίζουμε όλες οι διατάξεις του Συντάγματος, ανεξάρτητα από την ουσιαστική τους σημασία έχουν το ίδιο τυπικό βάρος- είναι τυπικά ισοδύναμες.

Τέλος, η διάκριση των θρησκειών σε επικρατούσα, γνωστές κλπ στην οποία προβαίνει το Σύνταγμά μας δεν γίνεται με αξιολογικά κριτήρια ώστε να θίγει την θρησκευτική ισότητα αλλά με λειτουργικά μόνο κριτήρια. Πάντως, όπως είπαμε η άποψη κατά την οποία η επικρατούσα θρησκεία υπερέχει τών άλλων μόνον αριθμητικά και επομένως δεν προσβάλλει την θρησκευτική ισότητα, δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην ελληνική πραγματικότητα όπου οι δεσμοί κράτους και επικρατούσας θρησκείας έχουν μακρά διαδρομή και ουσιαστικό περιεχόμενο.

 

Ελευθερία τής λατρείας- άσκησης τής θρησκείας

 

Η άλλη πλευρά της θρησκευτικής ελευθερίας είναι η λατρεία , ακριβέστερα η άσκηση της θρησκείας. Τα όρια ανάμεσα στην άσκηση της θρησκείας και την θρησκευτική συνείδηση είναι δυσδιάκριτα αφού η άσκηση της θρησκείας είναι συγχρόνως και εκδήλωση στην πράξη των υπαρχόντων στην ψυχή του καθένα θρησκευτικών πεποιθήσεων. Αλλά και από την άλλη η ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση είναι κενό γράμμα χωρίς ελεύθερη λατρεία αφού έτσι θα εξαντλούνταν σε κατοχύρωση μόνο ενός ενδιάθετου φρονήματος, πράγμα που σε τελική ανάλυση είναι εκ φύσεως ελεύθερο. Στη λατρεία εμπεριέχεται η υλική αναφορά του θρησκευτικού δόγματος, είναι δηλαδή η ελεύθερη άσκηση θρησκείας η εξωτερική πλευρά της ελεύθερης θρησκευτικής συνείδησης, το corpus της θρησκείας που μαζί με την ελεύθερη συνείδηση συναποτελούν τις δύο όψεις του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας. Πρόκειται για την εξωτερική- υλική εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης και για αυτό η συνταγματική κατοχύρωση και προστασία της έχει μεγάλη σημασία στη πράξη.

Η θρησκεία ασκείται ατομικά και συλλογικά. Στην πρώτη περίπτωση είναι δύσκολη η διάκριση από την ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης. Παράδειγμα ατομικής ασκήσεως θρησκείας είναι η επιλογή κάποιου να γίνει θρησκευτικός λειτουργός[23]. Η σπουδαιότερη συλλογική άσκηση θρησκείας είναι η οργανωμένη λατρεία. Αυτή ασκείται σε ειδικούς χώρους αφιερωμένους στη λατρεία, η ονομασία των οποίων ποικίλει ανάλογα με τη θρησκευτική κοινότητα. (ναοί, ευκτήριοι οίκοι, τεμένη, συναγωγές), μπορεί όμως να ασκείται και στο ύπαιθρο. (υπαίθριες λειτουργίες, λιτανείες, περιφορές εικόνων και ιερών αντικειμένων κλπ.) Ως ορισμό της λατρείας θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι «αποτελεί μορφή ανθρώπινης συμπεριφοράς, σύνολο ενεργειών τού ανθρώπου, οι οποίες κατά την αντίληψη τού ενεργούντος και το δόγμα στο οποίο πιστεύει, εκδηλώνουν την πίστη του προς το θείο.»[24].

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελεύθερη άσκηση θρησκείας (την ελεύθερη λατρεία) στο άρθρο 13 παρ 2 εδ ά κατά το οποίο: «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων.». Βλέπουμε, λοιπόν ότι το ισχύον Σύνταγμα, σε αντίθεση με προηγούμενα, μιλά για ελεύθερη και όχι απλά για ανεκτή θρησκεία κατοχυρώνοντας τη θρησκευτική ελευθερία και όχι την απλή ανεξιθρησκία. Εισάγει όμως έναν άλλο προσδιορισμό ο οποίος δεν συναντάται σε ξένα Συντάγματα. Περιορίζει, δηλαδή, την κατοχύρωση και προστασία που παρέχει μόνο υπέρ των «γνωστών θρησκειών»[25]. Ο όρος γνωστή θρησκεία έχει απασχολήσει συχνά τη θεωρία και νομολογία και έχει συγκεντρώσει κατά καιρούς τα πυρά πολλών αφού, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει να κάνει διακρίσεις μεταξύ των θρησκειών επιλέγοντας κάποιες μόνο τις οποίες θα προστατεύσει, πράγμα που συνιστά σαφή παραβίαση της θρησκευτικής ισότητας και θρησκευτικής ελευθερίας.

Η έννοια τής γνωστής θρησκείας είναι αόριστη νομική έννοια που διαμορφώθηκε από την νομολογία τού ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου. Γνωστή θρησκεία δεν σημαίνει αναγνωρισμένη ή εγκεκριμένη θρησκεία αλλά θρησκεία με φανερά δόγματα, διδασκαλία, λατρεία, οργάνωση και σκοπούς[26], θρησκεία που δεν προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, μύηση.[27] Γνωστή μπορεί να είναι μια θρησκεία παλαιά ή νέα, με μεγάλο ή μικρό αριθμό οπαδών, με ή χωρίς κλήρο, έστω και παρεκκλίνουσα από μια άλλη γνωστή θρησκεία (αίρεση). Το ΣτΕ έχει κατά καιρούς κρίνει ως γνωστές θρησκείες τις θρησκευτικές κοινότητες τών Μαρτύρων του Ιεχωβά ή χιλιαστών,[28] των Αντβεντιστών τής έβδομης μέρας[29], των Μεθοδιστών[30], των Ευαγγελιστών[31], της εκκλησίας   των   Χριστιανών   αδελφών[32],   τής ελληνικής Ευαγγελικής εκκλησίας κλπ. Κατά τεκμήριο κάθε θρησκεία είναι γνωστή, εκτός και αν αποδειχθεί ο « κρυφός της χαρακτήρας ή η αντίθεση της λατρείας της στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη.»[33] . Κλείνοντας τα περί γνωστής θρησκείας , να πούμε ότι η εν λόγω οριοθέτηση της συνταγματικής προστασίας αφορά μόνο τη λατρεία ή άσκηση θρησκείας και όχι το ενδιάθετο φρόνημα, την απλή θρησκευτική συνείδηση. Αυτή ως μύχια κατάσταση μπορεί να προσανατολίζεται και σε «μη γνωστές» θρησκείες, σε μυστικιστικές πίστεις και ιδέες. Αλλά τότε η ελεύθερη λατρεία δεν χαίρει συνταγματικής προστασίας. Στην πράξη επομένως, ο περιορισμός τής γνωστής θρησκείας εκτείνεται και στο επίπεδο τής θρησκευτικής συνείδησης, αφού σκέτη αυτή χωρίς λατρεία δεν νοείται. Θα πρόκειται για animus χωρίς corpus, για ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση χωρίς ελεύθερη και προστατευμένη συνταγματικά δυνατότητα εκδήλωσης και εξωτερίκευσης αυτής της συνείδησης.

Στενά συνυφασμένο με την ελεύθερη λατρεία (άρθρο 13 παρ 2 εδ α Σ) και πολύ σημαντικό στην πράξη είναι το δικαίωμα κάθε θρησκευτικής κοινότητας να ιδρύει τους χώρους που προορίζονται για την άσκηση λατρείας. Η μέριμνα, φυσικά για την εξεύρεση του χώρου αφορά την οικεία θρησκευτική κοινότητα, την πολιτεία αφορά όμως η εξασφάλιση ίσων όρων ως προς όλες τις κοινότητες ώστε να ασκούν ελεύθερα τη θρησκεία τους. Στην χώρα μας έχει διαμορφωθεί ένα διαφοροποιημένο καθεστώς για την ίδρυση ναών και ευκτήριων οίκων τής επικρατούσας θρησκείας σε σχέση με τις άλλες γνωστές θρησκείες, καθεστώς σε μεγάλη έκταση αντισυνταγματικό. Και να γιατί :

Η ανέγερση ναών τής επικρατούσας θρησκείας διέπεται αποκλειστικώς από το εσωτερικό της δίκαιο (άρθρα 47 παρ 2 Κ.Χ. και 15 Κανον 8/79) κατά το οποίο με την έγκριση τού οικείου μητροπολίτη την άδεια χορηγεί το γραφείο ναοδομίας (Κανον 66/93) ενώ η αρμοδιότητα τών πολεοδομικών υπηρεσιών περιορίζεται στην εφαρμογή τών όρων δόμησης. Αντίθετα για τις άλλες γνωστές θρησκείες τίθεται σειρά προϋποθέσεων που δεν συμφωνούν με το ισχύον Σύνταγμα.

Συγκεκριμένα, για την ίδρυση ναών τών άλλων αυτών θρησκευτικών κοινοτήτων απαιτείται : Α) Αίτηση 50 τουλάχιστον γειτονικών οικογενειών, υπογεγραμμένη από τους αρχηγούς αυτών που υποβάλλεται στην τοπικό ορθόδοξο Μητροπολίτη !.

Β) Η περιφέρεια όπου διαμένουν οι αιτούντες να βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από άλλο ομόδοξο ναό.

Γ) Βεβαίωση γνησίου υπογραφών από την αστυνομική αρχή.

Δ) Έγκριση από τον Υπουργό Εθνικής παιδείας και Θρησκευμάτων για την ίδρυση ευκτήριου οίκου ή θρησκευτικού εντευκτηρίου αυτών των κοινοτήτων, απ'την άλλη, απαιτείται: Α) Αίτηση των ενδιαφερομένων υποβαλλόμενη απ ευθείας στο Υπουργείο Παιδείας.

Β) Βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών από το δήμαρχο.

Γ) Άδεια του ΥΠΕΘΠΘ. Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται και εδώ οι αναγκαίοι όροι δόμησης.

Το   νομοθετικό   αυτό   καθεστώς   είναι   πρόδηλα αντισυνταγματικό διότι :

Α) Η παρεμβολή οργάνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαδικασία ανέγερσης ναού άλλης θρησκείας ή δόγματος, έστω και με προπαρασκευαστικό- γνωμοδοτικό ρόλο[34] συνιστά διαστροφή της έννοιας του 3 παρ 1 Σ και δίνει πραγματική εξουσία στην επικρατούσα θρησκεία επί των άλλων θρησκειών, προσβάλλοντας έτσι κατάφορα την θρησκευτική ισότητα.

Β) Η απαίτηση συγκέντρωσης υπογραφών έρχεται σε σύγκρουση με το δικαίωμα απόκρυψης τών θρησκευτικών πεποιθήσεων και άρα με την ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, αφού υποχρεώνει τους ενδιαφερόμενους να δηλώσουν το θρήσκευμά τους με τον πιο επίσημο και οριστικό τρόπο.

Γ) Η απαίτηση προηγούμενης διοικητικής άδειας του υπουργού παιδείας θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος ελεύθερης άσκησης λατρείας.

Το ΣτΕ, προσπαθώντας να εξομαλύνει το εξόφθαλμα αντισυνταγματικό νομοθετικό καθεστώς στο θέμα της ανέγερσης και λειτουργίας χώρων λατρείας τών διαφόρων γνωστών θρησκειών, υποβίβασε την άδεια της εκκλησιαστικήςαρχής σε διαπιστωτικής- γνωμοδοτικής φύσης που δεν δεσμεύει τον Υπουργό.[35] Όμως και την άδεια του τελευταίου την θεωρεί ότι έχει χαρακτήρα διαπιστωτικό τής ιδιότητας τής θρησκείας ως γνωστής, της μη προσβολής της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών και της μη άσκησης προσηλυτισμού. Πρόκειται επομένως για καθαρά προληπτικό έλεγχο που επιτρέπει στη διοίκηση να ελέγχει και κατά πόσο υπάρχει ανάγκη λειτουργίας του ναού από άποψη αριθμού πιστών αλλά και αν υπάρχουν και άλλοι ναοί αντίστοιχης θρησκείας ή δόγματος στην περιοχή.[36] Ο έλεγχος αυτός είναι σε κάθε περίπτωση αντισυνταγματικός.[37] Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται στο θέμα και ο Άρειος Πάγος.[38] Όπως αναμενόταν, αντίθετη επί του θέματος ήταν η νομολογία του ΕΔΔΑ που έκρινε ότι το σύστημα της αδείας δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ [39] . Τέλος αντισυνταγματική ρύθμιση εισάγει και το άρθρο 6 α.ν. 2200/40 που ορίζει ότι αν ιδιόκτητος ναός τεθεί σε δημόσια λατρεία κλείνεται από την αστυνομία με εντολή του οικείου μητροπολίτη(!) ή απαλλοτριώνεται υπέρ του πλησιέστερου ενοριακού ναού. Έτσι ο ορθόδοξος μητροπολίτης μετατρέπεται καις προϊστάμενο των αστυνομικών αρχών! Το ΣτΕ δέχτηκε μάλιστα ότι η απαλλοτρίωση είναι δυνατή υπέρ του ορθόδοξου ναού ακόμα και αν ο απαλλοτριούμενος ιδιόκτητος ναός ανήκε σε άλλο δόγμα ή ξεχωριστή θρησκευτική κοινότητα προς διατήρηση τού ναού αυτού στο ορθόδοξο δόγμα ![40]

Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις, προϊόντα δικτατορικής περιόδου, δεν συμβιβάζονται με την συνταγματικά κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία και ιδιαίτερη με την ελεύθερη άσκηση τής λατρείας, και θα άπρεπε να αντικατασταθούν ώστε να εναρμονίζονται τόσο με το 13 Σ όσο και με το 9 ΕΣΔΑ. Είναι προφανές ότι η άδεια δόμησης σύμφωνα με τον κάθε φορά ισχύοντα Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό θα αποτελούσε ικανή και συνταγματική προϋπόθεση για την ίδρυση ναών και ευκτήριων οίκων όλων ανεξαιρέτως τών θρησκευτικών κοινοτήτων. (βλ και άρθρο 24 παρ2 Σ για την ορθολογική πολεοδόμηση).[41]

Το άρθρο 13 παρ 2 Σ δεν αρκείται να κατοχυρώσει την ακώλυτη λατρεία αλλά ορίζει ότι τα της λατρείας τελούνται υπό την προστασία τών νόμων. Ενώ η διακήρυξη της ελευθερίας λατρείας απαιτεί αποχή του κράτους η θετική προστασία απαιτεί κρατική παροχή. Το άτομο δεν έχει έννομη αξίωση σε μια τέτοια παροχή αλλά η συνταγματική επιταγή προτρέπει το νομοθέτη να λάβει ιδιαίτερα μέτρα για την αποτελεσματική και ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας. Πράγματι ο νομοθέτης έχει θεσπίσει τέτοια μέτρα κυρίως σε επίπεδο ποινικού δικαίου, όπως :

1) ποινικός κολασμός των εγκλημάτων κατά της θρησκευτικής ειρήνης ( κακόβουλη βλασφημία, καθύβριση θρησκευμάτων, διατάραξη θρησκευτικών συναθροίσεων, περι ύβριση νεκρών- άρθρα 198-201 ΠΚ ).

2) διακεκριμένη κλοπή πράγματος αφιερωμένου στη λατρεία από τόπο αφιερωμένο σε αυτήν (άρθρο 374 εδ α ΠΚ).

3) Αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας λειτουργού (άρθρο 175 παρ 2 ΠΚ).

Ο ποινικός κολασμός του προσηλυτισμού δεν έχει σχέση με τη προστασία της λατρείας, αλλά αποτελεί ποινική κύρωση της αντίστοιχης συνταγματικής απαγόρευσης. Επίσης απαγορεύεται η σύλληψη προς εκτέλεση αποφάσεως προσωποκράτησης σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και όσο διαρκεί η ιερουργία.(άρθρο 5 παρ 2 εδ δ ν. 1867/89). Ο νόμος απαγορεύει επίσης, την προσωπική κράτηση κατά κληρικών κάθε βαθμού πάσης γνωστής θρησκείας. ( άρθρα 1048 στοιχ δ ΚΠολΔ, 4παρ 1 στοιχ δ ν.1867/89.) και απαλλάσσει από την υποχρέωση στράτευσης τους θρησκευτικούς λειτουργούς, μοναχούς ή δόκιμους μοναχούς γνωστής θρησκείας, εφόσον το επιθυμούν.( άρθρο 6 παρ 1 στοιχ γ ν.1763/88)

Επιπλέον της ποινικής, τα άρθρα 914 και 1108 ΑΚ παρέχουν σε περίπτωση παρακωλύσεως της ασκήσεως θρησκείας αστική προστασία.

Τέλος, στην ελεύθερη άσκηση τής θρησκείας ανήκει και το δικαίωμα τού ατόμου να αποκτήσει την ιδιότητα θρησκευτικού λειτουργού. Άρα η θεώρηση της ιδιότητας αυτής ως κωλύματοςδιορισμού σε δημόσια θέση είναι αντισυνταγματική.[42] Αντίθετα, σύμφωνος με το Σύνταγμα κρίθηκε ο περιορισμός των αποδοχών των κληρικών- εκπαιδευτικών.[43] Όπως είπαμε οι θρησκευτικοί λειτουργοί απαλλάσσονται από την υποχρέωση στράτευσης αν το επιθυμούν.[44] Νεότερος όμως νόμος (ν. 1510/97 άρ 7) δεν επανέλαβε την διάταξη αυτή. Ακόμα οι θρησκευτικοί λειτουργεί όλων των γνωστών θρησκειών δεν υπόκεινται σε κράτηση.(άρθρο 1048 στοιχ δ ΚΠολΔ και 4 παρ 1 στοιχ δ ν.1867/89.).

 

Φραγμοί τής θρησκευτικής ελευθερίας

 

Μιλήσαμε πιο πάνω για το περιεχόμενο και την έκταση της θρησκευτικής ελευθερίας η οποία, όπως είδαμε κατοχυρώνεται διττά ως ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και ελευθερία της άσκησης θρησκείας (ελευθερία λατρείας). Όμως το σύνταγμα καλύπτει υπό την προστασία του και εδώ μόνο ένα συγκεκριμένο πεδίο εκδηλώσεων θρησκευτικής ελευθερίας χαράσσοντας έτσι σαφώς τα όρια του συνταγματικού δικαιώματος. Οι περιορισμοί της θρησκευτικής ελευθερίας, λοιπόν, στους οποίους θα αναφερθούμε στη συνέχεια δεν είναι κατ' ουσίαν περιορισμοί αλλά οριοθετήσεις, προσδιορισμοί τους οποίους ο ίδιος ο συντακτικός νομοθέτης προσάπτει στο δικαίωμα εξειδικεύοντας την έκταση και το εύρος εφαρμογής του. Οι φραγμοί- οριοθετήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας είναι βασικά τρεις:

1) Δεν επιτρέπεται η άσκηση της λατρείας να προσβάλλει τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. (άρθρο 13 παρ 2 εδ β Σ).

2)  Δεν επιτρέπεται η άσκηση προσηλυτισμού (13 παρ 2 εδ γ Σ).

3) Δεν επιτρέπεται κάποιος, επικαλούμενος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις να, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. (άρθρο 13 παρ 4 Σ).

Όπως και αλλού είπαμε, ο εν λόγω φραγμός θα μπορούσε να εκληφθεί και ως η άλλη (η αρνητική) όψη της θρησκευτικής ισότητας, εντασσόμενος συστηματικά στην παράγραφο που την κατοχυρώνει (13 παρ 1 εδ β Σ).

Όταν έχουμε να κάνουμε με μια από τις παραπάνω περιπτώσεις βρισκόμαστε εκτός της περιοχής προστασίας του δικαιώματος και επομένως δεν μπορούμε να επικαλεστούμε ως προς αυτές τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία.

1) Δημόσια τάξη-χρηστά ήθη : Το Σύνταγμα ορίζει ότι η λατρεία απαγορεύεται να προσβάλλει την δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη (13 παρ 2 εδβ Σ). Αν και οι δύο έννοιες διαφέρουν, εξετάζονται μαζί ως ενιαίος φραγμός τής ελεύθερης λατρείας και επομένως και της σύνολης θρησκευτικής ελευθερίας. Θα λέγαμε ότι στη δημόσια τάξη με ευρεία έννοια περιλαμβάνονται και τα χρηστά ήθη. Ως δημόσια τάξη νοείται το σύνολο των θεμελιωδών πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και ηθικών αρχών και αντιλήψεων που επικρατούν στη χώρα μας σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή. Στην γενική αυτή έννοια τής δημόσιας τάξης μπορούμε να εντάξουμε και τα χρηστά ήθη, τις γενικές, δηλαδή, και θεμελιώδεις αντιλήψεις περί ηθικής. Πότε η άσκηση θρησκείας αντίκειται στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη υπό την ανωτέρω έννοια, σε δεδομένο χρονικό σημείο θα καθοριστεί από τους ποινικούς κυρίως νόμους μέσα στα όρια τού Συντάγματος και θα κριθεί τελικά από το δικαστή. Προφανώς αντίθετες στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και άρα μη προστατευόμενες συνταγματικά είναι πχ θρησκείες που εντάσσουν στη λατρεία τους ανθρωποθυσίες, λήψη ναρκωτικών ουσιών κλπ ή που αποξενώνουν πλήρως τους πιστούς από τις οικογένειές τους, σφετερίζονται την περιουσία τους και τους υποβάλλουν σε σωματικές κακώσεις.

2) Προσηλυτισμός : Το Σύνταγμα απαγορεύει τον προσηλυτισμό ρητώς (άρθρο 13 παρ 2 εδ γ) θεωρώντας τον ανεπίτρεπτη θρησκευτική δράση. Η διάταξη αυτή αν και δεν συναντάται σε άλλα ευρωπαϊκά συντάγματα και διεθνήκείμενα έχει στη χώρα μας μακρά ιστορία.[45] Ωστόσο το ισχύον σύνταγμα απομακρύνθηκε από τα προγενέστερα που απαγόρευαν τον «προσηλυτισμό και κάθε άλλη επέμβαση κατά της επικρατούσας θρησκείας» (βλ 1 Σ 1952). Σήμερα ο προσηλυτισμός απαγορεύεται εφόσον στρέφεται κατά οποιασδήποτε γνωστής θρησκείας ή και υπέρ της επικρατούσας θρησκείας[46]. Απαλείφθηκε επίσης η διάταξη που έκανε λόγο για απαγόρευση «κάθε άλλης επέμβασης». Το ισχύον Σύνταγμα κινήθηκε εδώ σε φιλελεύθερη κατεύθυνση αποκαθιστώντας κατά τούτο τη θρησκευτική ισότητα.

Σε κάθε περίπτωση, κρίσιμος είναι ο προσδιορισμός της έννοιας του προσηλυτισμού. Προσηλυτισμός είναι η «με αθέμιτα μέσα προσπάθεια διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση άλλου προκειμένου να την μεταστρέψει»[47] . Αυτός είναι και ο μόνος εναρμονισμένος με το Σύνταγμα ορισμός του προσηλυτισμού. Σύμφωνα με όσα ήδη είπαμε, στα πλαίσια της ελεύθερης θρησκευτικής συνείδησης προστατεύεται η ελεύθερη διακήρυξη και διάδοση των θρησκευτικών πεποιθήσεων αλλά και η θρησκευτική διδασκαλία. Άρα δεν θα πρέπει να αποδώσουμε στον προσηλυτισμό έννοια τέτοια που να περιορίζει τη θρησκευτική ελευθερία ή την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Επομένως δε συνιστά προσηλυτισμό η διάδοση θρησκευτικών πιστεύω με συναθροίσεις, κηρύγματα ιεραποστολές κλπ και αυτό ισχύει για κάθε θρησκευτική κοινότητα. Προσηλυτισμό δεν διαπράττει ούτε όποιος απλά μεταπείθει άλλον να αλλάξει θρησκευτικές πεποιθήσεις στο πλαίσιο ελεύθερης ανταλλαγής γνωμών και επιχειρημάτων, με την πειθώ και χωρίς αθέμιτα μέσα. Προσηλυτισμό, τέλος δε συνιστά ούτε η απλή πώληση, αποστολή ή διανομή εντύπων και διαφημιστικών φυλλαδίων. Προσηλυτισμό έχουμε μόνο όταν η ανωτέρω διείσδυση στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του άλλου επιχειρείται με χρήση αθέμιτων μέσων. Τέτοια μέσα είναιπαροχές ή υποσχέσεις υλικές ή ηθικές αλλά και η κατάχρηση της απειρίας, εμπιστοσύνης, κουφότητας ή η εκμετάλλευση της ανάγκης του άλλου. Αθέμιτα είναι κυρίως τα μέσα που αν επιδίωκαν παράνομο περιουσιακό όφελος θα συγκροτούσαν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της εκβίασης (385 ΠΚ) ή της απάτης (386 ΠΚ).

Όμως το νομοθετικό κείμενο της ποινικής κύρωσης σχετικά με το αδίκημα του προσηλυτισμού δεν ανταποκρίνεται στην έννοια που του αποδώσαμε παραπάνω. Αυτό είναι αναμενόμενο, αφού η ποινική αυτού κύρωση περιλαμβάνεται σε δύο παλαιά νομοθετήματα, προϊόντα της δικτατορίας Μεταξά, που δεν εκδόθηκαν στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος και Ποινικού Κώδικα αλλά στα πλαίσια του Συντάγματος του 1911. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές( άρθρο 4 Α.Ν. 1363/38 και άρθρο 2 Α.Ν. 1672/39) που παραμένουν σήμερα σε ισχύ, «προσηλυτισμός είναι ιδία η δια πάσης φύσεως παροχών ή δι'υποσχέσεως τούτων ή άλλης ηθικής ή υλικής περιθάλψεως, δια μέσων απατηλών, δια καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δΓ εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητας άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυσην εις την θρησκευτική συνείδηση ετερόδοξων επί σκοπό μεταβολής του περιεχομένου αυτής.» Ο προσηλυτισμός, λοιπόν, συντελείται με τα μέσα που αναφέρει ενδεικτικά και διαζευκτικά ο νόμος και μπορεί να στρέφεται όχι μόνο κατά ετερόδοξου αλλά και κατά αλλόθρησκου. Τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ενώ προβλέπονται και παρεπόμενες κυρώσεις όπως η αστυνομική επιτήρηση του δράστη αν αυτός είναι Έλληνας και η απέλασή του αν είναι αλλοδαπός. (βλ και 466ΠΚ). Διοικητική κύρωση μπορεί να αποτελέσει η ανάκληση άδειας σχολείου όπου διεξάγεται προσηλυτισμός ενώ η διοίκηση ερευνά και αυτό το ενδεχόμενο πριν χορηγήσει άδεια ανέγερσης ναού ή ευκτήριου οίκου.[48]

Οι σχετικές ποινικές διατάξεις έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό ως προς την ισχύ και συνταγματικότητά τους. Υπάρχει άποψη που τις θεωρεί ήδη καταργημένες κατά το 111 παρ  1  Σ αφού αντίκεινται σε διατάξεις του ισχύοντος

Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση και λατρεία.[49] Ακόμα όμως και αν δεν κάνουμε δεκτή αυτή την άποψη πρέπει, εν πάση περιπτώσει να παραδεχτούμε ότι και μόνο η χαλαρότητα της περιγραφής της αξιόποινης  συμπεριφοράς  του  προσηλυτισμού  στο  νόμο (ενδεικτική απαρίθμηση) δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 7 παρ 1 Σ και τον καθιστά αόριστο ποινικό νόμο. Άρα σκόπιμη θα ήταν η αντικατάσταση των παλαιωμένων αυτών νομοθετημάτων με σύγχρονα και εναρμονισμένα με το ισχύον Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο. Χαρακτηριστική απάντηση του τελευταίου, μέσω του ΕΔΔΑ συνιστά η απόφαση της 3-12-91 επί της υπόθεσης Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, όπου ακυρώθηκε η καταδίκη του εν λόγω μάρτυρα του Ιεχωβά για προσηλυτισμό Ορθοδόξου με τον οποίο διεξήγαγε θρησκευτικού περιεχομένου συζήτηση, ως αντίθετη στο άρθρο 9 ΕΣΔΑ.[50] 3) Εκπλήρωση τών υποχρεώσεων έναντι του κράτους και συμμόρφωση στους νόμους: Κατά το άρθρο 13 παρ 4 Σ «κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας τών θρησκευτικών του πεποιθήσεων να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του έναντι του κράτους ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί στους νόμους.» Κανένας δεν μπορεί να απαιτήσει ευμενείς διακρίσεις υπέρ του  λόγω  της  θρησκείας  του   ενώ   σε  περίπτωση σύγκρουσης των υποχρεώσεων έναντι του κράτους με τις θρησκευτικές ιδέες θα επικρατήσουν οι πρώτες. Έτσι, οι γενικής ισχύος νόμοι (πχ Γενικός οικοδομικός κανονισμός, ΚΟΚ) δεσμεύουν άπαντες και δεν μπορεί κάποιος λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων να μην συμμορφωθεί προς αυτούς. Δεν μπορεί, ακόμα περισσότερο κάποιος να αρνηθεί την καταβολή φόρου με την δικαιολογία ότι τα έσοδα από τους φόρους χρηματοδοτούν πολιτικές (πχ εξοπλισμούς) ασυμβίβαστες με τις θρησκευτικές του απόψεις.[51] Η δυνατότητα περιορισμού της θρησκευτικής ελευθερίας με γενικής ισχύος νόμους, κατά 13 παρ 4 Σ δεν είναι απεριόριστη αλλά οριοθετείται από το Σύνταγμα είτε με διατάξεις του που επιβάλλουν γενικές υποχρεώσεις

στους πολίτες (πχ φορολογική και στρατιωτική υποχρέωση) είτε στα πλαίσια κατοχύρωσης της αξίας του ανθρώπου. Πρέπει, λοιπόν, ο περιορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας να τίθεται προς προάσπιση άλλου συνταγματικά κατοχυρωμένου και σπουδαίου αγαθού όπως η δημόσια ασφάλεια, η υγεία, η ακεραιότητα της εθνικής επικράτειας κλπ.[52]

Στις περισσότερες περιπτώσεις η εφαρμογή του άρθρου 13 παρ4 δεν δημιουργεί προβλήματα. Το αντίθετο συμβαίνει όταν ένας γενικός νόμος προσβάλλει θεμελιώδεις κανόνες μιας θρησκευτικής κοινότητας, επιβάλλοντας υποχρεώσεις που ισχύουν μεν για όλους αλλά είναι ασυμβίβαστες με τους κανόνες αυτούς. Ένα τέτοιο ζήτημα είναι αυτό της κατά το άρθρο 4 παρ 6 Σ υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Συμβιβάζεται αυτή η γενική υποχρέωση με τη θρησκευτική ελευθερία στο μέτρο που ορισμένη θρησκεία απαγορεύει στους οπαδούς της να χρησιμοποιούν όπλα; (αντιρρησίες συνείδησης.)

Κατά το άρθρο 4 παρ 6 Σ υποχρεωτική είναι η θητεία για κάθε Έλληνα που μπορεί να φέρει όπλα (μπορεί από άποψη σωματικής και ψυχικής υγείας και όχι από άποψη θρησκευτικών ή άλλων απόψεων.) Αντικείμενο της υποχρέωσης είναι η συμμετοχή στην άμυνα της χώρας γενικώς και όχι μόνο ενόπλως. Το γεγονός ότι το Σύνταγμα αποκλείει απαίτηση του ατόμου να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή για θρησκευτικούς λόγους, δε σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να προβλέψει την απαλλαγή αυτή. Το 13 παρ4 περιορίζει το ατομικό δικαίωμα και όχι τη δυνατότητα του νομοθέτη να επέμβει και να προστατεύσει ιδιαίτερα ένα ατομικό δικαίωμα προς χάρη ορισμένης θρησκευτικής κοινότητας. Άρα το Σύνταγμα δεν απαγορεύει την πρόβλεψη του νομοθέτη περί άοπλης ή εναλλακτικής θητείας των αντιρρησιών συνείδησης. [53] Πράγματι ο νομοθέτης επενέβη και με το Ν. 2510/97 καθιέρωσε την εναλλακτική θητεία για όσους αρνούνται να εκπληρώσουν τη στρατιωτική τους υποχρέωση για λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Αντίστοιχη ρύθμιση υπάρχει σε όλα σχεδόν τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην αναθεώρηση του 2001, ο συντακτικός νομοθέτης, με ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 4 Σ εξουσιοδοτεί πλέον ρητά το νομοθέτη να εισαγάγει την εναλλακτική θητεία για τους αντιρρησίες συνείδησης.

Κατά το Ν. 2510/97 οι αντιρρησίες συνείδησης εκπληρώνουν άοπλη θητεία, προσαυξημένη κατά 12 μήνες σε σχέση με την κανονική, ή εναλλακτική πολιτική-κοινωνική υπηρεσία, προσαυξημένη κατά 18 μήνες.. Η συνταγματικότητα του επαυξημένου χρόνου θητείας είναι αμφίβολη, αν και το ΣτΕ δεν αναπτύσσει επαρκώς το θέμα.(βλ ΣτΕ 526/01 παραπομπή). Η υπαγωγή των αντιρρησιών συνείδησης στις διατάξεις του Ν. 2510/97 και η διάθεσή τους στους φορείς του δημοσίου ή η κατάταξή τους στις ένοπλες δυνάμεις για άοπλη θητεία, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας μετά από γνωμοδότηση ειδικής επιτροπής. Σε περίπτωση πολέμου οι διατάξεις για την εναλλακτική θητεία μπορεί να αναστέλλονται με απόφαση του ίδιου υπουργού.

Άλλες περιπτώσεις σύγκρουσης θρησκευτικών πεποιθήσεων με γενικά και προστατευόμενα συμφέροντα εμφανίζονται στον τομέα της δημόσιας υγείας. Εδώ δεν επιτρέπεται λόγω θρησκείας να διαμορφωθούν εξαιρέσεις από βασικούς υγειονομικούς κανόνες. (πχ υποχρεωτικός εμβολιασμός). Η παρά την άρνηση των γονέων , πχ υποχρεωτική περίθαλψη ή μετάγγιση αίματος στο ανήλικο τέκνο τους, αν αυτό διατρέχει άμεσο κίνδυνο, δεν συνιστά προσβολή τής θρησκευτικής ελευθερίας αλλά εκπλήρωση θεμελιώδους κρατικής υποχρέωσης.

 

Επικρατούσα θρησκεία

 

Παράλληλα με την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρο 13) το Σύνταγμα, όπως και όλα τα ελληνικά συντάγματα από γενέσεως του ελληνικού κράτους, κατοχυρώνει την Θρησκεία της «Ανατολικής Ορθοδόξου του

Χριστού Εκκλησίας» ως «επικρατούσα θρησκεία στην ελληνική επικράτεια» (άρθρο 3 παρ 1 Σ). Από την εποχή του αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας δημιουργήθηκε η παράδοση αυτής της ιδιαίτερης κατοχύρωσης της θέσης και των σχέσεων της Ορθόδοξης Χριστιανικής εκκλησίας με το ελληνικό κράτος- παράδοση που οφείλεται και στην εξαιρετική συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης του ελληνισμού στους αιώνες της δουλείας. Σε τέτοιους λόγους αλλά και στο γεγονός ότι πρόκειται για τη θρησκεία της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού οφείλεται και η τοποθέτηση του άρθρου για την επικρατούσα θρησκεία και τις σχέσεις της με το κράτος, στην αρχή (άρθρο 1ο) όλων των προηγούμενων Συνταγμάτων. Το ισχύον Σύνταγμα απομακρύνθηκε από αυτή την παράδοση τοποθετώντας τις σχετικές διατάξεις στο άρθρο 3 και χωρίζοντάς αυτές από τις σχετικές με τη θρησκευτική ελευθερία της οποίες τοποθετεί στο δεύτερο μέρος, στα ατομικά δικαιώματα. ( ο χωρισμός αυτός δεν είναι επιτυχής.)

Τι σημαίνει όμως επικρατούσα θρησκεία; Σήμερα γίνεται ομόθυμα δεκτή η άποψη ότι επικρατούσα θρησκεία δε σημαίνει «κρατική θρησκεία» ή «επίσημη θρησκεία» ούτε συνεπάγεται μια εκ του Συντάγματος απόδοση ηγεμονικού ρόλου σε μια θρησκευτική κοινότητα. Αντανακλά, απλώς το ιστορικό και στατιστικό γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού ασπάζεται το συγκεκριμένο θρήσκευμα. Πράγματι, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1952, μπορούμε να παρατηρήσουμε στο ισχύον Σύνταγμα, μια σχετική δικαίωση της παραπάνω θεώρησης. Στα πλαίσια φιλελευθεροποίησης και εκκοσμίκευσης του κράτους αλλά και στο πνεύμα γενικής ανανέωσης που έπνευσε κατά τη μεταπολίτευση έγιναν βήματα που στηρίζουν αυτή την απαλλαγμένη από έννομες συνέπειες έννοια της επικρατούσας θρησκείας. Πχ οι σχετική διάταξη μετατοπίσθηκε από το 1ο στο 3ο άρθρο του Συντάγματος. Ο ανώτατος άρχοντας δεν απαιτείται πλέον να είναι Ορθόδοξος Χριστιανός και κατά την ορκωμοσία του, στην οποία δεν παρίσταται πλέον η Ι. Σύνοδος, δεν υπόσχεται να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία (βλ Σ 1952). Οι βουλευτές δεν απαιτείται να είναι οπαδοί τής επικρατούσας θρησκείας. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται γενικώς, κατά όποιας γνωστής θρησκείας και αν στρέφεται ενώ η διάταξη που μαζί με αυτόν απαγόρευε και κάθε άλλη επέμβαση κατά της επικρατούσας θρησκείας δεν επαναλαμβάνεται. Τέλος, η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων μετά την κυκλοφορία τους επιτρέπεται για προσβολή όχι μόνο της επικρατούσας αλλά και κάθε γνωστής θρησκείας. (άρθρο 14 παρ 3 εδ α Σ). Σε αυτά τα σημεία λοιπόν έγιναν βήματα που αποκαθιστούν τη θρησκευτική ισότητα και ελευθερία υποβιβάζοντας τα περί επικρατούσας θρησκείας σε περιωπή διατάξεων συμβολικής, ιστορικής και στατιστικής μόνο σημασίας.

Όμως, από την άλλη, διατηρούνται ακόμα πολλά σημεία όπου ο όρος επικρατούσα θρησκεία δεν είναι μόνο συμβολικού και διαπιστωτικού αλλά ουσιαστικού περιεχομένου. Ως προς αυτά, δημιουργείται μια ιδιάζουσα σχέση της επικρατούσας θρησκείας με το κράτος που τις εξασφαλίζει ειδικά προνόμια σε σχέση με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες, φαλκιδεύοντας κατά τούτο τη θρησκευτική ισότητα. Από τα προνόμια αυτά άλλα εξασφαλίζονται από το ίδιο το Σύνταγμα και άλλα από την κοινή νομοθεσία. Ως τέτοιες περιπτώσεις άνισης και προνομιακής μεταχείρισης θα μπορούσαν να αναφερθούν :

1. Σε επίπεδο Συντάγματος:

· Το παραδοσιακό και επαναλαμβανόμενο σε όλα τα Συντάγματα (με εξαίρεση εκείνων του 1925,1927) προοίμιο- επίκληση: «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.» Θα λέγαμε όμως ότι η εν λόγω επικεφαλίδα έχει καθαρά τυπική-συμβολική αξία χωρίς νομική σημασία, που απλά αναγνωρίζει το ρόλο της επικρατούσας θρησκείας στην ιστορία του ελληνικού έθνους και διαδηλώνει ότι το ελληνικό κράτος δεν είναι αντιθρησκευτικό ή λαϊκιστικό αλλά διάκειται θετικά προς το θρησκευτικό φαινόμενο σεβόμενο συγχρόνως τη θρησκευτική ουδετερότητα.

· Η κατοχύρωση στο άρθρο 3 « επικρατούσας θρησκείας» και η υιοθέτηση και εκεί και αλλού στο Σύνταγμα μας ορολογίας φιλορθόδοξης-επηρεασμένης άμεσα από τις αξίες και τα ιδανικά της Ορθόδοξης πίστης. (πχ. «Κύριο ημών Ιησού Χριστό», «Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία», « ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού», «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος», «Οικουμενικό Πατριαρχείο» κλπ.). Πρόκειται για ορολογία που δεν συνάδει με το χαρακτήρα ενός συνταγματικού κειμένου σε συνδυασμό και με την κάπως υποτιμητική ορολογία που χρησιμοποιεί για τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες και οργανώσεις. (πχ «αλλόθρησκοι», «ετερόδοξοι», «σχισματικοί»- βλ. 59 παρ 2 και 105 παρ 2) Χαρακτηριστική τέτοιας γλωσσικής νοοτροπίας είναι και η φράση «προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας» στο άρθρο 14 παρ 3 εδ α Σ.

·  Η αναφορά της Αγίας Τριάδας στον όρκο του ΠτΔ και των βουλευτών (33 παρ 2 και 59 παρ 1 Σ ).

·  Η αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος ως αυτοδιοικούμενου οργανισμού και ο προσδιορισμός από το Σύνταγμα του τρόπου διοίκησής της.

· Η συμπερίληψη των νομοσχεδίων που αφορούν στο άρθρο 3 στα νομοσχέδια που ψηφίζονται υποχρεωτικά από την ολομέλεια της βουλής. (άρθρο 72 παρ 1Σ.)

·  Η τήρηση αναλλοίωτου του κειμένου των Αγίων Γραφών κατ επιταγή του Συντάγματος το οποίο απαγορεύει και τη μετάφραση σε άλλο γλωσσικό τύπο Χωρίς την έγκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος.(3 παρ 3 Σ.)

2. Σε επίπεδο νομοθεσίας :

· Ο χαρακτηρισμός τής Εκκλησίας στο νόμο ως νπδδ σε αντίθεση με τις περισσότερες θρησκευτικές κοινότητες που είναι απλά νπιδ. Έτσι αναγνωρίζεται στα όργανά της η δυνατότητα άσκησης δημόσιας εξουσίας και συμμετοχής της στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου. Άλλωστε, ο ίδιος ο Καταστατικός Χάρτης τής Εκκλησίας τής Ελλάδος είναι νόμος τού κράτους και μάλιστα ψηφιζόμενος από την ολομέλεια τής βουλής (ν 590/77). Στο άρθρο 2 ΚΧ αναφέρεται ότι η επικρατούσα θρησκεία διεκδικεί αποφασιστική γνώμη σε θέματα πολιτειακά οργανωμένης κοινωνίας.

· Η υποχρεωτική διδασκαλία τού μαθήματος τών θρησκευτικών στα σχολεία και μάλιστα κατά τρόπο κατηχητικό, προσανατολισμένο στα δεδομένα του Ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος (βλ παραπάνω). Στο ίδιο πνεύμα και για την προσευχή και εκκλησιασμό σε σχολεία και ένοπλες δυνάμεις.

·Η διατήρηση της απαγόρευσης του προσηλυτισμού που βασίζεται σε παλαιά νομοθετήματα και δίνει στα δικαστήρια δυνατότητες για ποικίλες ερμηνείες οι οποίες συνήθως αποσκοπούν στην προστασία τής επικρατούσας θρησκείας.

· Το διαφοροποιημένο καθεστώς που ρυθμίζει την ανέγερση τόπων λατρείας για την επικρατούσα και της λοιπές θρησκείες και αποτελεί κατάφορη παραβίαση της ελεύθερης λατρείας και της θρησκευτικής ισότητας

· Η μέχρι πρότινος αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες (ως υποχρεωτική ή προαιρετική) ως αντίθετη στο δικαίωμα απόκρυψης τών ενδεχόμενων θρησκευτικών πεποιθήσεων.

·  Η ανάληψη της μισθοδοσίας των λειτουργών της Εκκλησίας της Ελλάδος από το κράτος και η διάφορες φορολογικές απαλλαγές και ελαφρύνσεις προς αυτή.

· Το εορτολόγιο τού κράτους και οι επίσημες τελετές ρυθμίζονται κατά τις εορτές τής Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ τις Κυριακές και τις εορτάσιμες ημέρες αργούν, κατά το νόμο, όχι μόνο οι δημόσιες υπηρεσίες αλλά και οποιαδήποτε κατ αρχήν βιομηχανική και εμπορική εργασία για τους οπαδούς όλων τών θρησκευμάτων.

Όλα τα παραπάνω κάνουν σαφές ότι ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» δεν είναι απλά συμβολικός και τυπικός αλλά σε συνδυασμό με άλλες συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις και με την βοήθεια και της νομολογίας, που εμμένει συχνά στην παραδοσιακή θεώρηση τού όρου, διαμορφώνουν ένα προνομιακό καθεστώς σχέσεων κράτους - Εκκλησίας που νοθεύει και σχετικοποιεί την θρησκευτική ελευθερία. Η θρησκευτική ισότητα και άρα η πλήρης θρησκευτική ελευθερία δεν συμβιβάζεται με προνόμια και διαφοροποιήσεις υπέρ οποιασδήποτε θρησκευτικής κοινότητας όσον διαδεδομένη και εθνικοϊστορικά σημαντική και αν είναι αυτή.

 

Δογματική ενότητα - αυτοκέφαλο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος

 

Το άρθρο 3 παρ 1 εδ β Σ διακηρύσσει τη δογματική ενότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος με την «Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη» και τις άλλες Ορθόδοξες εκκλησίες και την τήρηση απρασαύλευτα των ιερών αποστολικών και συνοδικών κανόνων. Το ζήτημα της συνταγματικής κατοχύρωσης των ιερών κανόνων απασχόλησε επί μακρόν την επιστήμη του δημοσίου και εκκλησιαστικού δικαίου. Υποστηρίχθηκαν συναφώς δύο απόψεις. Κατά την πρώτη η συνταγματική κατοχύρωση καλύπτει από τους ιερούς κανόνες μόνο τους δογματικούς και όχι τους διοικητικούς, οι οποίοι υπόκεινται και σε συχνές αλλαγές. ( αυτή την άποψη δείχνει να ενστερνίζεται και το ΣτΕ- βλ. ΣτΕ 3178/76). Κατά την δεύτερη γνώμη (βλ Κονιδάρη) η συνταγματική κατοχύρωση καλύπτει όλους τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε αναφέρονται στο δόγμα είτε στη διοίκηση, διότι μόνο έτσι εξασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία και για την επικρατούσα θρησκεία,   δηλαδή   με   την  συνταγματική κατοχύρωση, στα πλαίσια του άρθρου 13 Σ, του εσωτερικού κανονισμού της στο σύνολό του. Άλλωστε, το άρθρο 3 παρ 1 εδ β δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ των ιερών κανόνων αλλά τους κατοχυρώνει συλλήβδην.

Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλαδή η διοικητική της ανεξαρτησία, προέκυψε ήδη από την εποχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όταν ο κλήρος μετέχοντας στην Επανάσταση διέκοψε δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο που ελεγχόταν από τους Τούρκους. Η αντιβασιλεία με το περίφημο ΒΔ της 25/7/1833 ανακήρυξε επίσημα το αυτοκέφαλο της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το αυτοκέφαλο προκάλεσε αντιδράσεις και επιφυλάξεις από πολλές πλευρές και συνάντησε την έντονη αποδοκιμασία του Πατριαρχείου που τελικά το αναγνώρισε επίσημα και κανονικά με το Συνοδικό Τόμο της 29/6/1850. Κατά το 3 παρ 1 εδ γ Σ η Εκκλησία τής Ελλάδος διοικείται από Ιερά Σύνοδο Αρχιερέων και από την προερχόμενη εξ αυτής Διαρκή Ιερά Σύνοδο που συγκροτείται όπως ορίζει ο ΚΧ της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της 29/6/1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4/9/1928.

 

Σχέσεις κράτους και Εκκλησίας

 

Κράτος και Εκκλησία συνδέθηκαν πολλαπλά με το πέρασμα των χρόνων και οι σχέσεις τους πέρασαν από πολλά στάδια αλληλοεπηρεασμού και όσμωσης. Παλαιότερα ο βασιλιάς συγκέντρωνε συγχρόνως πολιτική και θρησκευτική εξουσία. Αργότερα οι ρόλοι διαχωρίστηκαν. Στη χώρα μας ισχύει το σύστημα της «νόμω κρατούσης πολιτείας» (κατά ορολογία που πρώτος εισήγαγε ο Κ. Ράλλης) όπως προκύπτει από τα άρθρα 3 παρ 1 εδ γ και 72 παρ 1 Σ. Η πολιτεία προστατεύει και συγχρόνως εποπτεύει την Εκκλησία. Το σύστημα μοιάζει με τη συναλληλία του Βυζαντίου. Από την άλλη υπάρχουν τα συστήματα ενώσεως ( πχ ιεροκρατία ή παποκαισαρισμός και το αντίστροφο  δηλ πολιτειοκρατία που διακρίνεται σε καισαροπαπισμό και εδαφισμό - territorialismus ) και τα συστήματα διακρίσεως ( πλήρης χωρισμός ή ομοταξία ).

Το συμπέρασμα είναι ότι οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας στη χώρα μας είναι ρευστές και συνεχώς μεταβαλλόμενες ώστε δύσκολα εντάσσονται σε κάποιο σύστημα. Η αστάθεια αυτή ευνοεί αποκλίσεις από την κανονική τάξη και επεμβάσεις της πολιτείας στα εσωτερικά της Εκκλησίας αλλά και αντίστροφα. Γεγονός είναι ότι καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση τών σχέσεων πολιτείας- Εκκλησίας παίζουν οι ιστορικές συγκυρίες και τα πρόσωπα που τις διοικούν κάθε φορά.

 

Συμπέρασμα

 

Το θρησκευτικό φαινόμενο, από καταβολής κόσμου, επηρεάζει τη ζωή του ανθρώπου και γι αυτό η θρησκευτική ελευθερία αποτέλεσε ένα από τα πρώτα δικαιώματα που διεκδικήθηκαν και κατοχυρώθηκαν ποτέ. Η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας στα ελληνικά Συντάγματα έχει μακρά παράδοση και ιστορία και το Συνταγματικό πλαίσιο εξελίσσεται ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Πάντα όμως περιλαμβάνει παράλληλα και τη διάταξη για την κατοχύρωση επικρατούσας θρησκείας και τις σχέσεις κράτους εκκλησίας.

Η θρησκευτική ελευθερία διακρίνεται σε ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης( animus - εσωτερική πλευρά) και σε ελευθερία της λατρείας ( corpus - εξωτερική πλευρά) και κάθε όψη της έχει πολλές επί μέρους προεκτάσεις που επηρεάζουν βαθύτατα πολλές πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Η κατοχύρωση θρησκευτικής ελευθερίας και θρησκευτικής ισότητας (άρθρο 13 Σ) όμως και το γενικότερο φιλελεύθερο πνεύμα συνταγματικής ρύθμισης επισκιάζεται και σχετικοποιείται εξ' αιτίας της κατοχύρωσης (άρθρο 3 Σ) επικρατούσας θρησκείας και των συνεπειών που απορρέουν από αυτή. Η ίδια η διάταξη του Συντάγματος αλλά και η παραδοσιακή αντιμετώπιση των σχετικών θεμάτων από τη νομολογία, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου συστήματος σχέσεων κράτους- εκκλησίας, που φέρνει την επικρατούσα θρησκεία σε προνομιακή θέση έναντι των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι έχει έρθει πλέον η στιγμή για ριζική αναμόρφωση του συστήματος σχέσεων κράτους και εκκλησίας προς την κατεύθυνση του σεβασμού της θρησκευτικής ισότητας και διασφάλισης της πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας. Πρόκειται για ένα βήμα που θα συμβάλει όχι μόνο στη διεύρυνση των ορίων του συνειδησιακού αυτοκαθορισμού μας αλλά και στην προαγωγή του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτικού μας συστήματος.

 

Βιβλιογραφία

·     Ανθόπουλος   Χ.:   Το   συνταγματικό   δικαίωμα   στην ελευθερία τής συνείδησης, 1992

·     Βαβούσκος Κ.: Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, 1986

·     Γεωργόπουλος Κ.Λ.: Επίτομο Συνταγματικό δίκαιο 12η έκδοση, 2001

·     Δαγτόγλου   Π.Δ.:   Συνταγματικό   Δίκαιο   -Ατομικά Δικαιώματα Α', 2η έκδοση, 2005

·     Δημητρόπουλος Α.Γ.: Συνταγματικά Δικαιώματα- Τόμος

Γ' Τεύχη 1-3, 2η έκδοση, 2008

·     Κονιδάρης Ι.Μ. : Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου,2000

·     Κονιδάρης Ι.Μ.: Θεμελιώδεις διατάξεις σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, 2006

·     Μάνεσης Α.: Συνταγματικά Δικαιώματα- α' ατομικές ελευθερίες, 1982

·     Μαρίνος Α.: Η θρησκευτική ελευθερία, 1972

·     Μαυριάς Κ.- Παντελής Α.: Συνταγματικά Κείμενα, α' τόμος- 2η έκδοση, 2007

·     Παραράς Π.Ι.: Σύνταγμα 1975- corpus 1, 1982

·     Σβώλος Α.- Βλάχος Γ.: Το Σύνταγμα της Ελλάδος- τόμος α', 1954

·     Σγουρίτσας Χ.: Συνταγματικόν Δίκαιον τόμος β', 1966

·  Σωτηρέλης Γ.Χ.: Θρησκεία και Εκπαίδευση, κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, 1993

·     Τρωιάνος Σ.: Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου- 2η έκδοση, 1984

· Τρωιάνος, Χρυσόγονος, Κουκιάδης, Κονιδάρης, Παπαστάθης, Κυριαζόπουλος, Ακανθόπουλος: Θρησκευτική ελευθερία και επικρατούσα θρησκεία, 2000

·     Τσάτσος Δ.:Συνταγματικό Δίκαιο Γ', 1988

·     Χριστόπουλος Δ.: Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα, 1999

·     Χρυσόγονος Κ.: Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα- 3η αναθεωρημένη έκδοση, 2006

 

Νομολογία

 

ΣτΕ 239/66:χάρτης του ΟΗΕ κ ΕΣΔΑ για τη θρησκευτική ελευθερία// ΣτΕ 2105-2106/75 και γνωμοδ εισαγγ ΑΠ 14/1959 ΝοΒ 7/1959:θρησκεία και αίρεση// ΣτΕ 2283/01 ΤοΣ 2001,1026/ ΣτΕ 2284/01 ΤοΣ 2001,1048/ ΣτΕ 2279/01 ΤοΣ 2001, 1084/ ΣτΕ 2281/01 ΤοΣ 2001, 1089/ ΣτΕ 2282/01 ΤοΣ 2001,1092/   ΣτΕ   2286/01   ΤοΣ   2001,   1093:   Υπόθεση ταυτοτήτων// ΣτΕ 1417/49 πρακτικό 409/77 ΤοΣ 1977, 475: Διορισμός καθηγητή θρησκευτικών// ΣτΕ 194/87 ΕλΔικ1987, 1476: Υπόθεση άθεου φοιτητή// ΣτΕ 3356/95 ΤοΣ 1996, 506/ ΣτΕ 2176/98 ΝοΒ 1999, 139 με αντίθετες παρατηρήσεις Σ. Τσακυράκη σελ 143 επ.// ΣτΕ 374/02, ΔτΑ 2003, 623: Δήλωση απαλλαγής από τη θρησκευτικά κατά το νέο πρότυπο μαθήματος.// ΣτΕ 1798/89, ΤοΣ 1989, 643: προσόντα μελών Δεπ στο τμήμα Θεολογίας.// ΣτΕ 2601/98 ΤοΣ 1999, 610: όρκος και διαβεβαίωση.// Α.Π. 672/82 Ποιν. Χρον. 32, 308/ Εφ Αθ 3796/79 Ποιν Χρον 1979, 508:Υπόθεση Δεσποτόπουλου (άρνηση ορκοδοσίας με θρησκευτικό τύπο).// ΣτΕ 3533/86 ΤοΣ 1987, 126 : Υπόθεση χιλιάστριας φιλολόγου / βλ και ΣτΕ 4045/83.// Διοικ. Εφ Αθ 2702/87ΝοΒ 1988, 821 επ: Υπόθεση καθολικής νηπιαγωγού.// ΣτΕ 3439/74 τμΤ: ταφή αλλοθρήσκων στα δημοτικά κοιμητήρια.// Διοικ Εφ Αθ 299/88 Διοικ Δικ 1989, 83 και ΣτΕ 1417/49 ΤοΣ 1977, 475: Υπόθεση άθεου/αλλόθρησκου δασκάλου.// ΣτΕ 4045/83 (Τμ Γ) ΤοΣ 1983, 634:θρησκευτικοί λειτουργοί.// ΣτΕ 2139/75 ΤοΣ 1975,2.204:γνωστή θρησκεία-ορισμός.// Πρωτ Αθ 2060/69 ΝοΒ (18) 1970, 183 επ : Δε συνιστά γνωστή θρησκεία ο τεκτονισμός

και Εφ Αθ 1190/87 ΤοΣ 1987, 123 επ:Παράνομη η ίδρυση σωματείου για « την συνειδητοποίηση του Κρίσνα » αφού δεν πρόκειται για γνωστή θρησκεία κατά το Σύνταγμα.// ΣτΕ 2105­2106/75 (ολ) ΤοΣ 1975, 894: Μάρτυρες του Ιεχωβά- γνωστή θρησκεία.// ΣτΕ 2139 (ολ) ΤοΣ 1976, 240: Αντβεντιστές-γνωστή θρησκεία.// ΣτΕ 756/52 και 2764/62 : Μεθοδιστές-γνωστή θρησκεία.// ΣτΕ 851/61: Ευαγγελιστές- γνωστή θρησκεία.// ΣτΕ 2058/57: Εκκλησία Χριστιανών αδελφών-γνωστή θρησκεία.// Εφ Αθ 1190/87 ΤοΣ 1988, σελ 723.// ΣτΕ 721/69ΑΕΚΔ 24.3(1969) 23 επ: ο ρόλος του ορθόδοξου μητροπολίτη κατά τη χορήγηση άδειας ανέγερσης ναού αλλοθρήσκων.// ΣτΕ 1444/91 (ολ) ΕΔΔ 1991, 377: το ίδιο.// ΣτΕ 4636/77 Ευρ ΣτΕ 1977, σελ 872.// ΣτΕ 1411/03 Εφαρμ. 2004, 232:αντισυνταγματικός ο προληπτικός διοικητικός έλεγχος για ανέγερση ναού.// ΑΠ 421/91 ΕλλΔνη 1991,1548 και ΑΠ 20/01 (ολ) ΝοΒ 2002, 1143// ΕΔΔΑ 26/9/96 Μανουσάκης κατά Ελλάδος, Υ 1997,910// ΣτΕ 904/97, Εφαρμ 1998, 103 : απαλλοτρίωση παλαιο ημερολογιτικού ναού// ΣτΕ 2308/00 ΔτΑ 2001, 185// ΣτΕ 4045/83 ΤοΣ 1983, 684: κώλυμα κληρικού για διορισμό σε δημόσια θέση ;// ΣτΕ 2715/84, 2753/88 ΤοΣ 1989, 149: αποδοχές κληρικών και θρησκευτική ισότητα.// ΣτΕ 2139/75 ΤοΣ 1976, 240 : απαλλαγή λειτουργών από υποχρέωση στράτευσης.// ΑΠ 480/92, Έ Ποιν Τμ, ΤοΣ 1992, 787: προσηλυτισμός.// ΣτΕ 4260/85 ΝοΒ 34, 604 με σημειώσεις Κονιδάρη: προσηλυτισμός και χορήγηση άδειας ανέγερσης ναού.// ΑΠ 421/91 Τμ ΣΤ ΝοΒ 39. 1421 με σημειώσεις Κονιδάρη: κατάργηση των ποινικών διατάξεων περί προσηλυτισμού.// ΕΔΔΑ 3/12/91 ΤοΣ 1993, 835: Υπόθεση Κοκκινάκης κατά Ελλάδος- προσηλυτισμός.// Βλ ΑΔΔΑ 10358/83 της 15/12/83: φορολογία και θρησκευτικές πεποιθήσεις.// ΣτΕ 4079/76 ΤοΣ 1977, 147 και ΣτΕ 2706/77 ΤοΣ 1977, 643// ΣτΕ 526/01 ΤοΣ 2001, 1343: εναλλακτική θητεία για τους αντιρρησίες συνείδησης//

 

Περίληψη

 

Η θρησκευτική ελευθερία μνημονεύεται ρητά στο άρθρο 13 του Συντάγματος και αναλύεται σε δύο όψεις: την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 13 παρ 1 Σ) και την ελευθερία της λατρείας. (άρθρο 13 παρ 2 Σ). Η θρησκευτική ελευθερία ανήκει σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, ακόμα και στους αλλοδαπούς και οριοθετείται ρητά ή όχι από το Σύνταγμα.

«Επικρατούσα θρησκεία» είναι αυτή της Ανατολικής Ορθόδοξης τού Χριστού Εκκλησίας (άρθρο 3 Σ). Παρά τις διακηρύξεις για αποδέσμευση της επικρατούσας θρησκείας από τη θρησκευτική ελευθερία, η σχέση τους παραμένει έντονη και η ιδιαίτερη μεταχείριση τής επικρατούσας θρησκείας αποτελεί συνηθισμένη πρακτική τών ελληνικών δικαστηρίων.

 

[1] Άρθρα 14-16 βελγ. συντ. , 4 γερμ. συντ. , 67-70 δαν. συντ. , 44 ιρλανδ. Συντ. 16 ισπαν. Συντ. , 8,19 και 20 ιταλ. συντ. , 19 και 20 λουξ. Συντ. 6 ολλανδ. Συντ. , 41 πορτογ. Συντ..

[2] Στο χάρτη τών Ηνωμενων Εθνών και στη Συνθήκη της Ρώμης ειδικά για τα θέματα θρησκευτικής ελευθερίας αναφέρεται η απόφαση Σ.τ.Ε 239/1966 , Βλ. Βέγλερη , η σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το Σύνταγμα, σελ. 43 Άρθρο 18 παρ4 ΔΣΑΠΔ. Άρθρα 1512,1517 ΑΚ

[5] Πχ η κατάργηση του κωλύματος γάμου μοναχών με το ν1250/82 δεν εμποδίζει την εκκλησία να εφαρμόζει το μέτρο και να επιβάλλει σε περίπτωση παράβασης τις προβλεπόμενες εκκλησιαστικές ποινές.

[6] ΣτΕ 2105-2106/75 και γνωμοδ εισαγγ ΑΠ 14/1959 ΝοΒ 7/1959

[7] Βλ. ΣτΕ 2283/01 ΤοΣ 2001,1026/ ΣτΕ 2284/01 ΤοΣ 2001,1048/ ΣτΕ 2279/01 ΤοΣ 2001, 1084/ ΣτΕ 2281/01 ΤοΣ 2001, 1089/ ΣτΕ 2282/01 ΤοΣ 2001,1092/ ΣτΕ 2286/01 ΤοΣ 2001, 1093: Υπόθεση ταυτοτήτων

[8] Βλ Μαρίνο «η θρησκευτική ελευθερία» 1972 σελ 105επ και 107επ ΣτΕ 1417/49 πρακτικό 409/77 ΤοΣ 1977, 475: Διορισμός καθηγητή θρησκευτικών ' ΣτΕ 194/87 ΕλΔικ1987, 1476: Υπόθεση άθεου φοιτητή

[11] Βλ Σαλάχας: Η νομική θέση της Καθολικής Εκκλησίας εν τη ελληνική επικρετεία, 1974, σελ160 επ

[12] ΣτΕ 3356/95 ΤοΣ 1996, 506/ ΣτΕ 2176/98 ΝοΒ 1999, 139 με αντίθετες παρατηρήσεις Σ. Τσακυράκη σελ 143 επ. ΣτΕ 374/02, ΔτΑ 2003, 623 ΣτΕ 1798/89, ΤοΣ 1989, 643

[15] Ο ν1250/82 καθιέρωση ως εναλλακτική δυνατότητα τον πολιτικό γάμο.

[16] ΣτΕ 2601/98 ΤοΣ 1999, 610

[17] Α.Π. 672/82 Ποιν. Χρον. 32, 308/ Εφ Αθ 3796/79 Ποιν Χρον 1979, 508:Υπόθεση Δεσποτόπουλου (άρνηση ορκοδοσίας με θρησκευτικό τύπο).

ΣτΕ 3533/86 ΤοΣ 1987, 126 : Υπόθεση χιλιάστριας φιλολόγου / βλ και ΣτΕ 4045/83

Διοικ. Εφ Αθ 2702/87ΝοΒ 1988, 821 επ: Υπόθεση καθολικής νηπιαγωγού ΣτΕ 3439/74 τμ'Γ

[21] Διοικ Εφ Αθ 299/88 Διοικ Δικ 1989, 83 και ΣτΕ 1417/49 ΤοΣ 1977, 475: Υπόθεση άθεου/αλλόθρησκου δασκάλου. Η εξαίρεση είναι πολύ γενικά διατυπωμένη. Δικαιολογημένη θα ήταν σε περίπτωση που επρόκειτο για μονοθέσιο σχολείο και δεν υπήρχε άλλος δάσκαλος να διδάξει θρησκευτικά.

[22] Αρκεί η πίστη στο τριαδικό δόγμα την οποία ακολουθούν επίσης η ρωμαιοκαθολική και οι περισσότερες διαμαρτυρόμενες εκκλησίες.

[23] ΣτΕ 4045/83 (Τμ Γ) ΤοΣ 1983, 634

[24] Βλ ορισμό Α. Δημητρόπουλος « Συνταγματικά Δικαιώματα» Τόμος Γ Τεύχη 1-3 Εκδ Σάκκουλα Αθήνα -Θεσαλονίκη 2008, σελ 647

[25] Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1844

[26] ΣτΕ 2139/75 ΤοΣ 1975,2.204

[27] Πρωτ Αθ 2060/69 ΝοΒ (18) 1970, 183 επ: Δε συνιστά γνωστή θρησκεία ο τεκτονισμός και Εφ Αθ 1190/87 ΤοΣ 1987, 123 επ: Παράνομη η ίδρυση σωματείου για « την συνειδητοποίηση του Κρίσνα» αφού δεν πρόκειται για γνωστή θρησκεία κατά το Σύνταγμα.

[28] ΣτΕ 2105-2106/75 (ολ) ΤοΣ 1975, 894: Μάρτυρες του Ιεχωβά- γνωστή θρησκεία

[29] ΣτΕ 2139 (ολ) ΤοΣ 1976, 240: Αντβεντιστές- γνωστή θρησκεία.

[30] ΣτΕ 756/52 και 2764/62: Μεθοδιστές- γνωστή θρησκεία

[31] ΣτΕ 851/61: Ευαγγελιστές- γνωστή θρησκεία

[32] ΣτΕ 2058/57: Εκκλησία Χριστιανών αδελφών- γνωστή θρησκεία Εφ Αθ 1190/87 ΤοΣ 1988, σελ 723 ΣτΕ 721/69ΑΕΚΔ 24.3(1969) 23 επ

[35] ΣτΕ 1444/91 (ολ) ΕΔΔ 1991, 377

[36] ΣτΕ 4636/77 Ευρ ΣτΕ 1977, σελ 872

[37] ΣτΕ 1411/03 Εφαρμ. 2004, 232

[38] ΑΠ 421/91 ΕλλΔνη 1991,1548 και ΑΠ 20/01 (ολ) ΝοΒ 2002, 1143

[39] ΕΔΔΑ 26/9/96 Μανουσάκης κατά Ελλάδος, Υ 1997,910

[40] ΣτΕ 904/97, Εφαρμ 1998, 103:απαλλοτρίωση παλαιοημερολογιτικού ναού

ΣτΕ 2308/00 ΔτΑ 2001, 185

[42] ΣτΕ 4045/83 ΤοΣ 1983, 684

[43] ΣτΕ 2715/84, 2753/88 ΤοΣ 1989, 149

[44] ΣτΕ 2139/75 ΤοΣ 1976, 240

[45] Εισάγεται στο Σ 1844 μετά πρωτοβουλία της Εκκλησίας της Ελλάδος λόγω προβλήματος που αντιμετώπιζε με τους Ευαγγελιστές.

[46] ΑΠ 480/92, Έ Ποιν Τμ, ΤοΣ 1992, 787

[47] Βλ ορισμό Α. Δημητρόπουλος «Συνταγματικά Δικαιώματα» Τόμος Γ Τεύχη 1-3 Εκδ. Σάκκουλα Αθήνα- Θεσσαλονίκη 2008 ΣτΕ 4260/85 ΝοΒ 34, 604 με σημειώσεις Κονιδάρη

ΑΠ 421/91 Τμ ΣΤ ΝοΒ 39. 1421 με σημειώσεις Κονιδάρη

ΕΔΔΑ 3/12/91 ΤοΣ 1993, 835: Υπόθεση Κοκκινάκης κατά Ελλάδος- προσηλυτισμός.

Βλ ΑΔΔΑ 10358/83 της 15/12/83 

ΣτΕ 4079/76 ΤοΣ 1977, 147 και ΣτΕ 2706/77 ΤοΣ 1977, 643

ΣτΕ 526/01 ΤοΣ 2001, 1343: εναλλακτική θητεία για τους αντιρρησίες συνείδησης

I†S

ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ

​​ 

 

ΜΕΛΕΤΗ 3η

ΜΕΛΕΤΗ 4η

ΜΕΛΕΤΗ 5η

ΜΕΛΕΤΗ 6η

 

 

Please reload